Κυριακή, Ιουνίου 11, 2006

Σύντομος επίλογος στην διαδικτυακή έκδοση

Το "νησί της Καλυψώς" άρχισε να "αναρτάται" στο ιστολόγιό του τον περασμένο Σεπτέμβρη. Τον Απρίλη είχε ολοκληρωθεί η παρουσίασή του. Τώρα, όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να το διαβάσει χωρίς να ταλαιπωρείται, καθώς τα κεφάλαια είναι στη διάθεσή του με την κανονική τους σειρά, στο προηγούμενο ποστ.

Ευχαριστώ τους πολυπληθείς αναγνώστες της "Καλυψώς" (πρέπει να ήταν την Πρωτοχρονιά γύρω στους 12 με 15, δεν ξέρω πόσοι απόμειναν ως το τέλος) και ειδικά όσους άφησαν σχόλια.

Από αυτούς, αλλά και από τυχόν νέους επισκέπτες, που η "Καλυψώ" θα τους κινήσει το ενδιαφέρον, ώστε να τη διαβάσουν, περιμένω εδώ κάποιο "συνολικό" σχόλιο.

περισσότερα...

Το νησί της Καλυψώς

1. Έκθεση γλυπτικής

2. Τα μυστήρια της Λευκάδας

[Η Χρυσαυγή της Λευκάδας από τον Milo Manara]

3. Περιμένοντας να σταματήσει η βροχή

["Juicy lemons" by Eye Droplet]

4. Επανομή

5. Ο "Προμηθέας"

6. Χρυσιίδα

[Μαθητική σπουδή γυμνού]

7. Η τυχερή μέρα

[Καλυψώ και Οδυσσέας]

8. Ο σκληρός χωρισμός

[Ζόρι]

9. Αλκοόλ

[Ο θρήνος της Χρυσιίδας]

10. Φιλολογικό απόγευμα

[Το τατουάζ της Ανατολής]

11. Λιβάδι

12. Ερμής Ι

13. Ερμής ΙΙ

14. Ερμής ΙΙΙ

[Γιάννης Μώραλης: Δυο φίλες, 1946]

15. Κομματική συνέλευση

[Άποψη της συνέλευσης]

16. Ερμιόνη

17. Η νευρικότητα της ένοχης αναμονής

[Franz von Stuck: Battle for a Woman]

18. Αθωνικόν έπος Ι

19. Αθωνικόν έπος ΙΙ

20. Αθωνικόν έπος ΙΙΙ

[Στου Νικόδημου]

21. Μεγάλη Πέμπτη απόγευμα

[Νικηφόρος Λύτρας: Η αναμονή]

22. Ιάσονας

23. Θεύδης και Αγαύη

24. Το τραίνο

[Matta: Ο κήπος των Εσπερίδων]

25. Άρτεμις και Αλκιβιάδης

[Άλογα]

26. Αγροτικό ιατρείο

27. Πρόσκληση σε αρραβώνες Ι

28. Πρόσκληση σε αρραβώνες ΙΙ

29. Πρόσκληση σε αρραβώνες ΙΙΙ

30. Καλυψώ

31. Ένα πουλί θέλει να βγεί απ' το κλουβί του

32. Άμστερνταμ

33. Ο δικηγόρος είναι ο πιο καλός μου φίλος

34. Ηλεκτρονική αλληλογραφία

[Τα ματάκια σου αδερφούλα...]

35. Ο καταυλισμός του νερού

περισσότερα...

Πέμπτη, Απριλίου 27, 2006

Ο καταυλισμός του νερού

(Ιούνιος 2003)

Τα ματάκια σου αδερφούλα
Μου ραγίζουν την καρδούλα.

Μάρκος Βαμβακάρης



Εκείνες τις μέρες βρισκόμουν στου διαόλου τη μάννα. Όχι με τα κριτήρια του Ευρωπαίου, που δεν ξέρει ούτε καν πούθε πέφτει το Μαλάουι, αλλά και με τα δεδομένα της περιοχής. Όπως βλέπουμε το χάρτη, τέρμα προς βορράν, σχεδόν στο τριεθνές Ζάμπιας, Τανζανίας και Μαλάουι. Εκεί, στις πηγές του ελάσσονος ποταμού Ν΄κε, δέκα λεπτά με το τζιπ από την πόλη Χαρίρε και το Κέντρο Υγείας της είναι στημένος έξι χρόνια τώρα ο Καταυλισμός του Νερού, όπως τον λένε οι ντόπιοι, ο Καταυλισμός της Σκνίπας όπως τον αποκαλεί η Σοφί. Τους τελευταίους έντεκα μήνες είμαι επικεφαλής του καταυλισμού, διοικητικός και οικονομικός υπεύθυνος, θεράπων παιδίατρος μιας περιοχής εκατόν είκοσι χιλιάδων κατοίκων, υπόλογος για τα αισθηματικά και όλα τα υπόλοιπα της ειδικευόμενης Σοφί, εμψυχωτής των δύο γενικών ιατρών, του Γάλλου Ζυλ και του Γερμανού Τόμας, απόλυτος άρχων για τους δύο πολύτιμους Γάλλους της αποστολής (νοσηλευτή και τεχνικό) για το εξαμελές ντόπιο προσωπικό (μάγειρας, οδηγός, βοηθός τεχνικός, τρεις μαθητευόμενες νοσηλεύτριες) και για τους ευάριθμους ντόπιους «εθελοντές» περιορισμένου χρόνου και καθηκόντων.

Ο καταυλισμός στήθηκε στις πηγές του ποταμού, καθώς οι Γάλλοι εθελοντές, αφού ταλαιπωρήθηκαν για μεγάλο διάστημα και αποκάηκαν, αποφάσισαν να αποκτήσουν αυτάρκεια στον βασικότερο πόρο ζωής, όσο αυτός παραμένει ακόμα αμόλυντος και μακριά από τον έλεγχο των τοπικών κοτζαμπάσηδων και κατσαπλιάδων. Έτσι, αφού εξασφάλισαν τη σχετική άδεια από τις αρχές της πρωτεύουσας, μάντρωσαν σχεδόν τις πηγές του ποταμού, αφού έφτιαξαν πεντακόσια μέτρα παρακάτω κάμποσες ποτίστρες για το πότισμα των κοπαδιών. Οι ποτίστρες αυτές ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν διότι έκαστος μαύρος τσέλιγκας εξακολουθεί να ποτίζει τα ζώα του, όπου βρίσκει εύκαιρη την κοίτη του Ν΄Κε, αδιαφορώντας για τη λασπουριά και την βρώμα που αφήνουν πίσω τους τα ζωντανά.

Ο πρώτος στόχος της αποστολής μας, όπως και όσων προηγήθηκαν, είναι η αντιμετώπιση του AIDS, τα ποσοστά εξάπλωσης του οποίου κυμαίνονται σε τραγικά επίπεδα. Η αποστολή έχει να υπερπηδήσει σχεδόν ανυπέρβλητα εμπόδια από τη μίξη της κουλτούρας των εντοπίων και εκείνης των ιεραποστόλων χριστιανών. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες αυτής της δύσκολης προσπάθειας δεν ενδιαφέρουν την αφήγησή μας.

Ο Καταυλισμός του Νερού έχει αρκετά κτίρια - από τσιμεντόλιθους, ελενίτ και καλαμένιες επενδύσεις. Ιατρεία και μικροβιολογικό εργαστήριο, ένα μικρό αναρρωτήριο, αποθήκες, μαγειρείο - εστιατόριο, καταλύματα. Αντιστρόφως του ρεύματος του Ν΄Κε, αριστερά, σε επαφή με έναν πανύψηλο βράχο βρίσκεται το κατάλυμα του αρχηγού (και της Σοφί) μαζί και κέντρο διοίκησης του καταυλισμού. Κάθε βράδυ περί τις δέκα έρχεται και το έτερον ζεύγος, ο Ζυλ και ο Τόμας. Ο νοσηλευτής και ο τεχνικός φεύγουν συνήθως για την Χαρίρε, όπου περνούν τη βραδιά τους με τις αμερικάνες μιας χριστιανικής αποστολής, πίνοντας τσάι ή κόκα κόλα. (Τις ντόπιες ούτε που διανοούνται να τις ζυγώσουν, με τέτοια ποσοστά οροθετικών που έχει η περιοχή).

Ένας από τους τέσσερις γιατρούς κάθεται στο γραφείο μου, όπου ο υπολογιστής - και λαμβάνει ή στέλνει το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο ή σερφάρει στο Διαδίκτυο. Οι υπόλοιποι τρεις αξιοποιούν τα πλούσια αποθέματα τζιν με τόνικ, με ήσυχη κουβεντούλα. Ο Ζυλ κι εγώ είμαστε γερά ποτήρια. Ο Τόμας και η Σοφί ερασιτέχνες. Ωστόσο, το ζητούμενο αυτής της ώρας είναι η παρέα και η χαλάρωση, μετά από μια συνήθως δύσκολη μέρα, γεμάτη εμβόλια, εξετάσεις, μαθήματα στους «εθελοντές» ντόπιους περί προφυλακτικών, επαφές με Μαλαουινούς, με Ευρωπαίους εθελοντές σε γειτονικές περιοχές και Αμερικανούς ιεραποστόλους (οι δυσκολότερες όλων). Οι τρεις νεαροί γιατροί, μετά από τρεις και τέσσερις μήνες στον καταυλισμό έχουν κουραστεί αρκετά, τους έχει μπαφιάσει η καθημερινή ρουτίνα σε συνδυασμό με τα πενιχρά αποτελέσματα της προσπάθειας και νοσταλγούν τα θέλγητρα της Ευρώπης. Συγκρατούνται και δεν μου ζητούν το εισιτήριο της επιστροφής, από μένα και τον έρωτα. Δηλαδή η Σοφί μένει επειδή μένω εγώ, ο Τόμας επειδή επιμένει ο Ζυλ και ο Ζυλ επειδή είναι ιδεολόγος, περισσότερο ενθουσιώδης αλλά και πιο ανθεκτικός, κυρίως όμως επειδή καταφέρνω να τον στηρίζω στις απογοητεύσεις και να τον εμπνέω, αλλά και να τον δελεάζω με τα επιδημιολογικά και ερευνητικά προγράμματα και τις δημοσιεύσεις που έχουμε σε εξέλιξη.

Είμαι πια βετεράνος σε τέτοιου είδους αποστολές, έχω βρεθεί σε διάφορες χώρες τριών ηπείρων. Ωστόσο είναι η πρώτη φορά που έχω εγώ την ηγετική ευθύνη και η πρώτη φορά που έχω ήδη κλείσει έντεκα συνεχόμενους μήνες σε μια αποστολή. Υπολογίζω να μείνω τουλάχιστον έξι μήνες ακόμα. Τον Μάιο θα άρχιζα ένα καινούριο μεταπτυχιακό στο Παρίσι, αλλά το ανέβαλα για το Νοέμβριο, αξιοποιώντας τις διασυνδέσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, αλλά και το προσωπικό μου κύρος. «Γνωρίζετε ασφαλώς ότι ικανοποιούμε μόνο το 10% των αιτήσεων συμμετοχής και είμαστε απολύτως αυστηροί στις διαδικασίες, αλλά για σας θα κάνουμε μια μοναδική εξαίρεση» έγραφε αυτοπροσώπως στον υπολογιστή ο υπεύθυνος του μεταπτυχιακού, καθηγητής της παιδιατρικής, φέρων ύφος τουλάχιστον εκατό καρδιναλίων, όταν δεν απευθυνόταν σε αρχαιοτέρους του καθηγητές. «Οι δημοσιεύσεις σας, αλλά και το σύνολο του βιογραφικού σας, μας πείθουν ότι αξίζετε αυτήν την ειδική μεταχείριση…»

Πιστεύω ότι οι αποστολές ματαιοπονούν όταν ο χρόνος συμμετοχής των γιατρών είναι περιορισμένος. Όταν έφτασα στο Μαλάουι ήδη ο Καταυλισμός του Νερού υπολειτουργούσε για τρεις μήνες, μετά την αποχώρηση σχεδόν όλων των Ευρωπαίων της προηγούμενης ομάδας. Τότε είχε μείνει μόνο ο Γάλλος νοσηλευτής Αρκάντ, σκληροπυρηνικός αριστεριστής κατά τα τέλη της όγδοης δεκαετίας του εικοστού αιώνα. Λεγόταν γι’ αυτόν ότι παραλίγο να κάψει τη Λυών εκτός τόπου και χρόνου, αλλά απέδειξε πως διέθετε αστείρευτες δυνάμεις και στον Καταυλισμό του Νερού. Ήταν ο άνθρωπος με τον οποίον είχα την ευκαιρία να συζητώ για πολιτική και ιστορία. Ατυχώς, ό,τι είχε να κάνει με άλλα ενδιαφέροντα θέματα, τον άφηνε παγερά αδιάφορο. Ο Αρκάδιος, λοιπόν, με συμπάθησε αμέσως, διαπίστωσε τις ηγετικές μου ικανότητες και έγινε εξαρχής το δεξί μου χέρι. Ωστόσο σπάνια συμμετείχε στην βραδινή παρέα των γιατρών, γιατί όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει, το ζευγάρι Ζυλ και Τόμας του γύριζε τ’ άντερα.

Κάθε πρωί, λίγη ώρα πριν φέξει, με περίμενε έξω από το κατάλυμά του, με δυο ζεστούς καφέδες στα χέρια. Αφού τους πίναμε σιωπηλοί, κάναμε για λίγα λεπτά διατατικές ασκήσεις και μόλις έβγαινε ο ήλιος ξεκινούσαμε το πρωινό μας τρέξιμο, κατά μήκος του ποταμού. Μια ώρα αργότερα είχαμε επιστρέψει στις πηγές, μπαίναμε για λίγο κάτω από τον μικρό καταρράχτη, ντυνόμαστε με ρούχα που υπήρχαν στο τζιπ και τραβούσαμε στα μαγειρεία για πρωινό. Τρώγοντας είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε, μέχρι να εμφανισθούν αγουροξυπνημένοι οι υπόλοιποι και να ανακεφαλαιώσουμε το πρόγραμμα της ημέρας.

Χαμογελούσα πολλές φορές με τον απόλυτο τρόπο σκέψης του παλιού μαοϊκού - και νυν παθιασμένου με την υπόθεση του Τρίτου Κόσμου Αρκάδιου, αλλά δεν μπορούσε να μην του αναγνωρίσω πως είχε καταφέρει να χτίσει ένα λιτό μεν, αλλά στέρεο οικοδόμημα κοσμοαντίληψης. Είχε οδηγήσει τον αντικαπιταλισμό του σε πλήρη αντίθεση με αυτό που ονόμαζε μαζοποιημένο τρόπο ζωής και, το σημαντικότερο, ζούσε σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του δουλεύοντας χρόνια τώρα για τις εθελοντικές οργανώσεις στην Υποσαχάρια Αφρική. Έπινε λίγο, δεν κάπνιζε, ήταν κατά βάση χορτοφάγος, είχε ατσαλένια υγεία και νεύρα. «Αν χαμογελούσε καμιά φορά, θα ήταν καλύτερα», σκεφτόμουν, «αλλά κι έτσι, μια χαρά είναι…». Εννοείται ότι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι τον αντιμετώπιζαν επιφυλακτικά, αν και αναγνώριζαν όλοι τον υψηλό επαγγελματισμό του: Ό,τι αναλάμβανε θα ήταν ολοκληρωμένο στην ώρα του και επιπλέον αποτελούσε γι’ αυτούς την σανίδα της σωτηρίας όταν πελάγωναν, δηλαδή κάθε τρεις και λίγο.

Ο Ζεράρ, τεχνικός της αποστολής, ήταν πατριώτης του Αρκάδιου, αρκετά χρόνια νεότερος, εύστροφος και ικανός με τα παντός είδους μηχανήματα, αλλά περισσότερο τυχοδιώκτης παρά ιδεολόγος. Είχε έλθει πριν πέντε μήνες στο Μαλάουι, του έμενε ένας ακόμα για να επιστρέψει στη Γαλλία και είχε δηλώσει ευθαρσώς στον Αρκάδιο πως θα του ‘στριβε, αν είχε μπροστά του άλλους έξι μήνες χωρίς «κανονικές» γυναίκες, χωρίς μπαράκια, χωρίς γήπεδο, χωρίς τη Γαλλία με λίγα λόγια. Συνεπώς, τώρα που θα ερχόταν ο καινούριος τεχνικός, θα τον κατατόπιζε καλά καλά και θα αποχωρούσε. «Είναι πράγματι σημαντική εμπειρία, αλλά για μια φορά…» κατέληγε, αποκαρδιωμένος με τα αποτελέσματα της γαλατικής του γοητείας στις Αμερικάνες θεούσες της Χαρίρε.


* * *

«Χαίρε. Σου στέλνω μήνυμα εκτάκτως, γιατί έχω σοβαρά νέα: Η Καλυψώ είναι στην Αθήνα και, δυστυχώς είναι πολύ άρρωστη. Δεν κατάλαβα ακριβώς την πάθηση, αλλά είναι κάτι με το συκώτι και έχει προγραμματιστεί χειρουργείο σε έξι μέρες, στις 17 Ιουνίου. Χθες πήγα την Αγαύη στον Ευαγγελισμό για κάποιο πρόβλημα με το έντερο και, ξαφνικά, σήμερα το μεσημέρι έπεσα πάνω της, δηλαδή αυτή με φώναξε καθώς περνούσα έξω από το δωμάτιό της. Εμφανισιακά είναι καλά, αλλά αδυνατισμένη, ψυχολογικά είναι χάλια. Κουβεντιάσαμε αρκετά, ρωτούσε για σένα, που βρίσκεσαι… Έκλαιγε. “Αχ, να ήταν εδώ…” είπε δυο - τρεις φορές. Της είπα ότι μπορώ να σε ειδοποιήσω, αλλά αντέδρασε, με έβαλε μάλιστα να της ορκιστώ ότι δεν θα το κάνω. Απ΄ ό,τι κατάλαβα δεν έχει κανέναν δικό της, είναι μόνη. Αναστατώθηκα τόσο πολύ, που σχεδόν ξέχασα το πρόβλημα της γυναίκας μου (δεν είναι τίποτα σοβαρό). Μόλις γύρισα σπίτι κάθισα αμέσως στο υπολογιστή να σου γράψω. Φίλε μου αγαπημένε, ο Θεός μαζί σου, κάνε ό,τι νομίζεις καλύτερο! Θεύδης»

* * *

Η ψυχή μου ξεκόλλησε μεμιάς από την Αφρική, διέσχισε στεριές και θάλασσες και βρέθηκε στην Αθήνα, στο νοσοκομείο, στο δωμάτιο της Καλυψώς. Στο μεταξύ βρισκόμουν ακόμα στον Καταυλισμό του Νερού, μπροστά στον υπολογιστή, οι συνάδελφοί μου ήταν ξαπλωμένοι έξω στη δροσερή νύχτα, διέκρινα αμυδρά τις σκιές τους στο σκοτάδι. Η Σοφί, η αγάπη μου τα τελευταία τρία χρόνια, η νεαρή γιατρίνα που με κοιτούσε στα μάτια και ήρθε στο Μαλάουι για χάρη μου, η γυναίκα που με κοιτούσε στα μάτια ερωτευμένη, που με πίστευε και με θαύμαζε. Ο Ζυλ, ο Τόμας, ο Αρκάδιος, ο Ζεράρ… Όλοι θα πελάγωναν αύριο το πρωί κιόλας, αν έφευγα.

Οργάνωσα την αναχώρησή μου σε λιγότερο από δέκα λεπτά: Έσβησα το γράμμα του Θεύδη από τον υπολογιστή, του έστειλα άλλο στην Αθήνα ότι φεύγω αμέσως (και στη συνέχεια το εξαφάνισα κι αυτό), ετοίμασα μια τσάντα με τα απολύτως απαραίτητα και βγήκα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Ανακοίνωσα στους άλλους ότι φεύγω αμέσως για Αθήνα, επειδή είναι βαριά άρρωστη η μητέρα μου, θα τους ειδοποιήσω μόλις φτάσω, θα επιστρέψω το συντομότερο δυνατόν. Έκοψα τη φόρα της Σοφί που αμέσως δήλωσε πως θα φύγει μαζί μου, φώναξα τον Αρκάδιο να με συνοδεύσει, για να γυρίσει το τζιπ στον καταυλισμό και έφυγα.

* * *

Από το καινούριο αεροδρόμιο πήρα ταξί κατ’ ευθείαν για το νοσοκομείο. Όταν έφτασα, καθυστέρησα μονάχα όσο για ν’ αγοράσω ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα. Ήξερα που ήταν, έκτος όροφος, δωμάτιο 603. Διέσχισα τους διαδρόμους και βρέθηκα έξω από την κλειστή πόρτα. Χτύπησα αλλά δεν πήρα απάντηση. Άνοιξα και μπήκα.

Η Καλυψώ κοιμόταν. Το κεφάλι της έγερνε αριστερά, ήταν ελαφρά μακιγιαρισμένη, όμορφη όπως πάντα, η αναπνοή της ήρεμη. Κάθισα σε μια καρέκλα στο πλάι του κρεβατιού. Την κοίταζα και τα μάτια μου θόλωναν. Είχα πέντε χρόνια να τη συναντήσω. Μάζεψα το κουράγιο μου και ζήτησα από το συνάδελφο επιμελητή που πέρασε να με ενημερώσει. Δεν υπήρχε κανένα περιθώριο, ήταν θέμα λίγων εβδομάδων. Όταν έφυγαν ο γιατρός και η νοσηλεύτρια, για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μου ξέσπασα σε γοερό κλάμα, το οποίο δε με ανακούφισε καθόλου. Μια πλάκα στάθηκε πάνω στο στήθος μου κι έμεινε εκεί για πολύ καιρό.

Είχε σουρουπώσει όταν ξύπνησε. Νόμισε ότι έβλεπε όνειρο, έκλεισε τα μάτια. Τα άνοιξε πάλι και ανασηκώθηκε αναστατωμένη. «Όχι υστερίες…» είπα, χαμογελώντας όπως μπόρεσα. Αγκαλιαστήκαμε και ένοιωθα το κορμί της να τραντάζεται από τους λυγμούς. Ευτυχώς, είχα πια ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία μου.

* * *

Ο Θεύδης είχε δει λάθος, η αρρώστια την είχε καταβάλει και σωματικά. Ήξερε την αλήθεια – και την αντιμετώπιζε με ψυχραιμία. «Καλύτερα έτσι… Σε λίγα χρόνια θα πενηντάριζα, πως θα άντεχα τον εαυτό μου γριά;» Γελούσε, σαν να είχε ειπωθεί ένα πετυχημένο αστείο. «Δεν είμαι απολύτως έτοιμη…» ψιθύρισε στο κυλικείο του νοσοκομείου που κατεβήκαμε για καφέ, τη δεύτερη μέρα από τον ερχομό μου, δυο μέρες πριν το χειρουργείο «αλλά τώρα που σε ξαναείδα όλα είναι πιο εύκολα…». Δε ζήτησα να μου εξηγήσει τι εννοούσε, δεν είχα το κουράγιο.

Στις τρεις το πρωί χτύπησε το κινητό μου, ήταν η Άρτεμις. «Έφυγε» είπε κλαίγοντας «κανείς δεν την είχε καταλάβει, που τα βρήκε τόσα χάπια…»


* * *

Τέσσερις μέρες μετά, πήρα πάλι το πρώτο από τα αεροπλάνα της επιστροφής στον Καταυλισμό του Νερού.


ΤΕΛΟΣ


περισσότερα...

τα ματάκια σου αδερφούλα...


(σκίτσο του Bilal, για υποδοχή του τελευταίου κεφαλαίου)

περισσότερα...

Πέμπτη, Απριλίου 20, 2006

Ηλεκτρονική αλληλογραφία

(Ιούνιος 2002)


Πως είναι όλα στου θεού τη διάρκεια βαλμένα
κι ο θάνατος πως είναι μια σταγόνα
επί των υδάτων.

Νίκος Καρούζος



Παλιόφιλε, σε χαιρετώ!

Μετά το μακρόσυρτο διηπειρωτικό μας τηλεφώνημα, συγκέντρωσα τα υλικά που σου είχα αναφέρει. Επειδή είναι κάμποσες σελίδες σου τα στέλνω με τηλεομοιοτυπία. Τεχνολογία, φίλε μου! Βλέπω ότι το χέρι μου ξαφνιάζεται κάπως με τον ωραιότατο Parker μελάνης (δώρο της Αγαύης, από την εποχή των ερώτων) να γλιστρά πάνω στο βαρύ, λευκό χαρτί. Αυτό το πακέτο των πεντακοσίων φύλλων, το έχω στο συρτάρι τουλάχιστον έξι - εφτά χρόνια και λείπουν ελάχιστα από δαύτα (τα φύλλα). Θυμάμαι, πρέπει να ήταν πριν τρία χρόνια, ξοδεύτηκαν κατά τη διάρκεια μιας μεταμεσονύκτιας απόπειρας, που ναυάγησε στα κύματα του Jack Daniels. Για την ιστορία, ήθελα να γράψω, τότε, για τον Ελληνικό σύλ-Λογο, ένα περισπούδαστο άρθρο, που εκκρεμεί… Φοβάμαι, μην βρεθεί κανένας άλλος τρελός να το γράψει και χάσω την αποκλειστικότητα…

Φυσικό είναι, δεν γράφω πια τίποτα με το χέρι, αν και είμαι μάχιμος δικηγόρος. Δηλαδή, γράφω κατευθείαν στον υπολογιστή, χράπα χρούπα, με όση ταχύτητα μου επιτρέπει η αηδία μου για τα αντικείμενα του αξιοσέβαστου επαγγέλματος που εξασκώ. Τις επιστολές (ωραίο, παλαιό σπορ) τις έχει καταργήσει πλέον το τηλέφωνο και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, άρα δεν υπάρχει περιθώριο για χειροποίητη γραφή. Να όμως που επιχειρώ, με αβέβαια αποτελέσματα, σου το δηλώνω εξαρχής, να ξανακάνω την πένα να τρίζει πάνω στο βαρύ λευκό χαρτί, γιατί αυτά που έχω να σου πω, και που ξέρω ότι θέλεις να ακούσεις δεν λέγονται, δηλαδή δεν κουβεντιάζονται στο τηλέφωνο. θέλουν άνεση, ελευθερία και πνευματική πολυτέλεια, πράγματα δυσεύρετα, αλλ’ όχι ανέφικτα.

(Αυτό ήταν όλο το χειρόγραφο – δε μπορώ πια να γράψω με το χέρι! Το πληκτρολόγησα και συνεχίζω στο laptop)

Το έμαθα στη Θεσσαλονίκη, συνόδευα την Αγαύη σ' ένα συνέδριο. Η Αγαύη τελειώνει την ειδικότητά της στην παιδιατρική και άπαντες οι παιδίατροι της χώρας (πλην εσού!) συνεδρίαζαν, στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήθελα και πολύ να πεισθώ να συνοδεύσω τη σύζυγο, δεδομένου ότι, επειδή η Αγαύη είναι άνθρωπος του καθήκοντος και θα περνούσε άπειρες ώρες στο συνέδριο, θα είχα εγώ την ευκαιρία να σουλατσάρω στα παλιά λημέρια.

Η Παρασκευή μου πήγε καλά. Μπήκα στον άγιο Νικόλαο, τον Ορφανό, ανέβηκα στη μονή Βλατάδων, περπάτησα στην Άνω Πόλη, τριγύρισα αρκετά. Τέλος, βρέθηκα με πλήθος παιδιάτρων, σε μια ταβέρνα, στα πάνω Λαδάδικα (ήξερες εσύ ότι υπάρχουν πάνω και κάτω Λαδάδικα;). Τύχη αγαθή, τέσσερις από δαύτους (Δάμωνας, Πεισίστρατος, Απελλής και Ευδόκιμος) σπούδαζαν στη Θεσσαλονίκη τον ίδιο καιρό μ' εμάς, αποδείχτηκε ότι είχαμε κοινούς γνωστούς, ερχόντουσαν και τα κιλά αβέρτα και συνέβη αυτό που συμβαίνει πάντοτε όταν συναντιόνται παλαιοί πολεμιστές: βουτήξαμε ηδονικά στις χλιαρές αναμνήσεις της εποχής εκείνης - και να τα κόμματα, να οι συνελεύσεις, να οι ξακουστοί συνδικαλιστές, να οι περισπούδαστες φοιτήτριες της ιατρικής, που υπήρξαν αντικείμενα αδικαίωτου πόθου, να τα γλέντια στις ταβέρνες της Τούμπας και της Άνω Πόλης, οι παιδίατροι ήτανε αναρχοπασόκοι, να λοιπόν περί της τάδε σέχτας, που διεγράφη εν μέσω τρικυμίας και ταραχής, να ο τάδε, που έχουν να τον δουν από τότε και τώρα κάνει τούτο ή εκείνο…. Θυμηθήκαμε τις μονομαχίες, στη Νομική, του Μαρδόνιου (νυν, υπουργός) με τον Κριτία (νυν, βουλευτής του Συνασπισμού). Ξεκινούσαν οι δυο τους το πηγαδάκι και μαζευόντουσαν ολόγυρα δεκάδες αργόσχολοι, λες και μοίραζαν φασολάδα! Με μια έννοια, βέβαια, ιδεολογική φασολάδα μοίραζαν, σκέτο όσπριο… Θυμηθήκαμε και άλλους, σήμερα άκρως επιτυχημένους δικηγόρους, πολιτικούς, επιχειρηματίες, τηλεοπτικά αστέρια της «δημοσιογραφίας» (ο Αισχύλος, ο Θεοδόσιος, η Φοίβη…) με τα τζιν τους, τα μούσια τους, την πιτυρίδα και την ουλίτιδά τους, την επαρχιώτικη προφορά και αύρα… Σήμερα τους βλέπεις, λες και προέρχονται από τζάκια αιώνων, τρομάρα τους… Πότε θα γίνει κάτι, να ξαναγυρίσουνε, όλοι αυτοί, στη λασπουριά; Καλύτερα όχι… Πως το λέει ο Ηράκλειτος; ‘Καλύτερα Εφέσιοι να μην φτωχύνετε, για να εξακολουθήσει να φαίνεται η κακία σας’… Άλλωστε, συνειδητοποίησα ότι κι εγώ θεωρούμαι, πλέον, "επιτυχημένος"; Μεταξύ μας: πάμε πολύ καλά, εκτός από εμάς τους αρχικούς συνεταίρους, οχτώ δικηγόροι δουλεύουν στο γραφείο μας, με μισθό… να τους κλαις, συν έξι ασκούμενοι (οι τέσσερις, κοπελιές) -έχω ήδη γίνει κατεστημένο ή θα μου συμβεί αργότερα, τι λες γιατρέ μου;

Η πεντάδα μας πέρασε καλά και ήταν η πρώτη φορά εδώ και χρόνια που συζητούσα άνετα με παρέα γιατρών (ξέρεις πως σας φοβάμαι - θα μου πεις, τους παιδίατρους; Ακόμα χειρότερα, διότι έχω πολλαπλασιάσει τις φοβίες μου, τώρα ανησυχώ για τα μικρά μου βλαστάρια, ότι μπορεί να τους συμβούν οι πλέον απίθανες αρρώστιες… Η Αγαύη μου επισημαίνει πως μόνο εγώ χρειάζομαι γιατρό, ψυχίατρο) Προέκυψε ότι δυο παιδίατροι είχαν δαρθεί, στα νιάτα τους, με τον Διομήδη, σε κάποια ατυχή διένεξη μεταξύ των δημοκρατικών δυνάμεων ΚΝΕ και ΠΑΣΟΚ (μπρρ…), τον ήξεραν καλά. Φυσικά όλοι σε γνώριζαν, και μεγάλο μέρος της συζήτησης αφορούσε το άτομό σου, ειδικά την πολυσχιδή ανθρωπιστική και επιστημονική δράση σου στην Αφρική και αλλαχού… Σου έκανα μεγάλη διαφήμιση, περήφανος για τον ένδοξο φίλο μου, αλλά και οι παιδίατροι έδειξαν να σ' έχουν σε εκτίμηση. Τέλος πάντων, να δω τι θα κάνεις, ορέ Κίμωνα, με τα διδακτορικά και τις εργασίες και τα μεταπτυχιακά και τις αποστολές, όταν θα πάψει να σου σηκώνεται… Τότε να σε δω!

Περί τις δυόμισι πήρα την ξεθεωμένη Αγαύη και αποχωρήσαμε ησύχως για το ξενοδοχείο μας. Οι άλλοι ωστόσο συνέχισαν την επιμόρφωσή τους (οι γυναίκες τους είχαν παραμείνει στην Αθήνα) στα στριπτηζάδικα της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, και το διέλυσαν γύρω στις έξι το πρωί. Με ξύπνησε το κινητό, γύρω στις δέκα. Ήταν η Σαπφώ, μου είπε κλαίγοντας πως ο Διομήδης σκοτώθηκε σε τροχαίο, το μεσημέρι της Παρασκευής. Άρα, το βράδυ της ίδιας μέρας που εμείς πίναμε και μιλούσαμε γι’ αυτόν και τα ποικίλα κατορθώματά του, ο Διομήδης ήταν, ήδη, αλλού.

Σκέφτομαι, ρε φίλε, εκεί που βαδίζω, χραπ, ένα τούβλο στο δόξα πατρί από ψηλά, ένα ζοχαδιασμένο αμάξι με μεθυσμένο κάφρο στο τιμόνι, έστω μια ύπουλη προδοσία της καρδιάς. Ξάπλα χάμω και τέρμα. Λέω τώρα, οι φίλοι μου εκείνη την ώρα στις δουλειές τους, τα γραφεία τους, στα περαδώθε τους, θα νοιώσουν κάτι στον αέρα, ένα κύμα, Καμιά διέγερση; Οι γονείς μου, τ’ αδέρφια μου εκεί που δουλεύουν ή βλέπουν τηλεόραση, θα αισθανθούν κατιτίς; Η γυναίκα μου έστω, μέσα στο θάλαμο με τα πιτσιρίκια, θα σταματήσει την επίσκεψη, γιατί έτσι, κάτι την τσίμπησε αριστερά; Μπα, τίποτα. Η γη θα εξακολουθήσει να στέφεται ατάραχη περί τον άξονά της, αφήνοντας τον χρόνο να κυλά, ώσπου να μάθουν τα νέα αυτοί που πρέπει. Άλλωστε, τι το δραματικό μπορεί να έχει ο θάνατος ενός ανθρώπου, αν το δούμε σε συμπαντική κλίμακα, πόση σημασία; Καμιά! Όσο τρομερό γεγονός μπορεί να είναι σε προσωπικό επίπεδο, είναι τόσο ασήμαντο συμβάν, με οποιαδήποτε άλλη θεώρηση. Τα πρόβλημά μας ωστόσο είναι ότι είμαστε και εγώ και συ και όλοι, προσκολλημένοι στα πρόσωπα που αγαπήσαμε και γι’ αυτό ο θάνατος μας φαίνεται αχώνευτος. Ο μόνος που δεν έχει κανένα πρόβλημα με τον θάνατο είναι ο Θεός. Αυτουνού ίσως να του τη σπάει η αθανασία… Ας μην το πάω παραπέρα αυτή τη στιγμή. Αργότερα ίσως μπορέσω να σου μεταφέρω κάποια ψήγματα απ΄ όσα ειπώθηκαν από τους ανθρώπους που αντίκρισαν το φίλο τους, τον αδελφό τους…

Άνοιξε το συνημμένο!

* * *

Ιερόν Κελίον Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης
Εις Άγιον Όρος

Εντιμώτατον
Κύριον Θεύδην
Νομικόν
Εις Αθήνας
Ιουνίου στ', σωτηρείω έτει ,ββ'

Αγαπητέ Αδελφέ εν Κυρίω.

Μετά θλίψεως πολλής και σπαραγμού καρδίας βαθυτάτου, επληροφορήθημεν, δια του Υμετέρου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της παρελθούσης Παρασκευής, τον αδόκητον και όλως αιφνίδιον θάνατον του πεφιλημένου Υμίν και ημίν Διομήδους.

«Ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου, και τα οστά μου ωσεί φρυγίον ανεφρύγησαν» λέγει ο Δαυίδ (ψαλμός ρα'). Πλην, ο Υμνωδός αναφωνεί «κατέλυσες τω σταυρώ σου τον θάνατον» (Παρακλητική, Κυριακή, Απολυτίκιον. Ήχος βαρύς). Εις ημάς απομένουν θερμαί προσευχαί προς τον Κύριον, όπως δεχθεί αυτόν εν τοις κόλποις Αυτού.

Αγαπητέ Αδελφέ

Αφήνω εδώ τα αρχαιοπρεπή ελληνικά και το πολυτονικό, γιατί με δυσκολεύουν αφάνταστα, με καθυστερούν στην πληκτρολόγηση και μου δημιουργούν άγχος, για την πιθανή διάπραξη βαρβαρισμών και σολοικισμών. Δεν είναι πολλά χρόνια που προσπαθώ να τα μάθω, με μέτρια αποτελέσματα, - άλλωστε σπούδασα και εργάστηκα ως μαθηματικός, όπως και ο Διομήδης. Τα μαθηματικά ήταν η αφορμή της γνωριμίας μας, αφού συναντηθήκαμε, για πρώτη φορά, σ΄ ένα συνέδριο της Μαθηματικής Εταιρείας, στην Αθήνα, προ έτους. Ευθύς αμέσως δημιουργήθηκε μια φιλική συμπάθεια μεταξύ μας. Ο Διομήδης με επισκέφθηκε δυο φορές στο Κελλί, συναντηθήκαμε και μια φορά ακόμη, στην Αλεξανδρούπολη, πάλι σε μαθηματικό συνέδριο. Στο μεταξύ, επικοινωνούσαμε τακτικά, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

Σωστά αναφέρετε στην επιστολή σας ότι ο φίλος μας βρισκόταν σε δύσκολη, μεταβατική περίοδο. Προβληματίστηκα, ωστόσο, κατά πόσο θα έπρεπε να ανταποκριθώ στο αίτημά σας, να σας γράψω σχετικά με τους προβληματισμούς που ανέπτυσσε, δεδομένου ότι κάποια πράγματα μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσονται στο μυστήριον της Εξομολογήσεως. Ωστόσο, απ΄ όσα εσείς μου γράφετε, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ξέρατε τον Διομήδη πολύ καλύτερα από μένα. Θα σας αφηγηθώ, λοιπόν, εν είδει μνημοσύνου, όσα στοιχεία από τις συζητήσεις μας μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου, συζητήσεις που έγιναν στον Άγιον Όρος το Πάσχα που μας πέρασε. Πρώτα όμως σας παραθέτω με copy paste το πιο χαρακτηριστικό από τα μέηλ που μου είχε στείλει – πριν μερικούς μήνες.

*

Πάτερ Ιουστίνε, ευλογείτε! Ξέρω ότι αυτήν την ώρα είσαστε στον όρθρο, είναι ήδη τέσσερις και κάτι, αλλά μόλις τώρα μπόρεσα ν’ ανοίξω τον υπολογιστή, σας έχω πει για το νέο φροντιστήριο που ετοιμάζω, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι δουλειά και πόσες προετοιμασίες χρειάζονται…

Στο σπίτι γύρισα μετά τις 3, η Φαίδρα φυσικά κοιμόταν, τα παιδιά το ίδιο, τις τελευταίες εβδομάδες τους βλέπω φευγαλέα, για λίγα λεπτά, πρέπει να συμπέσουν οι ώρες για να συναντηθούμε, τα παιδιά να φεύγουν ή να έρχονται από το σχολείο, τα μπαλέτα, τα ιδιαίτερα, εγώ κάθε βράδυ τελειώνω αργά από το φροντιστήριο, σχεδόν στις δώδεκα, φτάνω στο σπίτι περίπου μία η ώρα, η Φαίδρα ξυπνάει στις έξι για να φύγει για τη δουλειά της, εγώ δεν αντέχω συνήθως μετά τις πέντε, με βρίσκει κοιμισμένο στον καναπέ, τα φώτα, μικρά και μεγάλα, ανοιχτά, η τηλεόραση, το κομπιούτερ, το στερεοφωνικό, όλα σε λειτουργία, το κινητό το ίδιο, την βλέπω μέσα στον ύπνο μου να με σκεπάζει με μια κουβέρτα και μετά να κλείνει μία μία τις συσκευές και στο τέλος τα φώτα, να έρχεται πάλι σε μένα, να με φιλάει στο μέτωπο ή στο μάγουλο και να φεύγει προς την κουζίνα, να ετοιμάσει τον καφέ της.

Εκείνες τις στιγμές θέλω να απλώσω τα χέρια, να την αγκαλιάσω, να της πω λόγια τρυφερά, να της κάνω έρωτα - με συγχωρείτε κιόλας, αλλά εσείς μου τονίσατε ότι μπορώ να σας μιλάω τελείως ελεύθερα, όπως νοιώθω, πράγματι αυτό κάνω και είναι κάτι που μου συμβαίνει για πρώτη φορά - αλλά δεν μπορώ, οι δυνάμεις μου έχουν πια εξαντληθεί, πρέπει να κοιμηθώ τουλάχιστον ως τις εφτά, τότε έρχεται η κόρη μου και με ξυπνάει, θέλει να μου μιλήσει, να με φιλήσει, να με ζήσει λίγο, κι εγώ, όσο κουρασμένος κι αν είμαι, σηκώνομαι και ως τις εφτάμιση που περνάει το σχολικό και τους παίρνει, κάθομαι μαζί τους για πρωινό, προσπαθώ νυσταγμένος να ξεφύγω λίγο από το μονοπώλιο της κόρης και ν’ ασχοληθώ και με τον μικρό, τέλος τα παιδιά φεύγουν και μένω μόνος στο σπίτι, με την οικιακή βοηθό μας, μια γιατρίνα, παιδίατρο παρακαλώ, από την Ουκρανία, αν μπορείτε να το διανοηθείτε…

Ξαναδιάβασα την προηγούμενη παράγραφο και σας φαντάζομαι να χαμογελάτε συγκαταβατικά με την αθωότητα του ύφους μου, σας έχω εξομολογηθεί άλλωστε ότι πλέον η Φαίδρα δεν με τραβάει ερωτικά, εντάξει, το αναγνωρίζω αυτό, ό,τι έγραψα «εγράφη εν τη ρύμη του λόγου», στ΄ αλήθεια έχω να συνευρεθώ ερωτικά με τη Φαίδρα από τις διακοπές, δηλαδή τέλη Ιουλίου, ακριβώς όταν επέστρεψα από το Άγιον Όρος στην Αθήνα, πάνε δηλαδή σχεδόν τέσσερις μήνες. Σίγουρα είναι μεγάλο διάστημα αυτό, σκεφθείτε όμως ότι βρισκόμαστε μονάχα τις Κυριακές κι αυτές όχι πάντα και σίγουρα όχι ολόκληρες, γιατί κάθε φορά υπάρχουν δεκάδες εκκρεμότητες να τακτοποιηθούν, εκδρομές (με τα παιδιά) να γίνουν, περνάμε τη μέρα στο αυτοκίνητο και γυρίζουμε κουρασμένοι, τα παιδιά αρνούνται να κοιμηθούν στην ώρα τους και το βράδυ της Κυριακής είναι το μόνο βράδυ της εβδομάδας που κοιμάμαι οχτώ ολόκληρες ώρες, από τις έντεκα ως τις επτά και μάλιστα στο κρεβάτι μου και όχι στον καναπέ του γραφείου, αλλά παρ΄ όλα αυτά δεν συνέβη τίποτα τις τελευταίες Κυριακές.

Εντάξει, εντάξει, ως εδώ, ήμαρτον, το πρόβλημα δεν είναι ο χρόνος και η κούραση, γιατί βρίσκω χρόνο και δυνάμεις για τα στριπτηζάδικα (σας είχα περιγράψει μέσες άκρες περί τίνος πρόκειται) και για τις επί χρήμασι εκδιδόμενες, αλλά είναι θέμα λίμπιντο, ορμής, η Φαίδρα είναι 36 χρονών, εργαζόμενη μητέρα και νοικοκυρά, κι εγώ θέλω κάτι νέο, δυνατό, πρόστυχο, χωρίς αναστολές, για να με συγκινήσει, δηλαδή να με διεγείρει, όχι να με συγκινήσει, συγκίνηση στον έρωτα έχω να νοιώσω από τον καιρό της Ισμήνης, όταν ήμουν φοιτητής, σχεδόν είκοσι χρόνια τώρα, για να με διεγείρει λοιπόν.

Ναι, είμαι μοιχός και ψεύτης και απατεώνας (ως προς την Φαίδρα), μοιχός γιατί την απατάω, ψεύτης γιατί το αρνούμαι κατηγορηματικά και απατεώνας γιατί απαιτώ πίστη από την πλευρά της και δείχνω ότι ζηλεύω πολύ, αλλά μεταξύ μας αυτό το κάνω από κεκτημένη ταχύτητα, από συνήθεια, από παράδοση, γιατί υπάρχει και η έννοια της παράδοσης στις σχέσεις των συζύγων, συνήθως συνώνυμο της υποκρισίας, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, είναι πολύ ωραία όταν μετανοώ στο κιόσκι του αγίου Κωνσταντίνου, αγναντεύοντας το Θρακικό πέλαγος από ψηλά, συζητώντας μαζί σας για τον δρόμο του Θεού, όμως είναι εντελώς διαφορετικά στην πραγματική πραγματικότητα, όταν έρχομαι στο Χαλάνδρι και βυθίζομαι στην πώρωση της καθημερινότητας, όχι δρόμο Θεού δεν βλέπω, αλλά δεν βλέπω τίποτα, νοιώθω μονάχα, νοιώθω τυφλός, σαν παγιδευμένο αγρίμι, λειτουργώ σαν αγρίμι, με τις αισθήσεις τις πρωτόγονες, τις βίαιες, τις αμαρτωλές, και αποκορύφωμα της αμαρτίας αυτής είναι η ενδόμυχη βεβαιότητα ότι πράττω απολύτως σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, όπως την έκανε ο Θεός.

Άνθρωπος και υποκρισία είναι ταυτόσημες έννοιες, άλλα λέμε, άλλα εννοούμε, άλλα κάνουμε, όσο μπορώ να φέρω τώρα στο μυαλό μου τη ζωή μου, μια ζωή υποκρισία, ο πατέρας μου μιλούσε για οικογένεια και αξίες και τον βρήκε εγκεφαλικό στο μπουρδέλο, η μάννα μου ισχυριζόταν πως ήταν χριστιανή και λειτουργούσε στην Πάτρα άτυπο ενεχυροδανειστήριο με τοκογλυφικούς όρους, στο κόμμα δε, άσε πια στο κόμμα, η υποκρισία μας εις την νιοστήν, ακόμα κι όταν το βλέπαμε το ψέμα ολοζώντανο, να σπαρταράει, είχαμε ομολογία τραγικά υποκριτική, αλλά δεν θέλω να το πάω τόσο μακριά, μου φτάνει η δική μου υποκρισία ως προς τη Φαίδρα.

Βλέπετε, λοιπόν, στην προσωπική μου ζωή, τα έχω κάνει μούσκεμα. Δε φταίει κανένας, εγώ φταίω. Παντρεύτηκα τη Φαίδρα χωρίς αίσθημα, υπολογίζοντας πολύ στην οικονομική επιφάνεια του πατέρα της. Στη συνέχεια, επειδή είχα άγχος γι’ αυτό, προσπάθησα να πολλαπλασιάσω το χρήμα, με σκληρή προσωπική δουλειά, πράγμα που το έκανα και με το παραπάνω, μόνο που στη διαδικασία αυτή, διαπιστώνω τώρα, κάπου έχασα τη μπάλα. Έλεγα πως δουλεύω για την οικογένειά μου, αλλά τι είναι καλύτερο για τα παιδιά, να έχουν έναν πλούσιο πατέρα, που δεν βλέπουν ή έναν πατέρα δίπλα τους; Μέχρι να διατυπώσω μέσα μου αυτήν την ερώτηση, ήρθαν άλλες φουρτούνες, όλα τα λεφτά μου και τα λεφτά της Φαίδρας, του πεθερού μου, του κουνιάδου μου και κάτι λίγα της αδερφής μου τα διαχειριζόμουν εγώ, παίζοντας στο Χρηματιστήριο. Λοιπόν, καταστροφή… Χάθηκαν από πενήντα έως και ενενήντα πέντε τοις εκατό του αρχικά επενδυθέντος κεφαλαίου, με ανύπαρκτες πιθανότητες ανάκαμψης… Έχω τον δικό μου πόνο, γιατί τα περισσότερα ήταν δικά μου, έχω και τύψεις, που έπεισα, με προσπάθεια, τους άλλους να με εμπιστευθούν και να μπουν στο Χρηματιστήριο… Δράμα! Μέχρι η Φαίδρα με κατηγόρησε ευθέως για επιπολαιότητα, φανταστείτε οι υπόλοιποι… Η σκυλίσια δουλειά που πριν ήταν επιλογή τώρα είναι αναπόφευκτη ανάγκη: Αν δεν το κάνω, σταθερά και επίμονα, κινδυνεύω να χάσω το επίπεδο ζωής που έχω, δηλαδή σπίτια (χρωστάω), αυτοκίνητα (χρωστάω) και προσφορές στα παιδιά: ακριβό σχολείο, μπαλέτα, δασκάλες για ιδιαίτερα, αθλητισμός, πολυτελείς διακοπές και λοιπές «ανέσεις».

Δεν ξέρω αν όλα αυτά σας περιγράφουν την προσωπική μου αλλοτρίωση, εμένα μου λένε ότι έζησα λάθος. Στα δεκαοχτώ, στα εικοσιπέντε, στα τριανταπέντε, τώρα ακόμα, είχα βάλει λάθος στόχους και τους κυνηγούσα, κάθε φορά, χωρίς ανάσα, αλλά να που σήμερα διαπιστώνω πως κάθε φορά έτρεχα σε λάθος αγώνισμα, σε λάθος στίβο… Κι αν τώρα στα σαράντα πάρω μια γενναία απόφαση να αλλάξω πάλι τους στόχους μου, ποιος μου λέει ότι σε λίγα χρόνια δεν θα βρεθώ αντιμέτωπος με μια καινούρια χρεοκοπία;

Ομολογώ ότι όλο και συχνότερα με επισκέπτεται η ιδέα της φυγής. Να φύγω… Όχι από τη ζωή, όπως η Ισμήνη, δεν είμαι έτοιμος για κάτι τέτοιο, αντιθέτως, και η σκέψη μονάχα του θανάτου με παγώνει. Αλλά, θέλω να φύγω. Από τον τρόπο ζωής μου, από τη δουλειά, από τη γυναίκα μου, από το παρελθόν μου, ακόμα και από τα παιδιά μου, δηλαδή από τις ευθύνες, που έχω αναλάβει απέναντί τους. Αλλά, τότε συνειδητοποιώ πως είναι πια αργά, το παιγνίδι, για μένα, έχει πλέον οριστικά κριθεί. Γι’ αυτό είμαι ανήσυχος, δηλαδή τι ανήσυχος, τρελαμένος… Δεν με αναπαύει, όπως λέτε κι εσείς, τίποτα. Αρκετά σας κούρασα, σταματώ εδώ. Σας φιλώ το χέρι - Διομήδης.

*

Ο Διομήδης έμεινε μαζί μας από την Μ. Πέμπτη έως και την Δευτέρα του Πάσχα. Κάθε βράδυ μας ακολουθούσε στην Ιερά Μονή των Ιβήρων, όπου υπαγόμεθα, και παρακολουθούσε την αγρυπνία, τον όρθρο, την Ανάσταση κλπ. Κατόπιν επιστρέφαμε στο Κελί, με εξαίρεση την παραμονή μας στην εορταστική τράπεζα της Αναστάσεως. Τέτοιες μέρες, συνήθως έχουμε στο Κελί αρκετούς επισκέπτες. Φέτος υπήρχαν μόνο δυο εξάδελφοι του υποτακτικού μου Ισαάκ, οι οποίοι άλλωστε ελάχιστα παρέμειναν, καθότι ήθελαν να επισκεφθούν και να προσκυνήσουν σε διάφορες Ιερές Μονές. Έτσι είχαμε χρόνο και ησυχία, για συζήτηση με τον Διομήδη. Όσα θα σας γράψω εν συνεχεία, μην θεωρήσετε ότι αφορούν μια συζήτηση άπαξ γενομένη ή ότι είναι ακριβής μεταφορά των λεχθέντων. Αποτελούν, μάλλον, σύνοψη όσων συζητήσαμε και συμπερασματική καταγραφή. Η συσχέτιση των συνθηκών του εξωτερικού περιβάλλοντος με τα λεχθέντα είναι εν πολλοίς αυθαίρετη - για την οικονομίαν της αφηγήσεως.

*

«Υπάρχει Θεός;»

Ο Διομήδης διατύπωσε αιφνιδιαστικά την ερώτηση και έμεινε σιωπηλός να παρατηρεί τις αντιδράσεις μου καθώς είχα όντως αιφνιδιασθεί. Η έκφρασή του είχε τόση ένταση που ταράχτηκα. Άνοιξα τα χείλη αλλά το μετάνιωσα και δεν είπα λέξη. Σηκώθηκα νευρικά και βγήκα στην άκρη του μπαλκονιού. Έσφιξα το ξύλινο παραπέτο με τα δυο μου χέρια, έσκυψα το κεφάλι, το ανασήκωσα πάλι προς το θεσπέσιο ηλιοβασίλεμα και τότε μίλησα, σχεδόν ψιθυριστά.

«Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών Αυτού αναγγέλλει το στερέωμα… Τι να σου πω εγώ, αδελφέ μου, ένας καλόγερος και ιερέας; Αν Τον βλέπεις, υπάρχει. Αν δεν Τον βλέπεις, πάλι υπάρχει. Αν Τον αναζητάς, θα σε βρει Αυτός, αν δεν τον αναζητάς, πάλι θα σε οδηγήσει κοντά Του, αρκεί να…»

Σταμάτησα απότομα. Έστρεψα προς τον ασάλευτο Διομήδη και χαμογέλασα. Είχα ειρηνεύσει. Τώρα μίλησα ήρεμα, γαλήνια.

«Υπάρχει ο ήλιος, ο αέρας, η ζωή; Υπάρχει η αγάπη; Υπάρχουν τα κτίσματα ορατά και αόρατα… Είναι αφελές, να με συμπαθάς αδελφέ, να αναρωτιέσαι αν υπάρχει Θεός… Η σωστή ερώτηση θα ήταν πώς μπορούμε να είμαστε σε κοινωνία με τον Θεό…»

Τώρα χαμογέλασε ο Διομήδης, σηκώθηκε και αυτός και ήρθε δίπλα μου. Η έντασή του είχε υποχωρήσει.

«Δεν νομίζω, πατέρα Ιουστίνε… Η ερώτησή σας οδηγεί υποχρεωτικά σε μια συγκεκριμένη, λογική, απάντηση, αλλά η ίδια η ερώτηση είναι λάθος, μάλλον είναι πρωθύστερη. Πρώτα θα πρέπει να απαντήσουμε αν υπάρχει θεός, όχι με την παραδοχή ότι πρέπει να υπάρχει, για να σωθεί ο άνθρωπος, αλλά αν υπάρχει αυτός καθ΄ εαυτός, ανεξάρτητα από τις υπαρξιακές ανάγκες και αγωνίες του ανθρώπου… Δεν ρωτάω αν υπάρχει ο θεός ως δημιουργός του κόσμου, αυτό το ερώτημα είναι όντως αφελές, διότι, όπως και να απαντηθεί, θα οδηγήσει σε μια αυθαίρετη, αποφατική, παραδοχή. Ουσιαστικά σας ρωτάω αν υπάρχει ο θεός, όπως τον αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος, δηλαδή ένας θεός ανθρωποκεντρικός, περιγραφόμενος κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να απαντά, ερήμην του φυσικά, θετικά στα ερωτήματα που θέτει ο άνθρωπος: Στον φόβο του θανάτου απαντά με την χάρη της αιώνιας ζωής. Στην απειροελάχιστη σημασία της παρουσίας του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν, απαντά με την αναγόρευση του ανθρώπου ως κορωνίδα της δημιουργίας. Στο άγχος του ανθρώπου για την άγνοιά του ως προς αυτόν, δηλαδή για τη σχέση του με το θείον, απαντά με την ενσάρκωση και την θυσία του, χάριν της σωτηρίας του ανθρώπου… Ένας θεός που κάνει τα πάντα για τον άνθρωπο ή ένας θεός που τον φαντάζεται ο άνθρωπος ως παραμυθία της αδυναμίας του; Σας ερωτώ λοιπόν, εάν αυτός ο θεός όντως υπάρχει, όχι τόσο για να μου απαντήσετε εσείς, όσο για να ακούσω την ερώτησή μου εγώ ο ίδιος… Το μυαλό μου, κατά περίεργο τρόπο, λειτουργεί καλύτερα στα πλαίσια μιας συζήτησης… Ωστόσο με ενδιαφέρει πάρα πολύ η γνώμη σας, αλλά όχι σε επίπεδο λογικών επιχειρημάτων, θα ήθελα να μου μιλήσετε για την προσωπική σας σχέση με τον θεό, για την κοινωνία σας μαζί του… αν θέλετε, φυσικά…»

Ο Διομήδης χαμογέλασε λες και μιλούσε τόση ώρα για κάποιο ανάλαφρο θέμα και, βλέποντάς τον, κόντεψα να βάλω τα γέλια. Επιστρέψαμε στο ξύλινο τραπέζι, φώναξα τον υποτακτικό μου, τον Ισαάκ, και τον πρόσταξα να ετοιμάσει δυο τσιπουράκια. Όταν ο Ισαάκ πέρασε πάλι στα ενδότερα, η συζήτηση συνεχίστηκε σε σχεδόν εύθυμο τόνο.

«Βρε ευλογημένε, τα πήρες πολύ ανάποδα τα πράγματα… Αν εσύ, όπως μου λες, αμφιβάλλεις για τον Θεό, τον Χριστό μας δηλαδή, τότε γιατί να αγωνιάς; Αν δεν υπάρχει κοινωνία Θεού και σωτηρία, ποιο λόγο έχεις να σεκλετίζεσαι;»

«Μα θα ήθελα πολύ να πιστεύω, να μπορώ να πιστέψω, εξ όλης της ψυχής και όλης της διανοίας… Θα ήμουν ευτυχής να εξομολογηθώ ειλικρινά τις αμαρτίες μου, να λάβω άφεση και να κοινωνήσω σώμα και αίμα Κυρίου… Αντιλαμβάνομαι την απιστία μου ως μεγάλη προσωπική μου ατυχία, αλλά ομολογώ πως η λογική προσέγγιση του ζητήματος με απομακρύνει εντελώς… Γι’ αυτό σας ρωτάω για την προσωπική σας εμπειρία, μέσω της πίστεως»

«Διομήδη, τα θέλεις όλα δικά σου… Πώς να σου μιλήσω για τις εμπειρίες της πίστεως, όταν εσύ δεν γνωρίζεις τι είναι πίστη;»

«Με συγχωρείτε, πάτερ Ιουστίνε, αλλά πρέπει να σας πω ότι έχω πιστέψει, ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει πίστη…» είπε ο Διομήδης, σε πολύ σοβαρό τόνο.

Τον ατένισα με ανανεωμένο ενδιαφέρον. Εκείνη την ώρα ο Ισαάκ βγήκε στο λιακωτό, κουβαλώντας ένα μεγάλο δίσκο με το τσίπουρο και τα συνοδευτικά του, τον άφησε και αποχώρησε όταν του έγνεψα επιδοκιμαστικά ότι όλα ήταν καθώς έπρεπε. Ο Διομήδης πήρε το ποτηράκι του πήγε να κάνει το σταυρό του, το χέρι του έμεινε μετέωρο για ένα δευτερόλεπτο, τελικά σταυροκοπήθηκε και άρχισε να μιλάει.

«Η πίστη μου, πάτερ Ιουστίνε, δεν αφορούσε τον Θεό, αφορούσε δυο καθαρά ανθρώπινες υποθέσεις, πρώτον την επανάσταση και το κομμουνιστικό μέλλον του ανθρώπου και, δεύτερον, τον έρωτα μιας γυναίκας. Βλέπω ότι δεν χαμογελάτε ειρωνικά, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος, γι’ αυτό παίρνω κουράγιο και συνεχίζω… Χρονικά πρώτα μου συνέβη να πιστέψω στην επανάσταση. Δεν ξέρω τι γνώμη είχατε για τη χούντα και πόσο παρακολουθήσατε τα γεγονότα… Έναν Ιππόλυτο, μήπως τον γνωρίζετε;»

Χαμογέλασα και έγνεψα καταφατικά.

«Είμαστε μαζί στο Πολυτεχνείο το 1973,τον θυμάμαι πολύ καλά, ήταν από τους πλέον δραστήριους…»

«Αυτό δεν το περίμενα, τελικά ο κόσμος είναι πολύ μικρός… Λοιπόν, ο Ιππόλυτος είναι πρώτος μου εξάδελφος, οι μανάδες μας είναι αδελφές… Μετά την μεταπολίτευση, τον Αύγουστο του 74 ήρθε στο χωριό μας, σωματικά ταλαιπωρημένος, για να αναρρώσει κοντά στους δικούς του. Αλλά όσο κι αν υπέφερε, από τα βασανιστήρια -του έχει μείνει άλλωστε κάποια αναπηρία από τότε- τόσο ήταν πνευματικά φλογισμένος, με την κόκκινη επανάσταση… Περιττό να σας τονίσω ότι τον άκουγα με θαυμασμό, με δέος, ήμουν τότε μόλις δεκατεσσάρων ετών, ο ξάδελφος έγινε το πρότυπό μου και η επανάσταση το όραμά μου… Από εκείνον τον πολιτικό χώρο πέρασαν έκτοτε δεκάδες χιλιάδες νέοι, άλλο αν δεν έμεινε σχεδόν κανένας στο τέλος… Ε, λοιπόν, εγώ υπήρξα ένας από τους πλέον ένθερμους. Πίστεψα ακράδαντα στο λαμπρό μέλλον της κομμουνιστικής επανάστασης, στον παγκόσμιο θρίαμβο του μαρξισμού, αλλά και στο δικό μας, ελληνικό κόκκινο μέλλον.

»Κατ΄ ακολουθίαν, πίστεψα ακράδαντα και απόλυτα στο Κόμμα, ως επαναστατική πρωτοπορία του λαού και στο πολιτικό - ιδεολογικό αλάθητο του Κόμματος, δηλαδή της καθοδήγησης του κόμματος. Πίστεψα χωρίς καμία επιφύλαξη ότι ο σοσιαλισμός οικοδομείται στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Πίστεψα στην δικτατορία του προλεταριάτου, στην ανάγκη να συντριβούν οι προδότες της επανάστασης, δηλαδή οι άλλες τάσεις της αριστεράς, δέχτηκα την άποψη του Κόμματος για τον τρόπο που θα γινόταν η μετάβαση στο σοσιαλισμό στη χώρα μας -εκεί να δείτε φαντασιοπληξίες- πίστεψα στον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, στον κεντρικό, κρατικό σχεδιασμό της οικονομίας, στον μηδενισμό της ιδιωτικής πρωτοβουλίας… Πίστεψα ότι οι Σοβιετικοί εφαρμόζουν διεθνώς την επαναστατική διεθνιστική αλληλεγγύη και δικαιολόγησα για λογαριασμό τους, δημοσίως και με φανατισμό, τα γεγονότα του Αφγανιστάν και της Πολωνίας… Φυσικά, η ένθερμη πίστη μου είχε αποφασιστική επίδραση στη ζωή μου… Από μικρός, μέχρι σχεδόν τα είκοσι δύο δούλεψα σκυλίσια για την επανάσταση: Οργάνωση, προπαγάνδα, στρατολογίες, εκλογική δουλειά, πορείες, διαδηλώσεις, δεν υπήρχε Κυριακή και σχόλη, εξάλλου την Κυριακή είχαμε το μοίρασμα της εφημερίδας, καληώρα όπως οι πιστοί χριστιανοί την κυριακάτικη λειτουργία… Ευτυχώς δεν περίμενα την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού για να συνέλθω, αυτό μου συνέβη αρκετά χρόνια νωρίτερα, αλλά τι τα θέλεις, ήταν η διάψευση της πίστης που έδινε νόημα και σκοπό στη ζωή μου…»

Τον άκουγα σιωπηλός. Καθώς ο Διομήδης σιώπησε για λίγο, γέμισα πάλι τα ποτηράκια με το τσίπουρο που μου στέλνει ευλογία ο παπα- Ευθύμιος από την Αγία Άννα. Του έγνεψα να συνεχίσει.

«Η πίστη, λοιπόν, ήταν κάτι σύμφυτο με τον χαρακτήρα μου, με το είναι μου… Παράλληλα λοιπόν με την επανάσταση, πίστεψα και τον έρωτα, όταν γνώρισα αυτήν που νόμισα πως θα ήταν η γυναίκα της ζωής μου… Όταν γνώρισα την Ισμήνη, βρισκόμουν στο ζενίθ της επαναστατικής μου πίστης και της κομματικής μου δραστηριότητας. Ήταν μια κοπέλα όμορφη, δροσερή, φοιτήτρια της Φιλοσοφικής. Έζησα ένα διάστημα απόλυτης ευτυχίας, με την έννοια ότι είχα ό,τι επιθυμούσα, δηλαδή την επανάσταση και τον έρωτα, ταυτόχρονα… Ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής μου, αλλά δεν κράτησε πολύ: Κάποια στιγμή η Ισμήνη, χωρίς λόγο, χωρίς προειδοποίηση, με άφησε… Τα έφτιαξε, μάλιστα με κάποιον άλλον, ενώ εγώ απουσίαζα για λίγες μέρες, σ΄ ένα κομματικό συνέδριο. Δεν περιγράφονται η απογοήτευση, η πίκρα, ο θυμός, η απελπισία, το μίσος που ένοιωθα να με κατακλύζουν… Προσπάθησα να καταλάβω γιατί, κυρίως όμως προσπάθησα να την ξανακερδίσω, χωρίς αποτέλεσμα. Χτυπήθηκα, έδωσα, πήρα - τίποτα. Λίγο αργότερα άρχισαν τα ερωτηματικά σχετικά με το Κόμμα και, για να μην πολυλογώ, οι δυο πυλώνες της πίστη μου βρέθηκαν καταγής, γκρεμισμένοι και κάτω από τα ερείπια το ως τότε στέρεο Εγώ μου, ο νεαρός Διομήδης… Από τότε δεν συνήλθα ποτέ. Όλες μου οι επιλογές, έκτοτε, ήταν αμυντικές, φυλαγόμουν. Δεν πίστεψα κανέναν, δεν ερωτεύτηκα ξανά, προσπαθούσα να επιβιώσω βασιζόμενος στις δικές μου δυνάμεις. Η μόνη αξία που διατηρήθηκε ήταν η φιλία με δυο - τρεις ανθρώπους, ευτυχώς, γιατί χωρίς αυτήν θα είχα γίνει μισάνθρωπος… Μη μου λέτε, λοιπόν, ότι δεν γνωρίζω τι είναι πίστη, σας διαβεβαιώ ότι γνωρίζω πολύ καλά…»

Προσπάθησα να δώσω μιαν άλλη διάσταση στον προβληματισμό του.

«Ειλικρινά σε καταλαβαίνω, αλλά και οι δυο μεγάλες απογοητεύσεις σου έχουν να κάνουν με έργα και σκέψεις και βούληση ανθρώπων. Εγώ σου μιλώ για Κάποιον, ο οποίος είναι τέλειος, αψευδής, αναμάρτητος, ακλόνητος, αγαθός, φιλάνθρωπος… Σου μιλώ για τον Χριστό! Άνοιξε σ΄ Αυτόν την καρδιά σου και Αυτός δεν θα σε προδώσει ποτέ»

Ήταν φανερό ότι ο Διομήδης ήθελε, αλλά κάτι εξακολουθούσε να τον εμποδίζει. Χωρίς να τον ρωτήσω, μου ανέφερε τις λογικές του επιφυλάξεις.

«Έχω δυο φίλους, τον Κριτία και τον Κίμωνα. Ο Κίμωνας είναι γιατρός και ο Κριτίας ο γνωστός βουλευτής. Έτυχε να παρακολουθήσω κάμποσες φορές συζητήσεις τους για το Θεό και διάφορα παρόμοια δύσκολα θέματα. Μου άρεσε να τους ακούω σιωπηλός, αυτοί ανέπτυσσαν τα επιχειρήματά τους, κι εγώ έπινα ήσυχος το ουίσκι μου και δεν ανακατευόμουνα συζήτησης»

Ατένιζα ήρεμα τον επισκέπτη μου, ξεκουκίζοντας το μαύρο μου κομποσκοίνι. Ο Διομήδης έβαλε για τρίτη φορά τσίπουρο στο ποτήρι του, εγώ το σκέπασα με το χέρι μου, δεν ήθελα άλλο, και περίμενα να τον ακούσω.

«Λοιπόν, ο Κριτίας είχε καταλήξει στις ακόλουθες σκέψεις, τις οποίες δεν είχα κανέναν λόγο να μην δεχθώ κι εγώ: Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα εξαιτίας της δυνατότητάς του να αρθρώνει λόγο, σκέψη. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να θεωρεί τη ζωή του και να αποκτά συνείδηση της φθαρτότητας και του θανάτου του, γεγονός που συνιστά την ανθρώπινη τραγωδία. Τώρα ο άνθρωπος έχει δύο δρόμους: Ο πρώτος είναι να επιχειρήσει την κάθαρση της τραγωδίας πετυχαίνοντας την αναίρεση του θανάτου και την επίκληση της αθανασίας, δρόμος που ακολουθούν οι θρησκείες και ο χριστιανισμός. Ο άνθρωπος πιστεύει στον Θεό και σώζεται μέσω της πίστης του. Είναι περιττό να σας αναφέρω ότι ο Κριτίας απορρίπτει αυτόν τον δρόμο, θεωρώντας ότι φενακίζει τον άνθρωπο, ότι δεν είναι παρά ατομική και συλλογική, στιγμιαία και ιστορική αυταπάτη»

«Περιμένω να ακούσω ποια είναι η λύση της τραγωδίας του ανθρώπου, σύμφωνα με τον αξιότιμο κύριο βουλευτή»

«Κατ’ αυτόν, η άρση της τραγωδίας συνίσταται, πρώτον, στην αποδοχή του αναπότρεπτου, οριστικού και απόλυτου, που χαρακτηρίζει τον θάνατο, δεύτερον, στην θεώρηση της άπαξ ρεούσης ζωής, ως μοναδικής και ανεπανάληπτης αξίας. Ισχυρίζεται πως, ούτε η ψυχή είναι τμήμα κάποιας συμπαντικής Ψυχής ή Ουσίας, ούτε ο καθ΄ έκαστα λόγος είναι τμήμα του γενικού Λόγου, ούτε έχει σημασία αν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο ή ενυπάρχει εξαρχής μέσα στον κόσμο, ούτε τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σχέση του Θεού με τον Λόγο. Ισχυρίζεται ότι τα ερωτήματα αυτά έχουν απαντηθεί επαρκώς ήδη από τον Ηράκλειτο, με εξαίρεση ίσως τα περί ψυχής, και παρέλκει μεν πάσα μεταφυσική αναζήτηση, είναι, ωστόσο, εξαιρετικά δύσκολη η αποδοχή της κατά Κριτία θεώρησης, διότι προϋποθέτει επαρκή πνευματική γενναιότητα εκ μέρους του ανθρώπου, πράγμα μάλλον σπάνιο...»

Δεν είχαν ακουστεί, επί των ημερών μου τουλάχιστον, τέτοιες νεοφανείς θεωρίες, στο λιτό περιβάλλον του Κελιού και, ομολογώ, είχα εκπλαγεί με το μέγεθος της πλάνης… Ο Διομήδης αποτελείωσε το τσίπουρό του.

«Λοιπόν; Αυτές είναι οι απόψεις του Κριτία. Περιμένω το δικό σου σχόλιο επ΄ αυτών»

«Ναι… Βρίσκω τα πάντα λογικά εκτός από ένα, ότι ο άνθρωπος είναι τυχαιότητα και όχι δημιουργία με Τέλος. Αν όμως ο άνθρωπος έχει δημιουργηθεί σκόπιμα και η παρουσία του έχει κάποιο νόημα, τότε όλη η συλλογιστική του Κριτία είναι λάθος. Ως μαθηματικός δέχομαι ότι η τυχαιότητα είναι πιθανή, αλλά αυτό δεν αποκλείει καθόλου την σκόπιμη δημιουργία. Ως προς το Τέλος, όμως, δεν υπάρχει περίπτωση να απαντήσει κανείς, με οποιοδήποτε επιστημονικό κριτήριο, είναι τελικά ζήτημα διαίσθησης… Είναι η ερώτηση που έθεσα εγώ στον Κριτία και αυτός επέμεινε στην αρχική του ανάλυση, χωρίς να με πείσει, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει πειστική, μη αποφατική, απάντηση επ΄ αυτού, είτε υπέρ είτε κατά… Συνεπώς, μένω μετέωρος και ανικανοποίητος…»

Δεν θεώρησα σκόπιμο να συνεχίσω τη συζήτηση, άλλωστε έπρεπε να ετοιμασθούμε για τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Σκέφτηκα ότι, αν υπήρχε περίπτωση να φτάσει κάποια φωνή στην ψυχή του Διομήδη, αυτή θα μπορούσε να είναι μονάχα η φωνή Εκείνου που θυσιάστηκε για τον άνθρωπο - και μάλιστα αυτές τις άγιες μέρες.

*

Παρακολουθήσαμε την αγρυπνία της Μ. πέμπτης και εν συνεχεία την Αποκαθήλωση, την ακολουθία του Επιταφίου κλπ στην Ιερά Μονή των Ιβήρων. Δεν συζητήσαμε παρόμοια θέματα, ώσπου έφτασε η μεγάλη ώρα της Αναστάσεως. Πλήθος λαού στο μοναστήρι, είχαν έρθει και δυο Σλάβοι επίσκοποι με τις ακολουθίες τους, άνθρωποι που το είχαν τάμα, από το εξωτερικό και διάφορα μέρη της χώρας μας. Μετά το «δεύτε λάβετε φως», έξω στην αυλή, ανάψαμε όλοι τα κεριά και ψάλλαμε το «Χριστός ανέστη» ενώ χτυπούσαν καμπάνες και σήμαντρα… Μπήκαμε πάλι στο Καθολικό και ακολούθησε η λαμπρή Θεία Λειτουργία. Λόγω της πολυκοσμίας, είχα χάσει τον Διομήδη. Μεταλάβαμε, με τον Ισαάκ, και ενώ πήραν σειρά για μετάληψη οι λαϊκοί, να σου τον μπροστά μου. Ήταν αναστατωμένος.

«Πατέρα Ιουστίνε» είπε, όταν βρήκε την αναπνοή του «έχω την ευλογία σου να κοινωνήσω;»

Τότε χάρηκα χαρά μεγάλη και ένοιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. Τον έβλεπα να περιμένει στη σειρά και ο Άγιος Ηγούμενος να τον κοινωνεί, από τους τελευταίους. Ψιθύρισα «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες…» και δόξασα το όνομα του Κυρίου. Ειλικρινά, αγαπητέ αδελφέ, ήταν η γλυκύτερη Ανάσταση που θυμάμαι, αφ΄ ότου έγινα μοναχός, εδώ και είκοσι χρόνια!

Με την απόλυση περάσαμε στην πασχαλινή Τράπεζα, με κάθε τύπο, όπως προβλέπει το τυπικό και όπως γίνεται από καταβολής του μοναχισμού στο Όρος… Όταν επιστρέψαμε στο Κελί, ο Διομήδης βάλθηκε να αναπληρώσει τις προηγούμενες αγρυπνίες και κοιμήθηκε σχεδόν ως τη Δευτέρα το πρωί, μέρα που αναχώρησε για την Αθήνα. Στον μήνα που μεσολάβησε ανταλλάξαμε μερικά σύντομα μηνύματα, αλλά ήμουν σίγουρος πως είχε βρει τον δρόμο του οριστικά, ακόμα κι αν προσκαίρως δίσταζε ή αμφέβαλλε. Και να τώρα που μαθαίνω ότι σκοτώθηκε… Προφανώς ο Κύριος οικονόμησε για την ψυχή του, να του δοθεί η ευκαιρία της μετανοίας, λίγο πριν το τέλος. Άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου!

Ελπίζω πως δεν διαπράττω σφάλμα στέλνοντάς σας αυτήν την επιστολή που περιγράφει μια κορυφαία πνευματική αλλαγή του κοινού μας φίλου λίγο πριν αναχωρήσει… Παρακαλώ, διαβιβάστε στη σύζυγό του τα βαθύτατα συλλυπητήριά μου και πείτε της ότι, ένας αγιορείτης καλόγερος προσεύχεται υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του Διομήδη.

Αγαπητέ Αδελφέ, η Παναγία ας είναι οδηγός μας στη ζωή. Ιουστίνος.

* * *

Καταλαβαίνεις Κίμωνα πως εξελίχτηκαν τα πράγματα… Ο Διομήδης πλησίασε την ελπίδα (μιαν ελπίδα που είχε τόσο πολύ ανάγκη) και, λίγες βδομάδες αργότερα, σκοτώθηκε. Αλλά ένα τέτοιο μονήρες ατύχημα με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην παλιά εθνική προς Κόρινθο, όπου το αυτοκίνητο έφυγε στη στροφή και έπεσε στον γκρεμό, όπου ο οδηγός δεν φορούσε ζώνη, γεγονός πρωτοφανές για τον υποχονδριακό με την οδική ασφάλεια Διομήδη, όπου συνέβη σε τόπο και χρόνο που δεν δικαιολογείται η παρουσία του Διομήδη, μου δημιουργεί υποψίες, μήπως δεν ήταν ατύχημα, αλλά κάτι άλλο…

Τα δεδομένα λένε τα εξής: Ο Διομήδης ξεκινάει από το σπίτι του, το πρωί της Παρασκευής, δεν πηγαίνει στο φροντιστήριο, όπου έχει δουλειά, αλλά παίρνει την παλιά εθνική οδό, για Κόρινθο. Δεν οδηγεί την ολοκαίνουρια Μερτσέντες, αλλά το παλιό του Κορόλα. Δεν ενημερώνει τη Φαίδρα ούτε την γκόμενά του, την Αθηνά. (Δεν την ξέρεις, είναι μια νεαρή φιλόλογος, μόλις τελείωσε τη σχολή, δουλεύει στα φροντιστήριά του. Βρέθηκαν στο σπίτι της το βράδυ της Τετάρτης, δυο μέρες πριν, δηλαδή. Η Αθηνά δεν πρόσεξε τίποτε το ιδιαίτερο, μου είπε ότι ήταν γελαστός και κιμπάρης, όπως πάντα). Ο Διομήδης τηλεφώνησε στο φροντιστήριο και είπε πως δεν θα πάει το πρωί, και από το κινητό του βλέπουμε πως δεν έκανε άλλο τηλεφώνημα. Καταγράφω τις λογικές πιθανότητες:

α. Είχε έκτακτο ερωτικό ραντεβού και έτρεχε να προφτάσει. Αυτό όμως δεν προκύπτει από πουθενά, πέραν του ότι γνωρίζουμε πως ο Διομήδης το συνήθιζε, από πολύ παλιά. Εξάλλου ποτέ δεν θα έκανε κοπάνα από τη δουλειά του γι’ αυτό το λόγο.

β. Είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει. Αυτό δεν ενισχύεται από κάποιο σημείωμα ή έστω μια λέξη σε κάποιον. Θα μπορούσε να τηλεφωνήσει σε μένα, εξάλλου είχαμε μιλήσει λίγες μέρες πριν. Την υπόθεση ενισχύει το ότι πήρε το παλιό και όχι το καινούριο αυτοκίνητο, για να μην το καταστρέψει και στερήσει από τους δικούς του ένα πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο. Επίσης το ότι έχοντας αποφασίσει την αυτοκτονία δεν έδεσε εξαρχής ή έλυσε στον κρίσιμο χρόνο τη ζώνη ασφαλείας. Δεν υπάρχει περίπτωση αυτοκτονίας για οικονομικούς λόγους, γιατί αν και είχε χάσει πολλά λεφτά στο χρηματιστήριο εξακολουθούσε να έχει μεγάλα εισοδήματα από τα φροντιστήρια που διατηρούσε και πρακτικά η οικονομική του θέση ήταν ακλόνητη. Θα ενίσχυε την πιθανότητα της αυτοκτονίας μια σοβαρή αρρώστια. Όμως παρόλο που ο φίλος μας έτρωγε σαν βουβάλι, κάπνιζε και δεν γυμναζόταν, δεν είχε απολύτως κανένα εκδηλωμένο πρόβλημα υγείας, όπως προκύπτει από πρόσφατες εξετάσεις που έκανε.

γ. Ξαφνικά, το πρωί της Παρασκευής δεν νοιώθει καλά, εννοώ ψυχολογικά. Κατεβαίνει στο γκαράζ μπαίνει στο παλιό αυτοκίνητο, γιατί είχε πάρει κατά λάθος τα κλειδιά του και βαριόταν να ξανανέβει στο σπίτι. Τα κλειδιά της Μερτσέντες ήταν, όντως, στο τραπεζάκι του σαλονιού, όπου τα άφηνε πάντα. Ξεκινάει, τηλεφωνεί στο φροντιστήριο ότι δεν θα πάει, και συνεχίζει να οδηγεί μηχανικά, χωρίς να ξέρει που ακριβώς πηγαίνει. Κάποια στιγμή βρίσκεται στην παλιά εθνική, οδηγεί την Κορόλα σα νάταν η Μερτσέντες και βγαίνει απ’ το δρόμο, χωρίς να το καταλάβει καλά καλά. Την υπόθεση ενισχύει το γεγονός ότι, λόγω σύγχυσης, δεν είχε βάλει τις ζώνες ασφαλείας. Την ενισχύει επίσης το γεγονός ότι τηλεφώνησε στη δουλειά και δεν τηλεφώνησε αλλού.

Αυτά είναι τα γεγονότα και οι λογικές πιθανότητες που τα ερμηνεύουν. Προσωπικά αποκλείω την πρώτη εκδοχή, δεν αποκλείω την δεύτερη, αλλά θεωρώ ισχυρότερη την τρίτη, με επιφυλάξεις. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η πασχαλινή μετάληψη δεν βοήθησε καθόλου τον Διομήδη να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του. Οι επήλυδες της πίστεως δεν προκόβουν, στο λέω εγώ, που είμαι υπεράνω με την έννοια ότι ουδέποτε με απασχόλησαν θέματα όπως σωτηρία, Λόγος, Θεός κλπ, που πονοκεφάλιαζαν τον Διομήδη. Αν τα πράγματα έγιναν σύμφωνα με κάποια από τις τρεις εκδοχές και όχι με κάποια άλλη, που δεν έχω υπόψη μου, τότε ο Ιουστίνος δεν έχει κανέναν λόγο να επιχαίρει για τα αποτελέσματα της θείας παρέμβασης, γιατί όλες οι πιθανότητες και το ίδιο το αποτέλεσμα, δείχνουν έναν άνθρωπο σε βαθιά σύγχυση, σε αγωνία… Η Φαίδρα πιστεύει ακράδαντα την τρίτη εκδοχή, ο Κριτίας το ίδιο, χωρίς να αποκλείει εντελώς την πιθανότητα της αυτοκτονίας.

Ότι και να ‘γινε, ουκ απογίγνεται. Δεν έχει κανένα νόημα να σου περιγράψω την κηδεία, τους επικήδειους, τους γονείς, τα παιδιά… Να ‘σαι καλά εκεί που βρίσκεσαι και καλή πατρίδα! - Θ.

περισσότερα...

Σάββατο, Απριλίου 15, 2006

Ο δικηγόρος είναι ο πιο καλός μου φίλος

(Σεπτέμβριος 1999)

Τα έχουμε όλα και μας έχουν.
Είμαστε από ύλη κι ασήκωτο φτερό,
τα κόκαλά μας από θάλασσα κι ασβέστη.

Γιώργος Θέμελης


«Η ιστορία έχει ως εξής: Εδώ και τρία χρόνια, από το 96 και μετά, δουλεύοντας για τους “Γιατρούς του Κόσμου”, αναζητώ χορηγίες φαρμάκων και υγειονομικού υλικού. Μια μεγάλη πηγή είναι οι φαρμακευτικές εταιρείες, η σημαντικότερη όμως, τουλάχιστον για μένα, είναι τα φαρμακεία των νοσοκομείων. Κληρονόμησα ορισμένες επαφές σε νοσοκομεία της Αθήνας και της επαρχίας και καλλιέργησα ο ίδιος πολλές καινούριες. Όταν επιδιώκω συγκέντρωση υλικού για μια αποστολή, με αναλογικό και σύμμετρο τρόπο επισκέπτομαι τους εκάστοτε προέδρους των νοσοκομείων, παίρνω το πράσινο φως και κατεβαίνω στην αποθήκη, μαζί με τον φαρμακοποιό και τρεις - τέσσερις εθελοντές, που αναλαμβάνουν τη συσκευασία, τη φόρτωση στα αυτοκίνητα και την περαιτέρω μεταφορά προς το σημείο συγκέντρωσης»

»Στο συγκεκριμένο νοσοκομείο έχω πάει, από το 97 μέχρι πρόσφατα, έξι φορές για συλλογή υλικού και πράγματι, έχω σηκώσει μεγάλες ποσότητες. Ο λόγος είναι ότι ο πρόεδρος του νοσοκομείου, ο Βελισάριος, είναι παλιός μου γνωστός από τα φοιτητικά χρόνια, λίγο πιο μεγάλος από μένα, κάναμε κάποτε παρέα, παίξαμε χαρτί, μαλώσαμε για τα πολιτικά. Ο Βελισάριος ήταν επαρχιώτης Πασόκος, με μετριότατη ιδεολογική υποδομή, αλλά ισχυρά πολιτικά χαρακτηριστικά: Ακράδαντη νομιμοφροσύνη στο κόμμα και τον Ανδρέα, σφοδρή αντιδεξιά ρητορική, συνεπής παρουσία στην οργάνωση του ΠΑΣΟΚ, ακούραστη δουλειά στις εκλογές. Με τόσα προσόντα δεν ήταν δυνατόν να πάει χαμένος: διατέλεσε γραμματέας νομαρχιακής επιτροπής, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και επί Σημίτη διορισμένο κομματικό στέλεχος στη διοίκηση νοσοκομείων. Ήδη είναι πρόεδρος στο συγκεκριμένο από το 94, μόλις ξαναπήρε το ΠΑΣΟΚ την κυβέρνηση, μάλιστα θεωρείται από τους δυναμικούς και επιτυχημένους στον τομέα του, αν και αυτό πρέπει μάλλον να το ακούμε βερεσέ. Τέλος πάντων, υπήρξε ακραιφνής σημιτικός ακόμα και πριν την ανάδειξη του Σημίτη στην πρωθυπουργία και αυτό ανέβασε θεαματικά τις μετοχές του, εξ ου και η εκλογή του στην Κεντρική Επιτροπή»

»Όσες φορές πήγαινα στο γραφείο του με υποδεχόταν με τον πλέον φιλικό και τιμητικό τρόπο. Κυριολεκτικά παρατούσε ό,τι έκανε για να μιλήσουμε, να πιούμε καφέ, να συζητήσουμε πολιτικά. Ατυχώς, η συγκρότησή του παρέμεινε πρωτόγονη, μάλλον χειροτέρεψε, αλλά, επειδή πήγαινα γυρεύοντας, δεν είχα την πολυτέλεια να τον ξεφωνίσω, συνεπώς δεν μπορούσα παρά να υφίσταμαι καρτερικά τις πομφολυγώδεις αναλύσεις του, χωρίς να τον αντικρούω - κλείνει η παρένθεση. Καθόμαστε λοιπόν, μου έκανε την καθιερωμένη του διάλεξη και, τέλος, καλούσε τον υπεύθυνο του φαρμακείου, τον Κασσιόδωρο και του έλεγε μεγαλοπρεπώς: "Ο γιατρός να πάρει ό,τι θέλει από την αποθήκη! Στέλνουμε αποστολή στη Ζάμπια - ή στην Παλαιστίνη ή στην Αρμενία, δεν θέλω τσιγγουνιές, πρέπει να εκπληρώνουμε το ανθρωπιστικό μας καθήκον!". Σημείωσε ότι ο Κασσιόδωρος δεν ήταν διευθυντής του φαρμακείου, αυτός ήταν ο Δαρείος, άλλος μεσαίος Πασόκος, τον οποίον δεν είδα ποτέ και σύμφωνα με τον Κασσιόδωρο δεν πατούσε το πόδι του στο νοσοκομείο συχνότερα από μια φορά το τρίμηνο, εκτός αν είχε να διεκπεραιώσει κάποιο έκτακτο ρουσφέτι, που δεν βολευόταν τηλεφωνικά. Το φαρμακείο το διεύθυνε ο Κασσιόδωρος, έχοντας τέσσερα άτομα προσωπικό. Δεν χώνευε τον Βελισάριο, ούτε τον Δαρείο, γιατί εκτός από υφιστάμενος και πραγματικά εργαζόμενος είναι και δεξιός. Πρέπει να τονίσω ότι φαινόταν συνεπής στη δουλειά του και απέναντί μου ήταν πάντα ευγενής και εξυπηρετικός»

»Την τελευταία φορά που τον επισκέφτηκα, πριν δυο μήνες, ο Βελισάριος ήταν κάπως ανήσυχος και για πρώτη φορά αρνήθηκε χορήγηση υλικού. Μου εξήγησε ότι στο φαρμακείο γίνεται κάποιος έλεγχος ρουτίνας, αλλά σε λίγες βδομάδες θα είναι πάλι στη διάθεσή μου. Δεν έβαλα κακό στο μυαλό μου, ήπιαμε τον καφέ μας και έφυγα. Προχθές, ξαφνικά, μου ήρθε κλήση από τον εισαγγελέα και όταν πήγα στο γραφείο του έπεσα από τα σύννεφα: Ο έλεγχος έδειξε ότι το φαρμακείο έχει λογιστικό έλλειμμα άνω των τριανταπέντε δισεκατομμυρίων δραχμών, που σημαίνει ότι κάποιοι βούτηξαν τα αντίστοιχα φάρμακα και υλικά. Ο Βελισάριος, ο Δαρείος, ο Κασσιόδωρος και δυο κυρίες του φαρμακείου έχουν ήδη τεθεί σε διαθεσιμότητα από το Υπουργείο και εκκρεμεί δικαστική δίωξη εις βάρος τους. Το θέμα είναι ότι ο παλιός μου φίλος προσπαθεί να δικαιολογήσει το έλλειμμα ή μέρος του, εις βάρος μου: Ισχυρίζεται ότι με δόλο αφαιρούσα μεγάλες ποσότητες φαρμακευτικού και άλλου υλικού, δήθεν για ανθρωπιστικούς λόγους, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που μου είχε και την εκτίμησή του στις μη κυβερνητικές οργανώσεις και το έργο τους. Απ΄ ό,τι κατάλαβα, ο εισαγγελέας δεν πίστεψε λέξη, αλλά το παραμύθι αυτό το επαναλαμβάνουν οι δυο κυρίες του φαρμακείου, προφανώς δασκαλεμένες απ΄ αυτόν. Ο Κασσιόδωρος παίρνει αποστάσεις, λέει ότι δεν υπέπεσε τέτοιο πράγμα στην αντίληψή του, αλλά δεν μπορεί κιόλας να εγγυηθεί ότι δεν υπεξαιρούσα υλικό. Σημείωσε ότι ρίχνει τις ευθύνες στους Βελισάριο - Δαρείο και εμφανίζει τον εαυτό του ως θύμα. Ο Δαρείος ισχυρίζεται ότι δεν έχει ιδέα για τίποτα, αυτός ευρίσκετο νυχθημερόν παρά τω κυρίω Υπουργώ, τον Αστυδάμαντα, ξέρεις. Φυσικά όλα θα ήταν πιο απλά αν ο εκσυγχρονιστής Βελισάριος είχε φροντίσει να λειτουργεί η μηχανοργάνωση στο φαρμακείο του νοσοκομείου του, αλλά θέλεις σκόπιμα, θέλεις γιατί η ανικανότητα είναι ενδημικό φαινόμενο στις κομματικές διοικήσεις, αυτό δεν έγινε ποτέ, με αποτέλεσμα να επικρατεί στην αποθήκη αυτό που γενικώς χαρακτηρίζει τις δημόσιες υπηρεσίες: Το απόλυτο μπάχαλο! Σε λίγες μέρες θα πάρω επίσημη κλήση, ως μάρτυρας, και φυσικά έσπευσα σε σένα, με τη σύμφωνη γνώμη του Θεύδη, διότι προφανώς χρειάζομαι τη βοήθεια που μπορεί να μου προσφέρει το ένδοξο όνομά σου»

Ο Κριτίας με άκουγε όλη την ώρα χωρίς να διακόψει, κρατούσε σημειώσεις και κουνούσε επαγγελματικά το ευμέγεθες κεφάλι του.

«Τι αξίας ήταν το υλικό που πήρες από το φαρμακείο;»

Απάντησα αμέσως ότι, συνολικά, ήταν κάτι λιγότερο από εξήντα εκατομμύρια δραχμές, με μέγιστο πιθανό λάθος στους υπολογισμούς μου όχι περισσότερο από 1%. Ο Κριτίας έβαλε τα γέλια.

«Βρε τους αφιλότιμους!, προσπαθούν να καλύψουν τρύπα 35 δις με υλικό 60 εκατομμυρίων; Γι’ αυτό ο ανακριτής δεν τσίμπησε… Δεν μου είπες όμως, τι παραστατικά διαθέτεις ότι σήκωσες 60 εκατομμύρια και δεν βούτηξες 60 δις;»

Του εξήγησα τον απλό μηχανισμό που ακολουθούσα πάντοτε.

«Επειδή κάθε φορά θέλω σχεδόν τα ίδια πράγματα, έχω φτιάξει τυποποιημένες φόρμες και συμπληρώνω σ΄ αυτές την ποσότητα των συγκεκριμένων υλικών που παίρνω. Σε διπλανή στήλη συμπληρώνω αργότερα την εμπορική αξία των υλικών και έτσι ξέρω με ακρίβεια τι πήρα και από ποιους και πόσο κοστίζει. Τις φόρμες αυτές τις υπογράφει πάντοτε κάποιος από το φαρμακείο, εν προκειμένω τρεις φορές ο Κασσιόδωρος και τρεις φορές μια από τις κυρίες, εγώ και όλοι οι εθελοντές που με βοηθούν στην παραλαβή και διακίνηση του υλικού. Αν βέβαια δούλευε η μηχανοργάνωση, όλο αυτό θα υπήρχε καταγραμμένο επίσημα και αναμφισβήτητα, αλλά τα νοσοκομεία μας δεν έχουν ξεπεράσει ακόμα το θρυλικό μπακαλοτέφτερο…»

Ο Κριτίας ανασήκωσε το δεξί του φρύδι.

«Να υποθέσω ότι έχεις μαζί σου όλες τις φόρμες παραλαβής υλικού;»

Ανέσυρα από την τσάντα μου ένα διάφανο δίφυλλο και του το έδωσα. Το ακούμπησε στην άκρη και ρώτησε:

«Οι στόχοι σου, ποιοι είναι;»

Ήταν, πρώτον η άνευ όρων απαλλαγή από κάθε ευθύνη και δεύτερον η αγωγή κατά του Βελισάριου, για συκοφαντική δυσφήμηση.

«Ο πρώτος πες πως έγινε, είπε ο Κριτίας, φαίνεται πολύ απλό… Τον δεύτερο δεν σου τον συνιστώ»

Ρώτησα με το βλέμμα "γιατί".

«Διότι παραβιάζεις την ύψιστη δικονομική αρχή "ου μπλέξεις"… Τον ξέρω τον Βελισάριο, πολύ καλά μάλιστα. Παίχτης… Όχι στο χρηματιστήριο, όπως κάθε σοβαρός εκσυγχρονιστής, αυτός είναι κανονικός παίχτης, σε όλα τα καζίνο της επικράτειας…»

* * *

Η στάθμη του δεκαοχτάχρονου Bushmills malt κατέβαινε γοργά. Το λαμπερό κρανίο του Κριτία και η ευμεγέθης μύτη του στολιζόντουσαν συνεχώς με φρέσκα σταγονίδια ιδρώτα. Ο Θεύδης – ίσως για πρώτη φορά στα χρονικά – έπινε σιωπηλός. Κι εγώ ένοιωθα μια γλυκιά ζέστη να με κυκλώνει πειστικά και να με χαλαρώνει. Ο Κριτίας πίεσε ένα κουμπί κρυμμένο από τις στοίβες τους φακέλους πάνω στο δρύινο γραφείο του και η γραμματέας του εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας.

«Ιόλη! Πετάξου απέναντι και πάρε τρία μπουκάλια απ’ αυτό… Μερικά μπουκάλια παγωμένο Perie… και ξηρούς καρπούς»

Έστρεψε το βλέμμα του προς τον Θεύδη, ώστε η Ιόλη να μη μπορέσει να πει λέξη, ούτε να διασταυρωθούν τα βλέμματά τους, πριν βγει από το γραφείο.

«Εσύ αδελφέ, συνάδελφε, σύντροφε, έχεις σκεφτεί ποτέ το θάνατο, δηλαδή το χρόνο και τον τρόπο του θανάτου;»

Ο Θεύδης κόντεψε να πνιγεί με ξανθό ουίσκι. Κατάπιε όπως όπως τη γουλιά του και χτύπησε τρεις φορές το δάχτυλο στο γραφείο.

«Ξορκισμένο το κακό… Πως σου ‘ρθε, βουλευτής άνθρωπος;»

Φαινόταν πως ο Κριτίας ήθελε να μιλήσει για κάτι προσωπικό, απελευθερωμένος - από τη δραστική επίδραση του αλκοόλ.

«Ψυχραιμία… Το έχω σκηνοθετήσει τόσες φορές στη φαντασία μου… Θέλετε να το ακούσετε;»

Έγνεψα καταφατικά. Ο Θεύδης τον ατένιζε δύσπιστα. Ο Κριτίας μοίρασε σοσιαλιστικά Cohibas. Ακολούθησε η τελετή του αποκεφαλισμού τους στην γκιλοτίνα και ανάψαμε. Η περιέργειά μας είχε εξαφθεί. Ο Κριτίας, έμπειρος κοινοβουλευτικός άνδρας και – θολή, για να λέμε την αλήθεια - ελπίδα της αριστεράς, απόλαυσε τις πρώτες ρουφηξιές, κέρασε την τελευταία ποσότητα στα κρύσταλλα, έγειρε πίσω στην πολυθρόνα του, γεύτηκε την ηδονή της αδημονίας του ακροατηρίου και ξεκίνησε με χαμηλή φωνή, σχεδόν ψιθυριστά.

«Τρεις με τέσσερις μήνες προετοιμασίας… Να ξαναδώ τους καίριους ανθρώπους που βρίσκονται ακόμα στη ζωή και τους πιο αξιαγάπητους τόπους… Λευκάδα, Ζάκυνθος, Κεφαλλονιά, Άγιον Όρος, Σαμοθράκη, Κρήτη, Μωριάς, Ρούμελη, Ήπειρος… Μόνος, μ’ ένα σακίδιο στην πλάτη, να παίρνω τα χειμωνιάτικα καράβια για το Αιγαίο και το Ιόνιο…»

«Τι μόνος;» πετάχτηκε ο Θεύδης. «Εσένα σε ξέρουν και οι πέτρες! Πως θα κυκλοφορήσεις ιγκόγνιτο;»

«Θεύδη, σκάσε! Κριτία καλά το ξεκίνησες, συνέχισε…»

«Τελευταίος αποχαιρετισμός στα χρώματα, τις μυρωδιές, στο φως, στις γεύσεις, στις γυναίκες… να ξαναδώ τόπους και ανθρώπους ενώ ταυτόχρονα θα ετοιμάζομαι για τη μεγάλη στιγμή… Να αναλογιστώ, να στοχαστώ, να περιγράψω μέσα μου τους σταθμούς της ζωής και της σκέψης μου… Όχι για να κάνω ιστορική αποτίμηση και αξιολόγηση, απλά να ξαναζήσω νοερά και εντατικά τα σημαντικά πράγματα που έζησα ή επεξεργάστηκα… Φαντάζομαι ένα δεύτερο ταξίδι παράλληλο με το πρώτο, εσωτερικό αυτό, όχι αποστασιοποιημένο, όχι ουδέτερο, αλλά ειλικρινές και ήρεμο… Μια βουτιά στους τρόπους που αναζήτησα ακούραστα επί σαράντα τόσα χρόνια την ευτυχία και την επιτυχία…»

Ακούστηκαν δυο απαλά χτυπήματα στην πόρτα και μπήκε η Ιόλη κουβαλώντας τις παραγγελίες του Κριτία. Έβγαλε από τις τσάντες τα μπουκάλια και ταχτοποίησε τα φουντούκια, τ’ αμύγδαλα, τα φυστίκια, τα ξερά σύκα και τους χουρμάδες - ό,τι καλύτερο βγάζει η ευλογημένη γη γύρω από την ανατολική Μεσόγειο. Όση ώρα χρειάστηκε, επικρατούσε σιωπή. «Μπορώ να…» είπε όταν τελείωσε. Ο Κριτίας της έγνεψε πως μπορούσε να φύγει. «Καλή σας νύχτα!» είπε η Ιόλη και αποχώρησε με ένα τρέμουλο στην άκρη των χειλιών.

«Γιατί την έδιωξες έτσι;» ρώτησε ο Θεύδης.

«Γιατί ένα από τα μελανά της σημεία είναι η αντιαλκοολική εκστρατεία που έχει αναλάβει εις βάρος μου, από τότε που το ζάχαρό μου προσέγγισε αριθμητικά τα ποσοστά του Συνασπισμού… Έπειτα, αν την προσκαλούσα να πιει μαζί μας, η ατμόσφαιρα θα άλλαζε δραματικά… Η παρουσία της γυναίκας αντενδείκνυται όταν οι άντρες συζητούν σοβαρά θέματα! Συμφωνείς, γιατρέ;»

«Συμφωνώ… αν και θα περίμενα από έναν βουλευτή της αριστεράς μια περισσότερο πολιτικά ορθή συμπεριφορά… Άλλωστε είναι προφανώς αφοσιωμένη, ίσως και ερωτευμένη…»

«Χμ, ναι, κατέχει υψηλή θέση στο χαρέμι… αύξων αριθμός πέντε, μάλλον τέσσερα, αλλά ας μην αποπροσανατολίσουμε τη συζήτηση με τις φαλλοκρατικές μου μικρότητες… Ολοκλήρωνα τα δυο χειμωνιάτικα ταξίδια, το αποχαιρετιστήριο του ταξιδιώτη και το εσωτερικό του πονεμένου ανθρώπου…»

«Μόνο ελληνικές επισκέψεις; Δεν θα βγεις καθόλου έξω;»

«Καλό θα ήταν, αλλά θα παραβιαστεί ο όρος του τριμήνου… Αν είναι να γυρίσω Κούβα, Νότιο Αμερική, Ισπανία, Γαλλία, Βόρεια Αφρική, Ρωσία κλπ τότε θα ξεχείλωνε πολύ…»

Είχαμε ριχτεί στους ξηρούς καρπούς και σβήναμε την αρμύρα με γενναίες γουλιές. Ο Θεύδης είχε μπει για τα καλά στην αφήγηση του Κριτία.

«Και ποιος θα είναι ο τελευταίος σταθμός, ο σταθμός - Αχέρων;»

«Έχω αγοράσει μια μεγάλη έκταση στη Μεσσηνιακή Μάνη, ένδοξο λάφυρο του Χρηματιστηρίου… Είναι μια συστοιχία λόφων που περικλείουν έναν ελάσσονα κολπίσκο που βλέπει στον μεγάλο Μεσσηνιακό κόλπο. Εκεί είναι ο τόπος, σ’ ένα ύψωμα που αγναντεύει ως τον άλλο κόλπο, το Λακωνικό - και όταν έχει ξαστεριά φαίνονται τα Κύθηρα, με λεπτομέρειες… Στην κορυφή υπάρχει ένα πλάτωμα αρκετά μεγάλο, διάσπαρτο από πέτρες και χαμηλούς θάμνους. Εκεί θα είναι χτισμένος ένας μεγάλος σωρός από ξύλα, πουρνάρια και σφενδάμια, αλλά και δάφνες, ασφάκες, αφάνες και ξερόκλαδα και θα με περιμένει… Θα περάσω την τελευταία νύχτα με κάποια από τις γυναίκες μου, δεν έχει σημασία ποια… Μπορεί να το κάνω, μπορεί και όχι, ανάλογα με τη διάθεση… Θα κοιμηθώ δυο – τρεις ώρες και κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα θα ξυπνήσω για να ετοιμαστώ. Θα φορέσω λευκό παντελόνι και πουκάμισο, θα ετοιμάσω μόνος μου τον τελευταίο εσπρέσσο, θα φάω δυο φέτες ψωμί με λάδι, ρίγανη, ελιές και κατσικίσιο τυρί… Θα πιω ένα μεγάλο ποτήρι κρασί απαγγέλλοντας νοερά το σύντομο και περιεκτικό αποχαιρετιστήριο μήνυμά μου - και θα βγω έξω… Θα περπατήσω με το φως των άστρων ως την κορυφή κι εκεί θα περιμένω την ανατολή… Θα ακούσω λίγη μουσική, μπορεί Μάλερ, μπορεί Μάιλς Ντέιβις, δεν αποκλείεται και δυο τρία τραγούδια, που να περιγράφουν τον άνθρωπο που ήθελα να είμαι και που δεν υπήρξα παρά περιστασιακά…»

«Ποια τραγούδια;»

«Α, δεν τα ‘χω διαλέξει ακόμα… Τα ματόκλαδά σου λάμπουν, είναι το αγαπημένο μου μιας ζωής… Αυτό, φτάνει… Μόλις ο ήλιος προβάλει θ’ ανέβω στον ξύλινο θρόνο της αποδημίας, θα περιχύσω γύρω καθαρό οινόπνευμα, θα πάρω καμιά δεκαριά γερά χάπια και θα περιμένω αγναντεύοντας… Μόλις νοιώσω ότι ζαλίζομαι, με τις τελευταίες δυνάμεις, θ’ ανάψω τη φωτιά… Οι φλόγες θα ξεπηδήσουν και θα με κρύψουν… Σε λίγα λεπτά όλα θα έχουν τελειώσει…»

Ο Θεύδης τίμησε το τέλος της αφηγήσεως αδειάζοντας μονορούφι το ποτήρι του. Του ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Όταν συνήλθε, έσπασε τη σιωπή.

«Γιατί να είσαι μόνος όταν θα ανεβαίνεις στα ξύλα; Δεν θα ήταν πιο υποβλητικό να παρίσταται η κατάλληλη συνοδεία;»

«Το σκέφτηκα… Αλλά δεν έχω παιδιά κι εγγόνια και δυστυχώς δεν έχω ούτε μαθητές… Αν πάλι θελήσω να με συνοδεύσουν οι γυναίκες μου, το έργο θα κινδυνέψει να μετατραπεί σε κακόγουστη φάρσα… Κάνω την υποχώρηση να περιοριστώ σε μία γυναικεία παρουσία, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί θα ήθελα να ζήσω ένσαρκο τον τελευταίο πειρασμό, να προσπαθεί να με κρατήσει στη ζωή, αγνοώντας τις προθέσεις μου…»

«Κι αν είναι μια ομάδα φίλοι;»

«Τι λες, γιατρέ μου… Αυτή η πράξη απαιτεί υψηλή πνευματική ενάργεια, ιλαρή σοβαρότητα, ακλόνητη αποφασιστικότητα, θάρρος… Φαντάζεσαι τον Θεύδη ν’ ανάβει την πυρά;»

«Αμέ! Θα την ανάψω και θα σε ψήσω σα μάγο του Μεσαίωνα… ή σαν ρέγγα στην αγορά του Μοδιάνο…»

«Μην εκτίθεσαι…»

«Μιλάω σοβαρά! Θα το θεωρήσω μεγάλη μου τιμή, γι’ αυτό σε παρακαλώ να με ειδοποιήσεις εγκαίρως! Άλλωστε κάποιος πρέπει μετά να συλλέξει τα οστά, να τα στουμπίσει για να γίνουν τέφρα, να γεμίσει ευλαβικά την ειδική τεφροδόχο, τη λήκυθο, πως τη λένε…»

«Πελίκη…» είπε ο Κριτίας, σηκώθηκε και βάδισε με αβέβαια βήματα προς την τουαλέτα.

«Πελίκη, …ή έστω - ένα μεγάλο κόκκινο τάπερ, προς τιμήν της Αριστεράς!» συμπλήρωσε ο Θεύδης

«Το άκουσα!» φώναξε ο Κριτίας από μέσα. Σε λίγο βγήκε. Είχε ρίξει νερό στο πρόσωπό του, είχε αλλάξει το ιδρωμένο πουκάμισο με μια μαύρη μπλούζα. «Εσύ, θα είσαι;» με ρώτησε, με σοβαρό ύφος.

«Μέσα… Αν μου υποσχεθείς ότι θα τελειώσεις πρώτα την υπόθεση με τη δίκη…»

Ο Κριτίας κάθισε, σιγογελώντας - και ξαναγέμισε τα ποτήρια.

«Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα και ακόμα δεν έχω βρει λύση… Όταν θα ανάψει η πυρά, όντας πάνω σε λόφο, θα την εντοπίσει αμέσως η Πυροσβεστική και θα πλακώσουν με τις μάνικες ή ακόμα χειρότερα με τα αεροπλάνα… Φαντάζεσαι σπάσιμο; Θα καταστρέψουν όλη τη μαγεία της σκηνοθεσίας, θα περιλούσουν τα υπολείμματά μου με τόνους νερό, θα φέρουν σε δυσχερή θέση τους τυχόν παραστάτες…»

«Αυτό είναι το κακό με τους εκσυγχρονιστές του ΠΑΣΟΚ, αναβάθμισαν την Πυροσβεστική… Μήπως θα ήταν καλύτερο να περιοριστείς σε ένα αξιόπιστο ρεβόλβερ;»

«Δε μ’ εμπνέει…»

«Μπορείς να μπεις σε μια πισίνα και να κόψεις τις φλέβες σου με ξυράφι, αφού έχεις κατεβάσει πρώτα ένα μπουκάλι ουίσκι και τριάντα δισκία βαρβιτουρικά…»

«Με αηδιάζει και μόνο που το σκέφτομαι… Όλα αυτά τα αίματα στο νερό…»

«Δέσε τότε μια σιδερένια μπάλα στη μέση σου και πήδηξε τελετουργικά στο βαθύ πέλαγος…»

«Και να γίνω μεζές για τους κοκοβιούς; Όχι, ευχαριστώ!»

«Μπορείς να πηδήξεις από ψηλά…»

«Μπα… όλα αυτά τα έχω υπόψη μου… Μόνον η ευγενής και ελληνοπρεπής πυρά με συγκινεί… Είναι και η μόνη που αποτρέπει τη μεταθανάτια βεβήλωση - είτε από τα ψάρια είτε από τους ιατροδικαστές…»

«Και η Πυροσβεστική;»

«Άκουσε φίλε, έχω είκοσι χρόνια ακόμα μπροστά μου, για να βρω λύση σ’ αυτό το προβληματάκι! Στην ανάγκη ίσως επιλέξω κάποια ακτή της Αδριατικής ή της Μαύρης Θάλασσας… Πάμε τώρα να σας κάνω το τραπέζι;»

Στρέψαμε το βλέμμα προς τον Θεύδη. Αποκαμωμένος είχε γύρει το κεφάλι στην πολυθρόνα και είχε ήσυχα παραδοθεί στο μικρό θάνατο του ύπνου.

περισσότερα...

Σάββατο, Απριλίου 08, 2006

Άμστερνταμ

(Μάιος 1996)

Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει
Μήπως δεν είμαι η θάλασσα;

Γιώργος Σεφέρης



Βρισκόμουν στο Άμστερνταμ, στο Διεθνές Συνέδριο των Μεταλλειολόγων, για λογαριασμό της Ελληνικής Ορυκτολογικής Εταιρείας. Το επιστημονικό μέρος του πράγματος ελάχιστα με ενδιέφερε, άλλωστε ο μισθός μου θα παρέμενε ίδιος και απαράλλαχτος, ακόμα κι αν παρακολουθούσα ανελλιπώς το πρόγραμμα του συνεδρίου. Δεν είχα περάσει άλλη φορά από εκείνα τα μέρη και επιδόθηκα με ιδιαίτερο ζήλο στις δραστηριότητες του τουρίστα. Είμαστε τρεις Έλληνες όλοι κι όλοι εκεί, ένα ζευγάρι επικούρων, που είχαν ορισμένες ανακοινώσεις κι εγώ. Δεν βρήκα ιδιαιτέρως ελκυστική την παρέα των συμπατριωτών μου. Αντιθέτως, προτίμησα την συντροφιά δυο συναδέλφων από τη Γαλλία, της Άννυ και της Μαργαρίτας. Είχα φτάσει στην ξένη πόλη μια ημέρα πριν απ’ αυτές και προσφέρθηκα να τις ξεναγήσω, έχοντας ευνόητους στόχους. Τύχη αγαθή, μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο.

Οι Γαλλίδες αποδείχτηκαν ανθεκτικές στο ξενύχτι και έτσι, μετά το φαΐ στο ινδικό εστιατόριο και τις βόλτες στα κανάλια με τις κόκκινες προθήκες, πήγαμε σε κάποιο καμπαρέ, για να διαμορφώσουμε ιδίαν άποψη για την πολιτισμική στάθμη των Ολλανδών. Βρήκα ότι το μαγαζί δεν διέφερε σε τίποτε από αντίστοιχα της Αθήνας, ούτε καν στις τιμές. Οι κυρίες που συνόδευα έδειχναν να έχουν ξεσαλώσει και η συνέχεια επρομηνύετο ενδιαφέρουσα.

Λίγα μέτρα πιο κει καθόταν ένα ζευγάρι που μου κίνησε την περιέργεια. Ο άντρας ήταν μαύρος, ψηλός και καλοφτιαγμένος, γύρω στα σαρανταπέντε, καλοντυμένος και σοβαρός. Δεν έδειχνε ιδιαίτερα ευχαριστημένος από το μέρος και τη συμπεριφορά της κυρίας που συνόδευε. Φαινόταν να την παρακαλεί κάθε τόσο να είναι πιο μαζεμένη και καναδυό φορές χασμουρήθηκε, προφανώς για να της δείξει ότι βαριόταν εκεί μέσα και ότι θα προτιμούσε να φύγουν. Εκείνη όμως, εμφανώς τύφλα στο μεθύσι, γελούσε δυνατά και χαϊδολογούσε μάλλον απρεπώς τον σοβαρό συνοδό της. Ήταν μελαχρινή, φορούσε κολλητό τολμηρό φόρεμα που αποκάλυπτε τα πόδια και τόνιζε τα στήθη της, εξαιρετικά όμορφη και προκλητική.

Κάποια στιγμή ο άντρας την έπιασε δυνατά απ΄ τον καρπό. Η γυναίκα προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της, αλλά μάταια. Τότε όλη η έκφρασή της άλλαξε μεμιάς και έδειξε ότι την πλημμύρισε οργή. Με το ελεύθερο χέρι της άστραψε ένα δυνατό χαστούκι στον δυστυχή, ο οποίος ξαφνιασμένος την άφησε και έμεινε άναυδος, γεμάτος ντροπή και αμηχανία ταυτόχρονα. Αλλά εκείνη δεν σταμάτησε εκεί, άρπαξε το ποτήρι του (το δικό της ήταν άδειο) και αποφασιστικά του τίναξε το ποτό κατά πρόσωπο. Τότε αυτός σηκώθηκε, χωρίς να πει κουβέντα, έκανε μεταβολή και έφυγε σαν κυνηγημένος. Η μελαχρινή κυρία γέλασε και έμεινε στη θέση της. Την ώρα που αυτός έβγαινε από την πόρτα, αυτή φώναξε δυνατά, όσο χρειαζόταν για να την ακούσω εγώ, μια τσουχτερή βρισιά, προς μεγάλη μου έκπληξη στα ελληνικά.

Κοίταξα γύρω. Κανένας από τους θαμώνες (τουρίστες οι περισσότεροι) δεν φάνηκε να δίνει την παραμικρή σημασία στην θυελλώδη σκηνή που δημιούργησε η πατριώτισσά μου, όλοι ήταν απορροφημένοι από τα επί σκηνής δρώμενα. Οι Γαλλίδες, με γελάκια και μικρές χειρονομίες έστρεψαν και πάλι την προσοχή μου στο πρόγραμμα. Όταν γύρισα ξανά το βλέμμα στο τραπέζι της, είδα την μελαχρινή κυρία να έχει σκεπάσει το πρόσωπο με τις παλάμες της και να τραντάζεται από λυγμούς. Παράτησα τις Γαλλίδες σύξυλες και πήγα προς το μέρος της. Κάθισα απέναντί της ζαλισμένος από τις μπύρες και της άγγιξα ελαφρά τον ώμο. Με κοίταξε με υγρά μάτια, γεμάτα απορία. Μετά από αυτό το βλέμμα θα μπορούσα να την ακολουθήσω ως το Βόρειο Πόλο, αν ήμουν δέκα χρόνια νεότερος και αν δεν εκπροσωπούσα την Ελληνική Ορυκτολογική Εταιρεία.

«Κάποτε η ζωή είναι δύσκολη…»

Ξαφνιάστηκε που με άκουσε να μιλάω ελληνικά, με κοίταξε για λίγο σιωπηλή και μετά γέλασε. Σε λίγο έμαθα πως βρισκόταν στο Άμστερνταμ για το ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αρχιτεκτόνων και πως την έλεγαν Καλυψώ. Ρώτησα διακριτικά για τον μαύρο κύριο και πληροφορήθηκα πως ήταν αμερικάνος, επισκέπτης καθηγητής της αρχιτεκτονικής σε κάποιο Αγγλικό πανεπιστήμιο, πως τον είχε γνωρίσει πριν μερικές βδομάδες στην Σαντορίνη, όπου έκαναν και οι δύο τις πασχαλινές διακοπές τους. Αυτή, είπε, ήρθε στο Άμστερνταμ για να τον συναντήσει ξανά, αλλά…

Στο μεταξύ τελείωσε το ολλανδικό σόου και ένοιωσα να με χτυπά στον ώμο ένα νευρικό δάχτυλο.

«Τι θα γίνει, θα φύγουμε;» ρώτησε η Άννυ.

Κοίταξα την Καλυψώ και της είπα ελληνικά ότι ευχαρίστως θα την φιλοξενούσα απόψε. Αυτή έγνεψε καταφατικά. Εξήγησα με μπερδεμένα αγγλικά στις Γαλλίδες ότι θα συνόδευα την κυρία κι αυτές έδειξαν τέτοια αγανάκτηση που προς στιγμήν φοβήθηκα ότι θα πάθαινα ό,τι κι ο μαύρος. Ευτυχώς δεν είχαν το ταμπεραμέντο της Καλυψώς, περιορίστηκαν να με βρίσουν λίγο στα αγγλικά, πολύ στα γαλλικά και αποχώρησαν ειρηνικά.

* * *

Εκείνο το βράδυ παρέβην όλες τις οδηγίες των αρμοδίων υγειονομικών υπηρεσιών σχετικά με τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνει κανείς σ’ αυτές τις περιπτώσεις, γεγονός που με κατέτρεχε ως τρομερή ερινύα τους επόμενους μήνες. Οπωσδήποτε το επόμενο πρωινό δεν εμφανίστηκα στο Βασιλικό Ωκεανολογικό Ινστιτούτο που φιλοξενούσε τους μεταλλειολόγους. Αντίθετα, μετά το σχετικό τηλεφώνημα στον καθηγητή της αρχιτεκτονικής πήγα στο ξενοδοχείο του και πήρα τη βαλίτσα της Καλυψώς (την οποία είχε ο ίδιος ετοιμάσει). Ο άνθρωπος ήταν αξιοπρεπέστατος, με ευχαρίστησε και απόφυγε επιμελώς να μείνει μαζί μου περισσότερο από είκοσι δευτερόλεπτα. Κουβάλησα τη βαλίτσα ως το δικό μου ξενοδοχείο, η Καλυψώ την άνοιξε, έβγαλε έξω τα πάντα και τα τακτοποίησε από την αρχή. Στο μεταξύ είχε τηλεφωνήσει στην αεροπορική εταιρεία και λίγη ώρα αργότερα έφυγε βιαστικά, χωρίς να καταλάβω για πού ακριβώς.

Ομολογώ ότι η συμπεριφορά της απέναντί μου κατά την τελευταία φάση της συνάντησής μας με πείραξε αρκετά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Το απόγευμα πήγα στο συνέδριο, αντιμετώπισα την περιφρονητική αδιαφορία των Γαλλίδων και επέστρεψα στο ξενοδοχείο νυστάζοντας του θανάτου. Ενώ ετοιμαζόμουν για τον σύντομο αναζωογονητικό ύπνο πριν την τελευταία βραδινή έξοδο στην ολλανδική πόλη της απωλείας, πρόσεξα δίπλα στο κρεβάτι μια μικρή δερμάτινη τσάντα. Την άνοιξα και είδα πως ήταν γεμάτη χαρτιά. Χειρόγραφα, στα ελληνικά, τα περισσότερα σε αρίγωτες σελίδες, μερικά σε ριγωμένες. Γρήγορα διαπίστωσα πως ήταν επιστολές προς την Καλυψώ, άλλες δύο ή τρεις πυκνογραμμένες σελίδες, άλλες περισσότερες.

* * *

Την άλλη μέρα αναζήτησα τον καθηγητή για να επιστρέψω μέσω αυτού τα γράμματα στην Καλυψώ, αλλά αυτός είχε ήδη φύγει για το Λονδίνο. Εξήγησα ότι έπρεπε να του επιστρέψω μια τσάντα με έγγραφα και με τα πολλά έπεισα τους διακριτικούς Ολλανδούς να μου υποδείξουν το ταξιδιωτικό πρακτορείο μέσω του οποίου είχε κλείσει δωμάτιο.

Από την Αθήνα πια έστειλα e-mail στους πράκτορες και εκείνοι μου απάντησαν αμέσως πληροφορώντας με για το δικό του e-mail. Του έγραψα εξηγώντας το όλο πρόβλημα και ζητώντας του, τελικά, την διεύθυνση της Καλυψώς ή κάποιο τηλέφωνό της. Απάντησε την άλλη μέρα, πολύ ευγενικά και δήλωσε ότι δεν είχε ιδέα για την διεύθυνση της Καλυψώς, ούτε είχε κάποιο τηλέφωνό της να μου δώσει, ότι δεν την είχε ξαναδεί μετά το Άμστερνταμ, ότι ο ίδιος επέστρεφε σε λίγες μέρες στην Αμερική και ότι το μόνο που ήθελε ήταν να μην τον ενοχλήσει κανείς γι’ αυτήν την υπόθεση στο μέλλον.

Πέρασε κάμποσος καιρός. Είχα αφήσει στα δυο ξενοδοχεία του Άμστερνταμ την ηλεκτρονική μου διεύθυνση, την κανονική μου διεύθυνση και τα τηλεφωνά μου, για την περίπτωση που η Καλυψώ θα με έψαχνε, αλλά δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Τα γράμματα του Κίμωνα προς την Καλυψώ παρέμεναν σε μένα. Τουλάχιστον είχα την συνείδησή μου ήσυχη ότι έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να τα επιστρέψω. Στο μεταξύ, τα διάβασα.

Τα γράμματα τα είχε γράψει ο Κίμωνας, φοιτητής της ιατρικής και γιατρός στη συνέχεια, από το 1982 ως το 1996. Ο γιατρός έγραφε με θαυμάσιο γραφικό χαρακτήρα, σε χαρτί άριστης ποιότητας, με στυλό μελάνης ή λεπτό μαύρο μαρκαδόρο.

Πέρασαν μερικοί μήνες και εξακολουθούσα να έχω τα γράμματα. Τότε μου ήρθε μια καινούρια ιδέα: έβαλα σε αρκετές εφημερίδες αγγελία αναζήτησης του Κίμωνα, για να επιστρέψω τουλάχιστον σε αυτόν τα γράμματά του. Πράγματι, πήρα απάντηση, αλλά όχι από εσάς τον ίδιον, αγαπητέ ιατρέ. Μου τηλεφώνησε και στη συνέχεια ήρθε να με συναντήσει ένας φίλος σας δικηγόρος, ο Θεύδης. Έμαθα πως είστε έξω, με τους «γιατρούς χωρίς σύνορα» και προβλέπεται ότι θα επιστρέψετε σε ένα μήνα περίπου. Προτίμησα να μην δώσω τα γράμματά σας στον Θεύδη, αν και μου φάνηκε ιδιαιτέρως συμπαθής, αλλά να περιμένω την επιστροφή σας στο κλεινόν άστυ.

Ως τότε, μαζί με το σύντομο ηλεκτρονικό μου μήνυμα, δεχθείτε τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου.

περισσότερα...

Σάββατο, Μαρτίου 25, 2006

Ένα πουλί θέλει να βγει απ΄ το κλουβί του

(Σεπτέμβριος 1995)


Ω θάνατε βασιλέα των πραγμάτων
πιέζεις απόψε το μικρό μου στήθος.

Νίκος Καρούζος



Δέκα το βράδυ. Έμενε μια ώρα για να τελειώσει η βάρδια. Ως εκείνη τη στιγμή, ρουτίνα: Δυο τροχαία, χωρίς σοβαρούς τραυματισμούς, ένα έμφραγμα, δυο τραυματισμοί ηλικιωμένων από πτώσεις. Άκουσα από το κέντρο «πιθανή απόπειρα αυτοκτονίας, γυναίκα» και, μετά, το όνομα της Ισμήνης.

Σώθηκε από καθαρή τύχη: Όταν πήρε τα χάπια και το ουίσκι, δεν άργησε να χάσει τις αισθήσεις της. Το τέλος ήταν ζήτημα λίγου χρόνου. Εκείνη την ώρα έφτανε ο μικρός της αδελφός που αποφάσισε να περάσει το Σαββατοκύριακο στην Αθήνα με την κοπελιά του. Ερχόταν συχνά, χωρίς προειδοποίηση, από την Καρδίτσα, είχε κλειδί και έμπαινε. Εκείνο το βράδυ έτυχε να ‘ρθει την κατάλληλη στιγμή. Σύμπτωση ήταν και το ότι είχα βάρδια εκείνη την ώρα, συμμετέχοντας σ ένα μετεκπαιδευτικό πρόγραμμα για επείγοντα περιστατικά. Αν γινόταν λίγο αργότερα, πιθανόν να μην το μάθαινα παρά πολύν καιρό μετά, ή ποτέ. Είχαμε τουλάχιστον δυο χρόνια να συναντηθούμε.

Ήταν η πρώτη φορά που είχα μπροστά μου, σε άμεσο κίνδυνο θανάτου, έναν δικό μου άνθρωπο και σοκαρίστηκα. Ευτυχώς, ο γιατρός της βάρδιας ήταν επαγγελματίας, ψύχραιμος, γρήγορος και ακριβής στις κινήσεις του. Έτσι δεν χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Δυο μέρες αργότερα, η Ισμήνη συνήλθε.

* * *

Όταν με είδε να μπαίνω, δεν ξαφνιάστηκε, την είχε ενημερώσει ο αδελφός της. Χαμογέλασε αμήχανα. Κάθισα στο κρεβάτι της, πήρα το χέρι της, της χάιδεψα το πρόσωπο. Πέρασε αρκετή ώρα, σιωπηλά. Μου έσφιγγε αδύναμα το χέρι και με κρατούσε κοντά της. Την έβλεπα χλωμή, κουρασμένη, στο όριο, και άθελά μου έφερνα στο μυαλό μου την εικόνα της, όταν την πρωτογνώρισα.

Ήρθε η νοσοκόμα και άλλαξε τον ορό.

«Γιατρέ, σε λίγο θα περάσει για επίσκεψη ο κύριος καθηγητής. Αν θέλετε να του μιλήσετε, είναι ευκαιρία»

Την ευχαρίστησα και τον περίμενα. Όταν κατέφθασε, ανάμεσα στην πολυπληθή συνοδεία του αναγνώρισα τον συμφοιτητή μου Σωκράτη, χωρίς μαλλιά πια, αλλά με την ίδια καλοκάγαθη διάθεση. Όταν τελείωσε η επίσκεψη με πήρε στο γραφείο των επιμελητών και σέρβιρε γαλλικό καφέ. Έκανε μια σε βάθος ανάλυση της συνέργιας ψυχοφαρμάκων και αλκοόλ, καθώς και της αγωγής που την υπέβαλαν και κατάληξε λέγοντας πως η Ισμήνη είναι τυχερή, όχι μόνο γιατί γλίτωσε, αλλά, μάλλον, δεν θα της μείνουν κουσούρια… Παρατήρησε ότι το πρόβλημα είναι πια καθαρά από την ψυχική σφαίρα, ώστε να μην το επαναλάβει… Ήταν προφανές ότι αναρωτιόταν τι είδους σχέση είχα με την Ισμήνη. Τον διευκόλυνα εξηγώντας ότι ήταν παλιά γνωστή από το πανεπιστήμιο και έτυχε να έχω βάρδια στα επείγοντα, όταν τηλεφώνησε ο αδελφός της, και άφησα να εννοηθεί ότι δεν υπήρχε παρά φιλική σχέση μεταξύ μας. Του πρόσφερα από τα άφιλτρά μου, δεν κάπνιζε. Με πληροφόρησε ότι απαγορεύεται σ εκείνον τον χώρο,

«Άναψέ το, ο παππούς έφυγε… Εξάλλου μόνο εγώ δεν καπνίζω από όλο το προσωπικό»

Τον θυμόμουν, χρόνια μαζί στα εργαστήρια και τις κλινικές, δεν τον είχα δει ποτέ με τσιγάρο.

Ο Σωκράτης άρχισε τότε να εξηγεί ότι «υπάρχει μεν η πιθανότητα να ξεπεράσει η ασθενής την ιδέα της αυτοκτονίας, αλλά χρειάζεται βοήθεια… Οι γονείς της μένουν στην επαρχία, είναι γέροι και άρρωστοι… Ενημερώθηκαν ότι έπαθε μια τροφική δηλητηρίαση. Ο αδελφός δεν μπορεί να βοηθήσει, η ίδια είναι χωρισμένη και απ’ ό,τι βλέπω δεν υπάρχει σύντροφος… Έπειτα πρέπει να αποφασισθεί τι θα πει στη δουλειά της, αν θα πάρει μακροχρόνια αναρρωτική άδεια από ψυχίατρο ή σχετικά σύντομη από εμάς… Εσύ, Κίμωνα, συγνώμη που ρωτάω, πόσο μπορείς να βοηθήσεις;»

Έσβησα το τσιγάρο μου στο πλαστικό κύπελλο με τα υπολείμματα του καφέ. Αυτήν την ερώτηση την είχα κάνει πολλές φορές στον εαυτό μου, πως δηλαδή θα βοηθούσα; Εδώ χρειαζόταν ένας αφοσιωμένος φίλος, που θα αφιέρωνε πολύ χρόνο. Έβλεπα πως ήταν αδύνατον να ανταποκριθώ εγώ κι αυτό με αναστάτωνε γιατί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις η Ισμήνη θα μπορούσε να είναι η γυναίκα της ζωής μου - και πριν μερικά χρόνια δεν δίστασα ούτε στιγμή να την παρατήσω, όταν εμφανίστηκε η Καλυψώ. Δεν ήταν βέβαια καθοριστικό γεγονός, αλλά συνέβαλα κι εγώ με την συμπεριφορά μου στην εξέλιξή της. Τώρα έβλεπα πως η Ισμήνη ήταν μόνη, αβοήθητη κι εγώ δεν είχα καμιά δυνατότητα να μείνω μαζί της, χωρίς να αναστατώσω ανεπανόρθωτα τις δεσμεύσεις, τις ασχολίες και γενικά τον τακτοποιημένο κόσμο γύρω μου.

«Φοβάμαι ότι πολύ λίγο μπορώ να βοηθήσω» απάντησα στον Σωκράτη και άναψα καινούριο τσιγάρο.

«Αυτό που κάνεις είναι πολύ κακό!» είπε έντονα ο Σωκράτης, «εννοώ το τσιγάρο… Εκτάκτως, θα καπνίσω κι εγώ ένα…»

Προς μεγάλη μου έκπληξη έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου του ένα πακέτο Marlboro.

Αίφνης ο Σωκράτης παρατήρησε πως δεν είχα αλλάξει και πολύ, αν εξαιρέσουμε ότι δεν είχα πια γένια και μακριά μαλλιά.

«Εγώ είχα εντυπωσιακές εξελίξεις!» είπε και έδειξε το απαστράπτον κρανίο του.

Γελάσαμε, η ατμόσφαιρα χαλάρωσε και τον ρώτησα για την απόφασή του να μπει στο ΕΣΥ. Δεν ήταν ευχαριστημένος από τον μισθό, τις συνθήκες εργασίας, τις προοπτικές για εξέλιξη, τις σχέσεις του με τον διευθυντή και τους παλαιότερους συναδέλφους του. Είπε πως η μόνη σώφρων διέξοδος είναι η μετακίνηση στην επαρχία, αλλά αυτό είναι αδύνατον, για οικογενειακούς λόγους, δηλαδή η γυναίκα του αρνήθηκε πεισματικά να τον ακολουθήσει στην Κέρκυρα, απ’ όπου καταγόταν ο πατέρας του και ο ίδιος θα ήθελε να εγκατασταθούν.

«Αυτά τα θέματα να τα τακτοποιήσεις πριν παντρευτείς, μετά είναι πολύ αργά, αν έχεις και παιδιά, όπως εμείς… Αλήθεια, δεν παντρεύτηκες; Τι έγινε εκείνη η ωραία κοπέλα, η Καλυψώ;»

Του εξήγησα ότι η Καλυψώ είχε παντρευτεί εδώ και χρόνια κι εγώ εξακολουθώ να γεύομαι την ελεύθερη ζωή.

«Καλά κάνεις, καλά κάνεις! Για πες μου τώρα, με τι ασχολείσαι;»

Ήμουν ελεύθερος επαγγελματίας, μόνο τα απογεύματα, για λόγους βιοπορισμού. Τα πρωινά δούλευα σε επιδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα και τις νύχτες τη διατριβή που είχα ξεκινήσει. Έτυχε να κάνω την ειδικότητα κοντά στον μοναδικό, ίσως, Έλληνα καθηγητή παιδιατρικής, που μπορούσε όχι μόνο να αποδεχθεί την αναρχική μου φύση, αλλά με βοήθησε με κάθε τρόπο να ξεκινήσω μια έντονη ερευνητική δραστηριότητα, στην κλινική του. Το έκανε χωρίς να ζητά τίποτα περισσότερο από επαγγελματισμό και αποτελεσματικότητα υψηλών προδιαγραφών, στοιχεία που εκμεταλλευόταν και αυτός, παραχωρώντας ως αντάλλαγμα όλες τις δυνατότητες και τις διασυνδέσεις που είχε στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Με δικές του προτροπές και συστάσεις πέρασα δύο από τα χρόνια της ειδικότητας στο Παρίσι, χρηματοδοτούμενος πάντοτε από ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα. Όσο ήμουν στη Γαλλία άρχισα να συμμετέχω στις αποστολές των «γιατρών χωρίς σύνορα». Ο Σωκράτης εξεπλάγη όταν του είπα πως έχω ήδη πάει στην Παλαιστίνη, δυο φορές, στη Σομαλία και στη Ζάμπια… Του εξήγησα ότι σκοπεύω, τα επόμενα χρόνια, να το κάνω αυτό συστηματικά, γι’ αυτό παρακολουθούσα και το μετεκπαιδευτικό στα επείγοντα περιστατικά, βλέποντας ότι στις αποστολές είναι απολύτως απαραίτητη η σχετική εκπαίδευση και εμπειρία.

«Δηλαδή, κάτι σαν ιεραποστολή…» έκανε ο Σωκράτης.

Γέλασα και του απάντησα πως όχι, δεν το βλέπω έτσι, αλλά ό,τι κάνω θέλω να γίνεται επαγγελματικά, η ευαισθητοποίηση του πλούσιου πρώτου κόσμου για τα προβλήματα του τρίτου είναι κάτι που με ενδιαφέρει πολύ, αλλά πρέπει να γίνεται αποτελεσματικά, άρα θέλει να έχεις αποκτήσει κάποιες απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες…

«Καταλαβαίνω… Ωραία! Αλλά από χρήμα, τι γίνεται; Αντίθετα μ’ εμάς, εσείς οι παιδίατροι μπορείτε ακόμα να θησαυρίσετε…»

«Εγώ δεν έχω μεγάλες ανάγκες, δεδομένου ότι δεν έχω οικογένεια να υποστηρίξω και επιπλέον είμαι μάλλον ήπιος καταναλωτής…»

«Μακάρι να ήμουν κι εγώ ήπιος, όπως λες… Αλλά έχω και δυο μικρά, πήρα και την BMW…»

«…και ζορίζεσαι»

«Εσύ δεν έχεις αμάξι;»

«Έχω, αλλά στο τρίτο του κόστους μιας ολοκαίνουργης "μπέμπας". Δε βαριέσαι… Η ζωή είναι πολύ μικρή για να μιζεριάζουμε, άρα ας υποστηρίξουμε σθεναρά τις επιλογές μας…»

Ο Σωκράτης με κοίταζε ξαφνιασμένος.

«Σήμερα με έχεις μπερδέψει πολύ! Πάντως ενδιαφέρομαι κι εγώ να βοηθήσω με τους "γιατρούς χωρίς σύνορα", όχι σε αποστολές εκτός συνόρων βέβαια…»

Αποχαιρετιστήκαμε σε φιλική, αν και χλιαρή, ατμόσφαιρα.

* * *

«Τώρα είμαι καλά» έλεγε η Ισμήνη. «Νοιώθω πολύ κουρασμένη, αλλά χαίρομαι που είμαι εδώ… Θυμάμαι που έλεγες ότι οι γυναίκες κάνουν περισσότερες απόπειρες, αλλά δεν τα καταφέρνουν, τις περισσότερες φορές. Εγώ προσπάθησα, σοβαρά. Δεν ήθελα πια, δεν άντεχα… Δεν είναι ότι δεν πήγε καλά ο γάμος μου, αυτό το πήρα απόφαση, αλλά είχαν μαζευτεί πολλά…»

Ο γάμος της Ισμήνης με τον Κέκροπα ήταν ανεξήγητη, εξωφρενική, επιλογή της. Αυτός ήταν δάσκαλος, εμφανίσιμος, δυο χρόνια νεότερος και, ταυτόχρονα, η επιτομή της ανοησίας. Τον είχα συναντήσει δυο -τρεις φορές και δεν πίστευα στα μάτια μου και - κυρίως - στ αυτιά μου: Ο άνθρωπος ήταν ανεπανάληπτος κόπανος. Όταν η Ισμήνη μας τον παρουσίασε ως σύζυγο, νόμιζα ότι αστειευόταν, αλλά το αστείο ήταν ότι έζησαν μαζί σχεδόν τρία χρόνια. Μέχρι το οριστικό τέλος χώρισαν τουλάχιστον έξι φορές. Ατυχώς, η Ισμήνη δεν συνήλθε μετά την απομάκρυνση του Κέκροπα, αντίθετα, τα πράγματα δυσκόλεψαν, άρχισε να έχει ψυχοσωματικές διαταραχές, δεν ήθελε να βγαίνει από το σπίτι, δυσκολευόταν να ανταποκρίνεται στη δουλειά της, στο γυμνάσιο που δίδασκε.

«Για όλα φταίει η κατάρα του Διομήδη» είπε η Ισμήνη και ψευτογέλασε. «Λες και με καταράστηκε να μη μου στεριώσει ένας άντρας της προκοπής στη ζωή μου, μετά απ’ αυτόν… Τους έχω μετρήσει, εκατόν έξι ήταν μετά τον Διομήδη, συν δύο αμφιλεγόμενες περιπτώσεις, που δεν θυμάμαι καλά τι έγινε, γιατί ήμουνα πολύ μεθυσμένη. Από όλους αυτούς άξιζαν δυο παντρεμένοι, ένας μαθηματικός που σκοτώθηκε σε τροχαίο, ένας Ρώσος που εξαφανίστηκε ξαφνικά, άντε να βάλω κι εσένα, που μ έκανες να χαρώ για λίγο… Απορείς γιατί παντρεύτηκα τον Κέκροπα; Ήταν ο μόνος που μου έκανε πρόταση γάμου… Δηλαδή, μου είχε κάνει και ο Διομήδης, όταν είμαστε φοιτητές. Τότε είχα γελάσει πολύ, αλλά με τον Κέκροπα δεν γέλασα, άρχισα να το σκέφτομαι και τελικά συμφώνησα… Και μετά απ’ όλους αυτούς έμεινα μόνη, δεν ήθελα πια ν ακούσω για άντρες, είχα σιχαθεί και την ιδέα ακόμα…»

Η Ισμήνη ήθελε να μιλήσει κι εγώ την άκουγα χωρίς να τη διακόπτω ή να της φέρνω αντιρρήσεις.

«Κι όλα είχαν αρχίσει τόσο όμορφα… Δώδεκα χρονών ήμουν όταν έφυγα για πρώτη φορά από το σπίτι μου. Έφυγα, δηλαδή κρύφτηκα στο πίσω μέρος του βενζινάδικου ενός θείου μου… Με έψαχναν όλοι, αλλά αυτός με βρήκε και τάχα ότι θα φώναζε τον πατέρα μου… καταλαβαίνεις. Αλλά μου άρεσε πολύ, τον είχα εραστή σχεδόν τέσσερα χρόνια. Περασμένα μεγαλεία… Πως θα γυρίσω πίσω στο σπίτι; Πως θα πάω στο σχολείο;»

Δεν ήξερα πώς να την παρηγορήσω. Ο πόνος της μου δάγκωνε την καρδιά, αλλά στοιχειώδης σωφροσύνη επέβαλε την αποφυγή οποιασδήποτε προσωπικής εμπλοκής. Μου είπε και ειδοποίησα μια συνάδελφό της, τη Θάλεια, "τσιμέντο", κατά την έκφραση του Θεύδη.

* * *

Με τον Διομήδη και τον Θεύδη εξακολουθούσαμε να βρισκόμαστε τακτικά. Όταν διαπίστωσα κάποια στιγμή ότι οι δουλειές και οι οικογένειές τους δεν επέτρεπαν να συναντιόμαστε, πρότεινα και συμφωνήσαμε να βρισκόμαστε, οπωσδήποτε, κάθε πρώτη Τρίτη του μήνα και, προαιρετικά, κάθε τρίτη. Το σύστημα λειτούργησε κι έτσι οι φίλοι μου έμαθαν σύντομα τα νέα της Ισμήνης.

Ο Διομήδης κεραυνοβολήθηκε. Έμεινε πολύ ώρα σιωπηλός, μόνο έπινε.

«Αν η Ισμήνη είχε μυαλό στο κεφάλι της τώρα θα είχαμε ζήσει μαζί δεκαπέντε χρόνια και θα συνεχίζαμε… Είμαι σίγουρος ότι με αγαπούσε, αλλά την τράβηξε μακριά μου η μυθολογία της εξόδου… Ξέρετε, η έξοδος προς μιαν άγνωστη, μυστηριώδη και γοητευτική Χώρα των Ανδρών. Ποια κατάρα του Διομήδη; Η Ισμήνη καταναλώθηκε σε αυταπάτες, δεν την καταράστηκε κανένας, μόνη της το επέλεξε… Εγώ δεν ερωτεύτηκα ποτέ ξανά. Ήταν ο πρώτος και τελευταίος έρωτας της ζωής μου, από αυτήν και μετά έμεινα κατά κάποιον τρόπο ερωτικά ανίκανος… Δηλαδή, ως προς το συναισθηματικό μέρος, να μην παρεξηγηθώ… Ας πιούμε στην υγειά της, να της πάνε όλα καλά από δω και μπρος!»

Τσουγκρίσαμε και ήπιαμε.

περισσότερα...

Σάββατο, Μαρτίου 18, 2006

Καλυψώ

(Μάιος 1989)


Να γυρίζεις - αυτό είναι το θαύμα.

Νίκος Καρούζος



Λίγες βδομάδες μετά τους αρραβώνες του Θεύδη, βρισκόμουν στον Άγιο Βασίλειο, σέρνοντας τους ατελείωτους μήνες του αγροτικού. Ήταν Πέμπτη, η μέρα που γύριζα στα γύρω χωριά. Στο τέλος, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι επέμεναν να με κρατήσουν για φαγητό, η γιαγιά έκανε υπέροχες πίττες, τις οποίες συνόδευε με σκανδαλιστικά λουκάνικα, ήπιαμε κάμποσα τσίπουρα με τον μπάρμπα, και ακολούθησε η προτροπή «πέσε, γιατρέ, να κοιμηθείς μια σταλίτσα και φεύγεις κατόπιν». Έτσι επέστρεψα στη βάση μου αργά το απόγευμα. Ο Διοκλητιανός μου φώναξε, χαρούμενος, ότι έχω επισκέψεις.

«Είναι μια κυρία… πήρε τα κλειδιά από την κυρά-Εκάβη και είναι στο σπίτι και σε περιμένει»

Έξω στο δρόμο είδα ένα ακριβό αυτοκίνητο, με ιταλικές πινακίδες. Η κυρά-Εκάβη πότιζε τις γλάστρες της και μόλις με είδε φώναξε «καλώς τα δέχτηκες, γιατρέ!» με χαμόγελο πλατύ και δυο χρυσά δόντια μπροστά-μπροστά. Κάθε σκαλί που ανέβαινα, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατότερα. Στάθηκα μπροστά στην κλειστή πόρτα, πήρα μερικές βαθιές αναπνοές και μπήκα. Στη σκοτεινιά του κλειστού χώρου την είδα να κάθεται κοντά στο παράθυρο, στην άκρη του κρεβατιού, ξεφυλλίζοντας κάποιο περιοδικό. Με το θόρυβο της πόρτας σηκώθηκε και έστρεψε. Δεν έβλεπα παρά το περίγραμμά της, τονισμένο με έντονη χρυσή γραμμή, παιγνίδι του ηλιοβασιλέματος. Ακούμπησα την τσάντα μου δίπλα στην πόρτα και προχώρησα. Αυτή έκανε δυο βήματα, άπλωσε τα χέρια της προς το μέρος μου, ακούμπησε στον ώμο και το στήθος μου και είπε γελαστή «όχι υστερίες, ε;»

Είχαμε να πούμε πάρα πολλά, αλλά κανένας από τους δύο δε βιαζόταν. Η Καλυψώ με κοίταζε γελαστά, τρυφερά κι εγώ ξαφνιασμένος προσπαθούσα να μαντέψω τι κρυβόταν πίσω από το χαμόγελό της, πόσες αλλαγές έκρυβε το φόρεμα που φορούσε, τι ήταν εκείνο που την έσπρωξε να εμφανιστεί ξαφνικά. Αρκετή ώρα στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον, χωρίς να μιλάμε. Όσες φορές δοκίμασα να πω κάτι, το χαμόγελο της Καλυψώς γινόταν έντονο, λαμπερό, μεταδοτικό και σταματούσα. Τότε σκέφτηκα να ξεπεράσω την αμηχανία καταφεύγοντας σε γνωστούς κώδικες. Πήγα ως την αγροτική μου κάβα και ετοίμασα για την Καλυψώ το δυνατό κοκτέιλ που προτιμούσε. Της έδωσα το ποτήρι, κρατούσα το δικό μου με το άλλο χέρι, άγγιξαν απαλά τα κρύσταλλα. Ήθελε και αυτή να με ξαναβρεί. Ανέβασε λίγo την ένταση της μουσικής που ακουγόταν - ένα jazz κομμάτι που δεν το ήξερα. Άφησε το ποτήρι και με ήρεμες κινήσεις άρχισε να γδύνεται μέσα στο απαλό μισοσκόταδο. Ελευθέρωσε ένα - ένα τα κουμπιά, το φόρεμά της γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα. Έβγαλε τα υπόλοιπα, έμεινε μονάχα με τα κοσμήματά της. Πέταξε τις γόβες της, ανέβηκε στο κρεβάτι πήρε μιαν άκρως σκανδαλιστική στάση και άρχισε να χαϊδεύεται, πρώτα στα στήθη και τους γοφούς, μετά γλίστρησε το χέρι ανάμεσα στα πόδια της. Δεν μπορούσα να δω την έκφρασή της, άκουγα όμως τις βαθιές της αναπνοές. Ένοιωσα τα σωθικά του να καίνε, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, το μυαλό μου θόλωνε όλο και περισσότερο. Για πρώτη φορά, μετά τα παιδικά μου χρόνια, ψιθύρισα, νοερά, μια προσευχή: «Θεέ, αν ασχολείσαι μ' αυτά, σ' ευχαριστώ που την έφερες εδώ… Δώσε μου τώρα τη δύναμη να την απολαύσω χωρίς επιφυλάξεις και το κουράγιο να αντέξω, όταν τη χάσω ξανά…»

* * *

Έστριψα τσιγάρα και ανάψαμε.

«Δεν άλλαξες καθόλου… μάλλον άλλαξες, προς το καλύτερο»

«Τι έγιναν οι θρυλικοί οργασμοί σου; Τι συμβαίνει;»

Η Καλυψώ μελαγχόλησε, αλλά δε δίστασε.

«Δεν τα πάω καλά, δε μπορώ πια, όταν είμαι με άντρα. Μονάχα μόνη μου, δύσκολα... Είναι καιρός τώρα, πάνω από τρία χρόνια»

Ένοιωσα τη θλίψη της να περνάει στο αίμα μου, όπως νωρίτερα είχα νοιώσει τον αισθησιασμό της.

«Από τότε που ο Ιάσονας με χτύπησε... Έκανα επεμβάσεις εδώ, εδώ, εδώ, δε φαίνεται σχεδόν τίποτε. Το κακό είναι αυτό, δεν έχω πια οργασμούς, καθόλου... Προσπαθώ να ζήσω και χωρίς αυτούς»

Μιλούσε ψιθυριστά, ακουμπώντας το μάγουλό της στον ώμο μου.

«Γιαυτό εξαφανίστηκες;»

«Όχι, όχι, τότε ούτε καν το είχα συνειδητοποιήσει, πέρασε πολύς καιρός που δεν πήγα με κανέναν... Δε θέλω να σου πω τώρα γιατί έφυγα, τι έκανα, μη με ρωτήσεις…»

Έσκυψα να τη φιλήσω και αισθάνθηκα στα χείλη μου τα δάκρυά της.

«Δε ρωτάω τίποτα, μου φτάνει που σε βλέπω ξανά»

Την αγκάλιασα συγκλονισμένος, η θεά μου ήταν για πρώτη φορά τρωτή, πληγωμένη… Ένοιωσα τον έρωτα να φουσκώνει σαν κύμα και να με κατακλύζει. Την κράτησα για ώρα. Η Καλυψώ ξέσπασε σε κλάματα, ηρέμησε, η ατμόσφαιρα αποφορτίστηκε και λίγο αργότερα ανάψαμε το φως.

* * *

Μέναμε όλες τις ώρες μαζί, εκτός από εκείνες που ήταν απαραίτητες για να διεκπεραιώσω τα ιατρικά μου καθήκοντα. Πήγαμε μέχρι τη Ναύπακτο και προμηθευτήκαμε το απαραίτητο αλκοόλ, η κυρά-Εκάβη μαγείρευε, συνοδεύοντας τα φαγητά της με πονηρά χαμόγελα και σχόλια του τύπου «τρώγε να καρδαμώσεις γιατρέ, κομμένος μου φαίνεσαι σήμερα». Με είχε ρωτήσει, με την καταπληκτική της άνεση, που πηγαίνω όταν φεύγω από το χωριό και της είχα πει ότι πηγαίνω στην αρραβωνιαστικιά μου, την οποία η κυρά-Εκάβη, ευλόγως, ταύτισε με την Καλυψώ.

Αφηγήθηκα, χωρίς περιττούς μελοδραματισμούς, το συναισθηματικό μου χάλι μετά το χωρισμό μας και πως μάθαινα τα νέα της μέσω του Αλκιβιάδη. Με ρώτησε, επίμονα, για τις γυναίκες που είχα, ήθελε να μάθει για κάθε μια, πως την πλησίασα, γιατί μου άρεσε, αν ήταν καλή στο κρεβάτι, αν με ευχαριστούσε. Ξαφνιάστηκε όταν έμαθε πως τελευταία τα είχα με την Ισμήνη, δεν έδειξε όμως καμιά ταραχή, που έμπαινε ξαφνικά μπροστά της.

Μετά τις πρώτες ώρες το κλίμα άλλαξε, εξαφανίστηκε η αρχική μελαγχολία και περνούσαμε με ευθυμία και γέλια. Είχε ξαναφανεί μεταξύ μας η γνωστή ζέστη κι αυτό μας έφτιαξε το κέφι για τα καλά. Της έλεγα πως δεν ήθελα να κάνουμε έρωτα, αφού εκείνη είχε πρόβλημα, αλλά η Καλυψώ επέμενε, κατάφερνε πολύ εύκολα να με ερεθίζει και ήξερε να με κάνει να τρελαίνομαι, με χίλιους τρόπους. Γρήγορα συνήθισα την καινούρια κατάσταση, αλλά δεν έπαυε να μου φαίνεται κάτι μισό, αφού είχα συνηθίσει στην ιδέα ότι τα ταμπούρλα του έρωτα πρέπει να χτυπάνε και για τους δύο.

* * *

«Δεν μπορώ να κατέβω στην Αθήνα αυτό το Σαββατοκύριακο…»

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Κάτι μου έτυχε...»

«Μόνο σ' ένα πράγμα πηγαίνει το μυαλό μου. Αυτό είναι;»

«Ναι…»

«Καλά… Κάνε τη δουλειά σου»

Έκλεισε ήρεμα το τηλέφωνο και με άφησε με πικρή επίγευση, γιατί η Ισμήνη δεν ήταν μια οποιαδήποτε γυναίκα, αλλά κάτι ξεχωριστό. Ωστόσο, η παρουσία της Καλυψώς δεν άφηνε κανένα περιθώριο. Μετά την αναγκαία, όσο και δυσάρεστη παρένθεση του τηλεφωνήματος, επέστρεψα ολόκληρος σ' αυτήν.

* * *

Η Καλυψώ κατάλαβε αμέσως ότι είχα μιλήσει με την Ισμήνη και παρατήρησε πως κάθε φορά που έρχεται, στεναχωρεί κάποια γυναίκα.

«Και κάθε φορά που φεύγεις, πεθαίνεις εμένα… όλα είναι μέσα στο παιγνίδι»

«Και συ αφήνεις τις γυναίκες, άρα μην παραπονιέσαι!»

Την κοίταξα χωρίς να μιλώ, κουνώντας το κεφάλι αποδοκιμαστικά. Η Καλυψώ έφτιαξε ποτά και έβαλε μουσική στο μαγνητόφωνο.

«Αναρωτιέμαι, οι γυναίκες αυτές ήταν ερωτευμένες ή ήταν μαζί σου τυχαία, θέλω να πω, θα μπορούσαν να βρίσκονται με οποιονδήποτε άλλον;»

«Και τα δύο, υποθέτω... Με τον τρόπο της η καθεμιά ήταν ερωτευμένη. Η Χρυσηίδα ήταν ερωτευμένη με την ιδέα του μεγάλου έρωτα, στη θέση μου θα μπορούσε να βρίσκεται οποιοσδήποτε άλλος, όπως είπες. Δεν αγάπησε ποτέ το είναι μου, τις δυνατότητές μου, τα άλλα μου πρόσωπα, που έψαχναν τότε τρόπο να εκφραστούν, ούτε καν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτά. Αγαπούσε το ότι ήμουν δίπλα της, αγαπούσε το ρόλο που με έβαζε να παίζω, αλλά αυτό για μένα ήταν απαράδεκτο, γι’ αυτό και την εκτόπισες τόσο εύκολα τότε... Το ρόλο που έπαιζα εγώ τον έχει τώρα κάποιος μηχανικός, νομίζω παντρεύτηκαν κιόλας»

«Η Ανατολή όμως δεν ήταν το ίδιο...»

«Αυτή επέμεινε εξαιτίας σου, δεν ήθελε να παραδεχθεί πως πριν καλά καλά με γνωρίσει, θα έπαιρνε πόδι για χάρη κάποιας ουρανοκατέβατης γυναίκας... Το γεγονός ότι ξαφνικά έγινα απαγορευμένος καρπός, αύξησε την ερωτική της διάθεση στο πολλαπλάσιο, αλλά φυσικά ούτε κι αυτή είχε καμιά σχέση με τον πραγματικό εαυτό μου, είχε υπόψη ένα ψεύτικο είδωλο, σε ιδιόμορφες συνθήκες ανταγωνισμού…»

«Είχε όμως ψυχή αυτή η κοπέλα! Θυμάσαι που ήρθε στο σπίτι και έκανε εκείνη τη φοβερή φασαρία;»

«Εσύ όμως δεν έδωσες καμιά σημασία...»

«Έλα τώρα, δεν ήταν η Ανατολή γυναίκα που θα μπορούσε να με ανταγωνιστεί...»

«Όπως τώρα δε μπορεί η Ισμήνη…»

«Ακριβώς. Ομολογώ ότι συμπαθούσα την Ισμήνη, αλλά δε νομίζω ότι είναι γυναίκα για σένα, είναι καλή, αλλά λίγη. Αλήθεια, αυτή δεν είναι ερωτευμένη με κάτι από σένα;»

«Είναι ερωτευμένη με την ιδέα ότι εγώ δεν ξεπούλησα φτηνά τις αρχές που υποτίθεται πως πρόδωσαν οι υπόλοιποι… Αλλά κι εγώ σχεδόν την έχω ερωτευθεί. Η ιστορία μας όμως έχει κάτι παράταιρο, είναι πολλά χρόνια καθυστερημένη… Όμως την αγαπώ γιατί είναι αληθινή και επιπλέον έχει περάσει πολλά, έχει ζήσει πολλούς και έντονους έρωτες…»

«Τι είπε όταν έμαθε ότι είμαι εδώ;»

«Να κάνω τη δουλειά μου. Το είπε ήσυχα, σχεδόν περιφρονητικά... Αναρωτιέμαι αν θα πάω να τη βρω, όταν θα φύγεις…»

Η Καλυψώ τινάχτηκε.

«Δεν είπα εγώ ότι θα φύγω!... Δεν είπα όμως ότι θα μείνω…»

Ακολούθησε μια παρατεταμένη σιωπή, γεμάτη ένταση. Αλλά ήμουν γερά προπονημένος πια και την έσπασα δίνοντας της με το χαμόγελό μου την ευκαιρία να συνεχίσει:

«Τελικά ποια σ' έχει αγαπήσει γι’ αυτό που είσαι;»

«Τις βδομάδες και τους μήνες και τα χρόνια που πέρασαν το σκέφτηκα καλά... Η μόνη γυναίκα που με κατάλαβε και με αγάπησε, όπως ήθελα εγώ, ήσουν εσύ, εσύ μου προξένησες τον σκληρότερο πόνο…»

«Μη μου το κάνεις αυτό…»

«Για όλα φταίει η αυτοκαταστροφική σου τάση, η αδυναμία σου να αγαπήσεις τον άλλον περισσότερο από τον εαυτό σου και να επιμείνεις σε κάτι που πράγματι άξιζε τον κόπο... Έχω λάθος;»

Η Καλυψώ δε βιάστηκε να απαντήσει. Σηκώθηκε και ετοίμασε προσεκτικά τα ποτά.

«Ίσως έκανα λάθος που έφυγα, αλλά δεν ένοιωθα πια καλά, είχα πρόβλημα, δε μπορώ να υποκρίνομαι... Ούτε μπορώ να ζητήσω συγνώμη, γιατί έκανα αυτό που ήθελα!»

Πράγματι, είχε ξαναβρεί τη φόρμα της… Με κοίταξε ερωτηματικά, να δει πως πήρα τα λόγια της. Σήκωσα τους ώμους και τα χέρια, γέλασα.

«Δεν θέλω συγνώμες, απλώς εγώ σε αγάπησα χωρίς όρους, χωρίς όρια, δεν έχω εγωισμό στον έρωτά μου, εσύ όμως έχεις… Δεν σε κατηγορώ, απλώς το διαπιστώνω…»

Ήξερα πολύ καλά τι θα γινόταν σε λίγο καιρό, αλλά δεν τολμούσα να φέρω την κουβέντα. Δε μεσολάβησε κι άλλη σιωπή, η Καλυψώ πήρε για μια ακόμα φορά την πρωτοβουλία και με τράβηξε στα μαγικά της ακρογιάλια.


* * *

Αργά τις νύχτες, δεν μου κολλούσε ύπνος. Στο μυαλό μου στροβιλιζόντουσαν τα περασμένα και υποθέσεις για τα μελλούμενα. Η Καλυψώ κοιμόταν, εγώ αγρυπνούσα. Έπαιρνα τότε από το μεγάλο ξύλινο κουτί ένα από τα κουβανέζικα πούρα που είχε φέρει για μένα, έβγαινα στο μπαλκονάκι και κάπνιζα, μέσα στην απόλυτη ησυχία. Ένα βράδυ ένοιωσα, ξαφνικά, τα χέρια της να με αγκαλιάζουν.

«Που ταξιδεύεις;»

«Μακριά, έτη φωτός από τώρα»

Βολεύτηκε στην αγκαλιά μου.

«Πες μου! μου αρέσουν οι αφηγήσεις για μακρινά ταξίδια…»

Της θύμισα τη βραδιά στη Θεσσαλονίκη, τότε που μου είχε ανακοινώσει πως περίμενε παιδί. Σφίχτηκε πάνω μου.

«Εκείνο το ξημέρωμα όταν τελειώσαμε τον έρωτα και κοιμήθηκες, εγώ, καληώρα όπως τώρα, δεν είχα ύπνο. Κάθισα στο γραφείο, σε κοιτούσα και έγραψα κάτι, σ' ένα χαρτί. Το βρήκα αυτό το χαρτί, νάτο….»

Η Καλυψώ πήρε τη σελίδα στα χέρια της και διάβασε δυνατά:

«Η αυγούλα ξεπρόβαλε συναχωμένη πίσω από τις πλάτες του Σέιχ-Σου. Η Καλυψώ κοιμάται ήσυχη και τα όνειρά της είναι βαμμένα με λαμπερά κόκκινα, καναρινί, ασημιά και γαλάζια. Είμαι ερωτευμένος μέχρι τις άκρες των νυχιών μου, είμαι ερωτευμένος, καπνίζω στο μπαλκόνι και σκέφτομαι τα νησιά, που μας περιμένουν, τον ήλιο, τη θάλασσα και τη χαρά, πρωταγωνιστώ στο θέατρο της ίδιας μου της ζωής και το έργο έχει πια στραφεί οριστικά προς την ηδονή και την ευφροσύνη, κάνει σουξέ, οι θεατές ανυψώνονται πάνω από τις πολυθρόνες τους, μας ακολουθούν ψηλά στα σύννεφα, στα καταπληκτικά σκηνικά των ανέμων, χειροκροτούν και επιδοκιμάζουν, χαίρονται μαζί μας, επειδή σε λίγο θα πάρουμε την πλατιά λεωφόρο για τα μελλούμενα, και τα μελλούμενα είναι μέλι, καρύδια, γλυκό κρασί και πλατιά χαμόγελα»

Όταν τελείωσε, η φωνή της και τα χέρια της έτρεμαν.

«Είμαστε άτυχοι τότε» είπε, «αν είμαστε τυχεροί, όλα θα ήταν διαφορετικά…»

Μπήκε μέσα. Δίπλωσα την παλιά σελίδα και την ακολούθησα.


* * *

Η Καλυψώ δεν ήθελε να αφήσουμε τον Άγιο Βασίλειο. «Μια χαρά περνάμε» έλεγε. Εν τω μεταξύ ο Μάιος κόντευε να τελειώσει, είχαν περάσει δεκαέξι μέρες από τον ερχομό της. Από την τρίτη ή τέταρτη μέρα, οι οργασμοί της επέστρεψαν θριαμβευτικά, έντονοι και πολλαπλοί, τώρα οι φωνές της ταξίδευαν μέσα στη νύχτα και σκανδάλιζαν την κυρά-Εκάβη. «Η ευλογημένη η Καλυψώ...» μου είπε μια μέρα και τα χρυσά της δόντια έλαμπαν περισσότερο από ποτέ «σίδερο στη μέση σου γιατρέ!»

Τη δέκατη έβδομη μέρα η Καλυψώ σηκώθηκε πρωί, συγύρισε κάπως, έκανε καφέ και με ξύπνησε. «Τι τρέχει, γιατί έτσι πρωινή σήμερα;» ρώτησα ξαφνιασμένος.

«Είναι γιατί σήμερα θα φύγω και θέλω να προλάβω να σου πω μερικά πράγματα. Εδώ και έξι μήνες είμαι παντρεμένη. Γιατί δε γελάς; Αλήθεια είναι, παντρεύτηκα με πολιτικό γάμο στο δημαρχείο της Νάπολης, αυτός είναι αμερικάνος, αξιωματικός. Αύριο θα έρθει στην Αθήνα, όπου υποτίθεται βρίσκομαι εγώ όλον αυτόν τον καιρό, θα κάνουμε ένα μεγάλο ταξίδι στην Αίγυπτο και το Μαρόκο... Γιατί με κοιτάς έτσι;»

«Γιατί, κάθε φορά, μου το λες απότομα;»

«Για να αποφύγουμε και οι δύο τη μιζέρια… Θέλεις να σου πω για τον άντρα μου; Σε αγαπάω, το ξέρεις, αλλά το έχω πάρει πια απόφαση, αυτός είναι το ζωτικό ερωτικό μου κέντρο. Είναι απλός, ευγενικός, σχετικά μορφωμένος και πολύ σίγουρος, η προσωποποίηση της ασφάλειας. Είναι ο μόνος που στην αρχή δεν τον ήθελα και τελικά με κέρδισε με την υπομονή και τη λεπτότητά του. Θέλεις να δεις φωτογραφία του;»

«Όχι!»

«Όπως θέλεις... Πρέπει όμως να σου πω πως όταν συναντηθήκαμε, πριν 7-8 μήνες, ήμουνα κουρέλι, κυριολεκτικά, είχα καταντήσει αγνώριστη. Αυτός ήταν που με βοήθησε και συνήλθα»

«Γιατί δεν ερχόσουν σε μένα;»

«Δε μπορούσα, φοβόμουνα, ντρεπόμουνα. Ήθελα πολύ να σε δω, αλλά να είμαι κι εγώ σε φόρμα, όπως τώρα. Δεν περάσαμε καλά;»

«Ναι, περάσαμε καλά…»

Έκανε ότι δεν πρόσεξε την απάντησή μου και συνέχισε;

«Ομολογώ ότι σκεφτόμουν συνέχεια να τον αφήσω και να μείνω μαζί σου, αλλά αυτή τη φορά θα φερθώ λογικά και δεν θα το κάνω... Θα γυρίζαμε πάλι στη μιζέρια της Θεσσαλονίκης, πρέπει να φύγω τώρα, που σ' αγαπώ σαν τρελή. Ο μίστερ θα πάθει την πλάκα του, όταν με δει στο κρεβάτι, δεν είναι ψώνιο; Άντε, γέλασε λίγο!»

Πλησίασε και την αγκάλιασα. Τα μάτια της παιγνίδιζαν, μαύρα και ακαταμάχητα. Την κράτησα δυνατά από τους ώμους.

«Αν ήμουν περισσότερο αυθόρμητος, θα μπορούσα να σε σκοτώσω… όπως κόντεψε να κάνει ο Ιάσονας, όπως δεν αποκλείεται να το κάνει ο αμερικάνος… Αυτή τη φορά όμως δε με ξάφνιασες, ήξερα από την αρχή ότι θα φύγεις γρήγορα, δηλαδή το περίμενα, αλλά όσο να ‘ναι... Είναι παράλογο, είμαι τρελός για σένα, αλλά δε μπορώ να σου πω τίποτα κακό, δεν μπορώ να σκεφτώ άσχημα...»

Η Καλυψώ κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου και με σταμάτησε.

* * *

«Να παντρευτείς και συ!» μου είπε λίγο πριν φύγει. «Όχι την Ισμήνη, να βρεις κάποια μικρούλα που να πηγαίνει στο γυμναστήριο και να μαθαίνει ξένες γλώσσες. Να σ' αγαπάει πολύ, μου φαίνεται πως οι κοπέλες είναι πιο ρομαντικές τώρα, να δακτυλογραφεί με επιμέλεια τα γραφτά σου, κι ας μην τα καταλαβαίνει όλα. Να μην είναι νευρωτική, να μην καπνίζει, να μην πίνει όπως εγώ, να φοράει κόκκινα καρό πουκάμισα όταν πηγαίνετε εκδρομές έξω απ' την Αθήνα, ν' αγαπάει τους γονείς της, να είναι ξανθιά και καλόκαρδη, όχι μελαχρινή και στριμμένη, να σου είναι πιστή και συ να της φέρνεις λουλούδια, κοσμήματα και γλυκά...»

Χαμογελούσα, αλλά είχα λειώσει, δεν μπορούσα να μην αισθάνομαι την ευτυχία να γλιστρά και πάλι μέσα από τα δάχτυλα μου, όπως η λεπτή καλοκαιρινή άμμος.

«Αυτό θα κάνεις… Εγώ θα φεύγω από τον αμερικάνο και συ θα λες στην καλόκαρδη ξανθιά σου ότι πρέπει να λείψεις σε συνέδριο, για έμπνευση, ότι αρρώστησε κάποιος φίλος... Θα συναντιόμαστε τότε σε ξενοδοχεία, θα πίνουμε, θα τα λέμε, θα γελάμε, θα ερωτευόμαστε και θα περνάμε καλά. Μετά θα γυρίζουμε καθένας στο ζωτικό του κέντρο και η ζωή μας θα κυλάει σαν παιγνίδι. Εντάξει;»

«Ναι» μουρμούρισα, αποφεύγοντας να πω οτιδήποτε άλλο, γιατί ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα.

«Μην έλθεις κάτω…»

Σε λιγότερο από ένα λεπτό, ακούστηκε ο θόρυβος του δυνατού αυτοκινήτου. «Τελείωσε...» μουρμούρισα και πήγα στο παράθυρο. Ακούμπησα το μέτωπό μου στο κρύο τζάμι και ένοιωσα τα δάκρυά μου να κυλάνε.

περισσότερα...