Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2005

Περιμένοντας να σταματήσει η βροχή

(Νοέμβριος 1979 – Φεβρουάριος 1980)

Ω νεότητα
πληρωμή του ήλιου
αιμάτινη στιγμή
που αχρηστεύει το θάνατο

Οδυσσέας Ελύτης


Αρχές Νοεμβρίου, κάθε πρωί οι πρωτοετείς σχηματίζαμε τεράστιες ουρές μπροστά στα σφαλιστά αλουμινένια παράθυρα των Γραμματειών. Γεμίζαμε ασφυκτικά τους ρυπαρούς διαδρόμους του Κτηρίου Διοίκησης του ΑΠΘ. Είχαμε να εγγραφούμε, να πάρουμε το φοιτητικό πάσο, βεβαιώσεις για την αναβολή από το στρατό, για φορολογική χρήση – και άλλες που δε θυμάμαι πια το αντικείμενό τους. Άλλα πρωινά πάλι συνωστιζόμαστε στη φοιτητική Λέσχη – να πάρουμε τα κουπόνια του φαγητού ή να περάσουμε από ιατρικές εξετάσεις.

Μια βροχερή έφτασα καθυστερημένος και στάθηκα στο τελείωμα μιας δεινοσαυρικής ουράς από άγνωστες ακόμα φυσιογνωμίες. Παρατηρούσα με ενδιαφέρον όσα από τα νεανικά πρόσωπα των συναδέλφων – κυρίως των κοριτσιών- μπορούσα να διακρίνω, αλλά έτσι κι αλλιώς το οπτικό πεδίο ήταν περιορισμένο, κατειλημμένο από επαρχιώτες μαντράχαλους σαν κι εμένα. Έβγαλα το πακέτο και άναψα τον τέταρτο ή τον πέμπτο Άσσο σκέτο της μέρας. Όταν πάτησα τη γόπα στο μωσαϊκό στριμώχτηκα λίγο στην πόρτα και προσπάθησα, εκμεταλλευόμενος το ύψος μου, να διακρίνω στο βάθος του διαδρόμου. Τίποτα δε σάλευε.

«Τι ώρα ανοίγει η Γραμματεία;» ρώτησε ο διπλανός μου, ένας αδύνατος σγουρομάλλης με γαμψή μύτη, που είχε φτάσει μετά από μένα.

«Δεν ξέρω, να ρωτήσω τους μπροστινούς»

Θα άνοιγε στις έντεκα και ήταν ακόμα δέκα και τέταρτο. Ο συνάδελφος φυσούσε και ξεφυσούσε.

«Στις έντεκα; Και πόση ώρα χρειάζεται για τον καθένα; Ένα, δύο λεπτά; Αμ δε θα έρθει ποτέ η σειρά μας… Δεν πάμε καλύτερα για καφέ;»

«Για κοίταξε τι γίνεται πίσω σου…»

Έστρεψε και αντίκρισε καμιά δεκαριά, που είχαν μόλις καταφθάσει, να μπλοκάρουν τα σκαλοπάτια. Αφού δε με βρήκε συνεργό στην αντιμετώπιση του προβλήματος δια της αναβολής του, έμεινε κι αυτός στην ουρά.

Η ώρα πέρασε με συζήτηση περί μουσικής. Ο φίλος ήταν Αθηναίος από το Παγκράτι και ήταν λάτρης του ελληνικού τραγουδιού. Μου έλεγε πως πήγαινε ταχτικά στου Τσιτσάνη, είχε πάει μερικές φορές στον Ζαμπέτα, στον Διονυσίου, τον Μητροπάνο, τον Νταλάρα, την Αλεξίου, τη Μοσχολιού, αλλά και το Βοσκόπουλο και τον Γιώργο Μαργαρίτη. Είχε παρακολουθήσει συναυλίες του Μίκη, του Λεοντή, του Ξαρχάκου, του Μαρκόπουλου και του Μικρούτσικου, τις περισσότερες σε φεστιβάλ που έκαναν οι κομματικές νεολαίες της αριστεράς.

Στην επαρχία μου δεν υπήρχε τέτοιος μουσικός αναβρασμός, αλλά ήξερα καλά τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα από τα τζουκ μποξ και τα πανηγύρια – γνώριζα και όσα από τα τραγούδια έπαιζε το ραδιόφωνο, δηλαδή το Δεύτερο Πρόγραμμα και το Τρίτο του Μάνου Χατζιδάκι. Ιδιαίτερη προτίμηση μου ήταν τότε ο Σαββόπουλος. Είχα όλα τα έργα του, αντιγραμμένα σε κασέτες, στο τοπικό δισκοπωλείο. Αφηγήθηκα στον Θεύδη το σκανδαλισμό που προκάλεσα στο χωριό μου, σε όσους άκουσαν για πρώτη φορά τους «Αχαρνής». Η συλλογή μου περιείχε κυρίως ροκ, σε όλες τις εκδοχές του, όση τζαζ έφτανε στην Πελοπόννησο και λίγη κλασσική μουσική. Την εμπλούτιζα συστηματικά με ηχογραφήσεις που έκανα ο ίδιος από το ραδιόφωνο – στο οποίο άλλωστε όφειλα την ευρύτητα των μουσικών μου ακουσμάτων.

Ο χρόνος κυλούσε αργά, η ουρά άρχισε να αργοσαλεύει κι εμείς να πλησιάζουμε σταθερά προς το βάθος του διαδρόμου, όπου το παράθυρο εξυπηρέτησης. Στο μεταξύ στριμωχνόντουσαν μπροστά μας για να βγουν από το ναό οργάνωσης της γνώσης στον καθαρό αέρα, όσοι και όσες είχαν καταφθάσει νωρίτερα. Σ’ αυτές τις άβολες συνθήκες ήρθα σε επαφή (σπρώξιμο – στρίμωγμα - ζούληγμα) με σχεδόν ολόκληρο το έτος μου. Στις μια παρά πέντε έφτασε η σειρά μου. Καθώς έβγαζα από την τσέπη του τζάκετ την αστυνομική ταυτότητα, ξέσπασε πίσω μου μια ομοβροντία από βλαστήμιες και βρισιές.

«Ρε την ατυχία μου… ρε τη γκαντεμιά μου… Ρε, εδώ είναι της Ιατρικής!»

«Και τι ήθελες να είναι;»

«Της Νομικής! Εγώ είμαι της Νομικής!»

Ολόκληρη η ουρά των μελλοντικών γιατρών ξέσπασε σε ομηρικά γέλια, καθώς οι μπροστινοί εξηγούσαν το γιατί της φασαρίας στους πίσω.

Έτσι γνωριστήκαμε με τον Θεύδη, από ένα τραγικό λάθος που προκάλεσε η αφηρημάδα του. Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα εξακολουθεί να είναι ο πιο σημαντικός – εν ζωή – φίλος.

* * *

Εκείνος ο χειμώνας ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρων – τουλάχιστον για εμάς τους πρωτοετείς. Σχεδόν όλοι νεοφερμένοι στην πόλη ψάχναμε για σπίτι. Συγκατοίκησα με έναν μακρινό μου συγγενή, τον Διομήδη, σ΄ ένα ρετιρέ κοντά στο γήπεδο του ΠΑΟΚ. Δεν τον ήξερα από πριν, οι μανάδες μας ήταν φίλες και πέμπτες εξαδέλφες και το κανόνισαν. Η συγκατοίκηση πήγε πολύ καλά παρόλο που μαλώσαμε αμέσως για τα πολιτικά - ο Διομήδης ήταν Κνίτης, βαμμένος! Κουβαλήσαμε τα λιγοστά μας υπάρχοντα και απολαμβάναμε τον πρώτο απογευματινό καφέ στο μπαλκόνι – ένα μπαλκόνι με εκπληκτική θέα τριών πέμπτων του κύκλου: Βλέπαμε το Σεϊχ Σου, το λιμάνι και τη νέα παραλία έως τον γιγαντιαίο τροχό του λούνα πάρκ στη Σαλαμίνα. Πριν πιω δεύτερη γουλιά το μάτι μου στάθηκε ακριβώς απέναντι, σε μια γκαρσονιέρα με κόκκινο ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ στα κάγκελα. Ειδοποίησα αμέσως τον θεύδη, ο οποίος κατέφθασε με τη μάνα του και την έπιασε. Η γειτνίαση διευκόλυνε το σχηματισμό μιας ετερόκλητης τριάδας, η οποία αποδείχτηκε πολύ ανθεκτική στο χρόνο.

Όχι ότι περνούσαμε άσχημα ως μαθητές ή υποψήφιοι, για την ακρίβεια περνούσαμε τόσο καλά όσο καμιά αντίστοιχη ηλικία σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα. Όπως και να το κάνεις όμως, αυτή η περίοδος στη ζωή του ανθρώπου ποτέ δεν είναι ανέφελη. Μπροστά υπάρχουν οι εξετάσεις, πάντοτε δύσκολες για τις δημοφιλείς σχολές και στο μεταξύ η γκρίζα καθημερινότητα του σχολείου, το οποίο, τουλάχιστον προς το τέλος, καταντά ανυπόφορο.

Πρωτοετείς στο Αριστοτέλειο, νοιώθαμε πως -επιτέλους! - ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και για μας. Ο Θεύδης είχε κωδικοποιήσει τα πράγματα: «Όχι πια διάβασμα, ελεύθερο καθημερινό ξενύχτι, απόλυτη δυνατότητα εξερεύνησης του άλλου φύλλου, προσωπική δημιουργία, πολιτική». Κάμποσο καιρό μείναμε μονάχα στο ξενύχτι, με πολύ αλκοόλ και τσιγάρο και σε ατελείωτες συζητήσεις σχετικά με τα υπόλοιπα. «Δεν ξέρω τι θα γίνει όταν κατακτήσει την εξουσία το ΠΑΣΟΚ, σήμερα οι πρωτοετείς σπανίως διαθέτουν ερωτική εμπειρία. Όσοι μαθητές λυκείου πηδούσαν εκτός μπουρδέλου, αποτελούν εξαιρέσεις του κανόνα…» διαπίστωνε ο Θεύδης. «Βλέπεις, έχουμε μεγαλώσει σε συνθήκες που αποτρέπουν πιεστικά την έγκαιρη έλευση της Αφροδίτης - και του Πανός και του Διονύσου… Τώρα όμως ανοίγεται μπροστά σε όλους μας πεδίον δόξης λαμπρόν!».

Στο μεταξύ περνούσαμε τα βράδια μεταξύ μας. Κάποια φορά, στο σπίτι του Θεύδη, έλειπε ο Διομήδης αλλά είχαν προστεθεί ο Κατιλίνας και ο Ιούλιος, της Οδοντιατρικής. Περασμένες τρεις, πίναμε κονιάκ και ακούγαμε τον ολόφρεσκο «Σταυρό του Νότου». Ο Θεύδης μας ανακοίνωσε το σχέδιό του να αρχίσει τη συγγραφή ενός πρωτότυπου λεξικού για της πολιτικής γλώσσας.

«Ας πούμε, πηγαδάκι. Τι είναι;»

«Ε, καλά…» είπε ο Κατιλίνας. «Είναι το… το…»

«Μην παιδεύεσαι. Είναι η δημοφιλής, μακρόσυρτη αντιπαράθεση ορθίων συνδικαλιστών, σχεδόν πάντοτε της αριστεράς, συνήθως περί θεμάτων υψηλής εγχώριας και διεθνούς πολιτικής. Η ονομασία προέρχεται από την κυκλική διευθέτηση των παρισταμένων, η οποία θυμίζει πηγάδι…»

«Καλό» είπα. «Έχεις ορισμό για τη στρατολογία;»

«Αμέ! Θα έλεγα η εγγραφή νέου τινός επαναστάτου κατά δήλωσιν, εις οργάνωσιν της αριστεράς. Συνοδεύεται υπό ‘‘βιογραφικού σημειώματος’’, το οποίο βρίθει από φοβερές και τρομερές κοινοτυπίες περί της προλεταριακής επαναστάσεως, γραμμένες με απολύτως σοβαρόν ύφος. Η στρατολογία ολοκληρώνεται με ‘‘έγκριση του βιογραφικού’’ από τη συνέλευση της ‘‘οργάνωσης βάσης’’ στην οποία θα ενταχθεί ο νέος επαναστάτης».

«Αυτά είναι εύκολα!» δήλωσε ο Κατιλίνας. «Έχεις ορισμό για τον ρεβιζιονιστή;»

«Με προκαλείς άδικα… Ρεβιζιονιστής, δηλαδή ‘‘αναθεωρητής’’, από το revision. Στη διάλεκτο της αριστεράς νοείται αυτός που ‘‘αναθεωρεί την κλασσική μαρξιστική – λενινιστική διδασκαλία’’, τουτέστιν ένα κάθαρμα στην υπηρεσία του ‘‘ταξικού εχθρού’’, το οποίον αξίζει βαθύτατη περιφρόνηση, εφ’ όσον βεβαίως δεν είναι δυνατόν να τουφεκιστεί πάραυτα!».

Η παρέα χειροκρότησε την επίδειξη του Θεύδη. Στο μεταξύ ο Κατιλίνας, επιδέξιος στιχοπλόκος, έγραψε κάτι σ’ ένα χαρτί και μας το διάβασε.

«Ζητώ ταπεινά συγγνώμη από τον Καββαδία, αλλά τον παράφρασα ως εξής: Χμ, ε… ‘‘αγαμίας προκεχωρημένον φυλάκιον’’:

Ανέμισες για μια στιγμή το νυχτικό
Και το βαθύ πορτοκαλί σου κυλοτάκι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
Τότε που είδα για στερνή φορά μουνάκι…»

Την ποιητική προσπάθεια επιβράβευσαν θυελλώδεις επευφημίες. Στο επόμενο αριστούργημα, το «αγαμίας προκεχωρημένον φυλάκιον –δύο» συμβάλαμε εγώ και ο Θεύδης, ο οποίος στο τέλος το απήγγειλε υπερήφανος, με τη βροντερή φωνή του:

«Πούτσα βαρυποινίτισσα και αλυσοδεμένη
Μη στην απελπισία σου εμέ βαρυγκωμάς
Για τούτα δω τα χάλια μας τ’ αφεντικό δε φταίει
Η ψεύτρα κοινωνία μας, πούτσα μου, φταίει για μας!»

Μας κατέλαβε όλους ποιητικός οίστρος και μέσα σε απερίγραπτη ιλαρότητα πραγματοποιήθηκαν άλλα δέκα «προκεχωρημένα φυλάκια» της ιδίας ποιότητος. Μιας και τα περισσότερα ήταν γραμμένα πάνω στα τραγούδια του Μικρούτσικου, ο Θεύδης πήρε την κιθάρα και άρχισε να ακομπανιάρει, ενώ η αυτοσχέδια χορωδία ξελαρυγγιαζόταν. Η συναυλία έληξε άδοξα στις τέσσερις και είκοσι, όταν χτύπησε η πόρτα και οι αστυνομικοί απεκατέστησαν τάξη και ησυχία στη γειτονιά.

* * *

Αλλά κεντρική σκηνή ήταν η πανεπιστημιούπολη. Κάθε πρωί, περί τις δώδεκα, οι σχολές γέμιζαν με κόσμο που ερχόταν για καφέ, για καμάκι, για πολιτική δουλειά, για να περάσει την ώρα του. Ελάχιστοι, πάντοτε οι ίδιοι, έμπαιναν στα αμφιθέατρα για να παρακολουθήσουν τις παραδόσεις των καθηγητών. Περνούσαμε την περίοδο όπου το καθηγητικό σώμα διέθετε ελάχιστο κύρος εξαιτίας της πρόσφατης συμπεριφοράς του επί χούντας, αλλά και γιατί η φυσική παρουσία τους ανέδιδε περιέργως ένα έντονο άρωμα μούχλας και σαπίλας.

Βάραθρο χώριζε τους καθηγητές, τους επιμελητές και τους «βοηθούς» από τους φοιτητές. Το συντηρητικό τους ντύσιμο, η συμπεριφορά τους, η νοοτροπία τους, η αίσθηση ότι είχαν χάσει πια τη δικτατορική εξουσία επί των φοιτητών, οι πολιτικές τους τοποθετήσεις, η αμηχανία, ο καιροσκοπισμός τους, ο ψοφοδεής τους χαρακτήρας, πολλές φορές και η ολοφάνερη ανεπάρκεια τους που δεν μπορούσε να κρυφτεί όταν έκαναν τη δουλειά τους στα αμφιθέατρα και τα εργαστήρια, τους στερούσαν κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και αποδοχής. Οι ελάχιστοι που διέφεραν ήταν ήδη στελέχη του ΠΑΣΟΚ με προφανείς πολιτικές φιλοδοξίες και σχεδόν αδιόρατες διαφορές ήθους και αισθητικής από τους πολλούς συναδέλφους τους. Ακόμα λιγότεροι, μετρημένοι στα δάχτυλα, ήταν όσοι είχαν επαφή με το ΚΚΕ και το «εσωτερικό» και είχαν διωχθεί επί χούντας. Αυτοί είχαν την αποδοχή των φοιτητών, αλλά και ανάμεσά τους αρκετοί διέθεταν τον ανθρωποδιώχτη, στην περίπτωσή τους εξαιτίας του αχώνευτου κοινωνικού συντηρητισμού τους.

Η φυσική ηγεσία του ακαδημαϊκού χώρου ήταν φύσει και θέση τοποθετημένη με τις κατεστημένες δυνάμεις, που κυριαρχούσαν στη χώρα αδιαλείπτως μετά τον εμφύλιο. Τον αναπόφευκτο κενό χώρο κατέλαβαν το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ και τα υπόλοιπα κόμματα και σέχτες της αριστεράς. Η δεξιά ήταν τότε σχεδόν ανύπαρκτη στις περισσότερες σχολές και το φοιτητικό κίνημα περνούσε φάση ορμητικής ανάπτυξης, καθώς η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ψήφισε στη Βουλή και ετοιμαζόταν να εφαρμόσει τον νόμο «815» για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Ο νόμος αυτός ήταν η χρυσή ευκαιρία για τις αριστερές δυνάμεις στα πανεπιστήμια. Οι συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων καταδίκαζαν ομόφωνα το νόμο και επί τη ευκαιρία συνολικά την κυβέρνηση, το ΝΑΤΟ, την ΕΟΚ, τις βάσεις και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό (σπανίως περνούσαν ψηφίσματα με αναφορά στον σοβιετικό ιμπεριαλισμό- η ΚΝΕ λειτουργούσε ως ακλόνητος κυματοθραύστης).

Οι μεγάλες δυνάμεις του φοιτητικού χώρου, ΠΑΣΟΚ και ΚΝΕ, ήθελαν να κατευθύνουν την φοιτητική δυναμική προς τους δικούς τους πολιτικούς στόχους, δηλαδή την «αλλαγή» ο ένας και την «πραγματική αλλαγή» ο άλλος. Οι υπόλοιπες δυνάμεις όμως κατάφερναν να κερδίζουν μια μια τις συνελεύσεις και να προχωράνε σε καταλήψεις. Αυτές οι καταλήψεις, πολυήμερες, γενικευμένες, μαζικές, ήταν η πρώτη και τελευταία σημαντική πολιτική νίκη της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ήταν και η πρώτη μεγάλη και σοβαρή σύγκρουση στην παρέα μας. Ο Διομήδης ήταν, φυσικά με την κομματική γραμμή (κατά), ο Θεύδης υπέρ, ακολουθώντας την τακτική του Ρήγα Φεραίου και εγώ έπαιρνα το βάπτισμα στη μεγάλη νερομάνα της αντικαπιταλιστικής – αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης, την ένδοξη Ιατρική.

Ό,τι απομένει από όλα αυτά σήμερα είναι η ανάμνηση της γνωριμίας του Θεύδη με την Πανσέμνη.

Οι καταλήψεις, εκτός από την έντονη πολιτική ζύμωση και τις αντιπαραθέσεις, ήταν ένα μεγάλο πανηγύρι. Αντιεξουσιαστικά συνθήματα στους τοίχους, χιουμοριστικά κείμενα στα ταμπλώ, γκράφιτι όπου υπήρχε διαθέσιμος χώρος, αυτοσχέδιες ρεμπέτικες κομπανίες, καμιά φορά και ροκ συγκροτηματάκια. Καφέδες, κρασιά, ούζο, μπύρες, καμάκι, η χαρά του παιδιού. Ο Θεύδης ενθουσιάστηκε όταν είδε πως συμμετείχαν άφθονες φοιτήτριες όλων των ετών. Η αφθονία τον ενθουσίασε, αλλά ατυχώς οι καλές ήταν ήδη καπαρωμένες και δεν έστεργε να χαμηλώσει τον πήχη, ώστε να δοκιμάσει την τύχη του με κάποια από τις διαθέσιμες. Δεν είχε συγκεκριμένο στόχο λοιπόν, ώσπου στην κατάληψη της γειτονικής Φιλοσοφικής γνώρισε την Πανσέμνη του Γερμανικού και συγκλονίστηκε.

Η Πανσέμνη ήταν μια από τις ωραιότερες γυναίκες που κυκλοφορούσαν στη Φιλοσοφική εκείνον τον καιρό, ψηλή, ξανθιά και πρασινομάτα. Η πολιτική δεν της έλεγε και πολλά, αλλά για κάποιο λόγο εμφανίστηκε ένα μεσημέρι στο μεγάλο κυλικείο της κατειλημμένης σχολής της. Ο Θεύδης, πολύ ερωτευμένος ήδη, έπινε καφέ με τον Κινέζο, τον περίφημο συνδικαλιστή της ΠΠΣΠ, δηλαδή της φοιτητικής οργάνωσης του ΚΚΕ (μ-λ) στη Νομική, ο οποίος τον προόριζε για στρατολογία στην οργάνωσή του. Όταν εισέβαλε στο χώρο η Πανσέμνη το μάτι του Κινέζου γυάλισε, παράτησε το πολιτικό ψηστήρι και την έκοβε όπως το πεινασμένο λιοντάρι την αντιλόπη πλάι στο νερόλακκο.

«Είναι καπαρωμένη!» δήλωσε ο Θεύδης, εννοώντας φυσικά τον εαυτό του.

«Το ξέρω, τάχει μ’ ένα δήθεν σκηνοθέτη και τάχα δημοσιογράφο… μην κωλώνεις αγόρι μου, κι άλλες ήτανε καπαρωμένες… Ό,τι και να κάνει, εδώ θάρθει!» ψιθύρισε ο Κινέζος κι έγνεψε διακριτικά ανάμεσα στα σκέλια του.

Ο Θεύδης σοκαρίστηκε αλλά δεν εκδηλώθηκε, κράτησε αλώβητη την αξιοπρέπειά του. «Θα της μιλήσω, σήμερα κιόλας!» μου είπε, όταν με αντάμωσε λίγο αργότερα στην κατάληψη της Ιατρικής. Ήταν αποφασισμένος, το ίδιο βράδυ ζύγιασε το καμάκι στο χέρι του και το τίναξε δυνατά. Η ριξιά πήγε στράφι.

* * *

«Αυτή μωρέ την έχει πηδήξει η μισή Θεσσαλονίκη!» σχολίαζε ο Κριτίας στο κυλικείο της Νομικής, συζητήσεως γενομένης περί της Πανσέμνης.

«Όπως πάντα εμείς ανήκουμε στην άλλη μισή…» παρατήρησε μελαγχολικά ο Διομήδης, που είχε κανονίσει τη συνάντηση για να συμβάλλει ο Κριτίας στη στρατολόγηση του Θεύδη στην ΚΝΕ. Ο υποψήφιος είχε αλλού το μυαλό του. Οι στρατολόγοι δεν είχαν τι να του προτείνουν για να του κινήσουν το ενδιαφέρον και να τον οδηγήσουν στον αγωνιστικό τρόπο σκέψης. Ο Διομήδης ακόμα δεν είχε βγάλει γκόμενα και σώπαινε αιδημόνως. Ο Κριτίας, όπως μου εξήγησε ο ίδιος όταν επέστη ο καιρός, έκανε σιωπηλά την αυτοκριτική του, συλλογιζόμενος ότι οι διαμαρτυρίες των συντροφισσών που πηδούσε και εν συνεχεία εγκατέλειπε του είχαν στοιχίσει πολύ στην κομματική του ανέλιξη και παρέμενε ακόμα απλός γραμματέας της «οργάνωσης βάσης» της ΚΝΕ και απλό μέλος του «κομματικού γραφείου» της ΚΟΒ του ΚΚΕ στη Νομική, έχοντας στην καμπούρα του επανειλημμένες ψυχρολουσίες από την καθοδήγηση σχετικά με την ανεξέλεγκτη και ανεύθυνη χρήση του πέους του. Προσπαθούσε φιλότιμα να διορθωθεί, να πηδάει δηλαδή γυναίκες εκτός ΚΝΕ, αλλά το καθήκον του να στρατολογεί συνεχώς νέα πρόσωπα στην οργάνωση τον έφερνε κάθε φορά μπροστά σε νέους πειρασμούς στους οποίους υπέκυπτε κάνοντας σιωπηλά την αυτοκριτική του και ευχόμενος αυτή τη φορά το θέμα να μην πάρει διαστάσεις. Στο τέλος ο Κριτίας σκέφτηκε να καλέσει τον Θεύδη σε ταβέρνα.

«Έλα απόψε στο Χάραμα, θα είναι μια ωραία σύναξη από πρωτοετείς Σερραίες, δουλειά στρωμένη και σίγουρη… Ούτε αυτό σ’ αρέσει; Διάλε, πάρτονε! Γιατί μωρέ; Με τις γκόμενες πρέπει να ξεχωρίζεις το όραμα από το εφικτό και να ασχολείσαι μόνο με το εφικτό!»

Ο Κριτίας έδωσε άθελά του στο Θεύδη την πάσα που περίμενε για να τον καρφώσει. «Το ίδιο ισχύει και στην πολιτική, αλλά ενώ στην πολιτική είσαι κομμουνιστής, στις γκόμενες είσαι πασόκος!». Ο Κριτίας έφυγε μπουρινιασμένος. Επέστρεψε όμως την άλλη μέρα, στο σπίτι του Θεύδη κουβαλώντας κι ένα μπουκάλι κόκκινο λευκαδίτικο κρασί, παραγωγή του πατέρα του. Το πίνανε ξεροσφύρι.

«Λέμε πως θέλουμε να αλλάξουμε την κοινωνία…»

«Εσείς το λέτε, το ΠΑΣΟΚ θα το κάνει!»

«Μη μου το λες… Αφού ξέρω ότι θεωρείς το ΠΑΣΟΚ αστικό κόμμα, δεν τα’ αφήνεις αυτά καημένε…»

Ο Κριτίας έπιασε πάλι να εξηγεί, ο Θεύδης δεν έλεγε τίποτα, ούτε καν άκουγε τον Κριτία, στο μυαλό του είχε πια εισχωρήσει η Πανσέμνη και δε χωρούσε τίποτε άλλο εκεί μέσα. Η Πανσέμνη, γυναίκα – ορόσημο για τα απωθημένα του φτωχού και άβγαλτου νέου: Δυο χρόνια μεγαλύτερη, με στυλ, με αυτοπεποίθηση, με θανατηφόρο σώμα, με εκείνα τα πελώρια πράσινα μάτια, μανούλα στο παιγνίδι της αμφισημίας…

«Που είναι το μυαλό σου ρε, σου μιλάω!»

Αντί για απάντηση ο Θεύδης έβαλε στο πικάπ το παλιό τραγούδι «που να βρω γυναίκα να σου μοιάζει» δηλώνοντας εμμέσως πλην σαφώς πως επιθυμούσε να λήξει η πολιτική συζήτηση.

* * *

Η Πανσέμνη δεν ερχόταν στις καταλήψεις, και ο ερωτευμένος Θεύδης συμμάζεψε το κουράγιο του και πήγε να τη συναντήσει στο σπίτι της. Του άνοιξε η φίλη της η Κασσάνδρα, η Πανσέμνη ήταν απασχολημένη: Πάνω στο τραπεζάκι του καθιστικού στεκόταν καμπουριασμένη η γάτα της και η κυρά της τη γαμούσε με το θερμόμετρο. Οι δυο φίλες χαιρόντουσαν πολύ με τη χαρά της γάτας, αλλά ο έρημος Θεύδης ταράχτηκε και λίγα λεπτά αργότερα αποχώρησε κακήν κακώς.

Με τούτα και με κείνα και η κυβέρνηση υποχώρησε, ο νόμος 815 μπήκε στη σαλαμούρα, έφτασαν οι διακοπές των Χριστουγέννων και οι φοιτητές έφυγαν για τα σπίτια τους. Με την επιστροφή, οργανώθηκε μια τριήμερη εκδρομή στο Πήλιο. Προσπάθησα να πείσω το Θεύδη να ακολουθήσει.

«Δε μπορώ, είναι πολύ μεγάλη παρέα…»

«Και τι σε νοιάζει;»

«Εννέα άντρες και τέσσερις γυναίκες και μάλιστα οι δυο ζευγαρωμένες… δεν υπάρχει στόχος στην ομάδα»

«Θα είναι διαθέσιμες οι δύο της Βιομηχανικής»

«Ναι ρε, δυο τύπισσες και σαράντα δύο κατακαυλωμένοι μαντράχαλοι…»

«Φοβάσαι τον ανταγωνισμό;»

«Όχι, αλλά απεχθάνομαι τους διαγκωνισμούς του πλήθους… Δεν είναι αυτό, δε γουστάρω, αφού με ξέρεις, είμαι νευρικός άνθρωπος… τρεις μέρες με όλους αυτούς μαζί; Δεν είμαστε καλά!»

«Δε με πείθεις…»

«Θέλω να διαβάσω… Καλά, μη γελάς… Ε, να, το Σάββατο έχει πάρτυ γενεθλίων η Πανσέμνη…»

«Α το πουλάκι μου… Πέστο ρε συ και μ΄ έσκασες! Αλλά επίτρεψέ μου να παρατηρήσω ότι τη χυλόπιτα την έχεις ήδη εισπράξει από την Πανσέμνη, την οποία σκηνοθετεί ο μέγας Φίλιππος»

Ο Θεύδης αναστέναξε και πήρε ονειροπόλο ύφος.

«Ναι, την έχω… Αλλά όπου και να πάει, ό,τι και να κάνει εδώ θα έρθει!» είπε και έδειξε αριστερά στο στήθος του. «Όσο για τον Φίλιππο, τον έχω… να μην πω τι τον έχω! Γράφει κάθε Σάββατο άρθρο στη ‘‘Μακεδονία’’ περί των τεχνών, ο ξεφτίλας… Με την Πανσέμνη το παίζει άνετος, την έχει όποτε γουστάρει, πηδάει και τις υπόλοιπες της συντροφιάς και παραδόξως καταφέρνει να τις σέρνει όλες από τη μύτη, κι αυτές, τα περισπούδαστα αιδοία, τον προσκυνάνε τον κοπρίτη! Πως γίνεται αυτό, αδελφέ;»

Είχα άποψη (αλλοίμονο…) αλλά βιαζόμουν. Τον άφησα να βράζει στο ζουμί του και πήγα να ετοιμάσω το σακίδιό μου.

* * *

Όταν επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη από το Πήλιο βρήκα το δωμάτιο μου καθαρό και περιποιημένο, μέχρι σφουγγάρισμα του είχανε κάνει, είχαν αλλάξει τα σεντόνια, είχαν μαζέψει και τακτοποιήσει ο,τιδήποτε υπήρχε στο πάτωμα. Ο συγκάτοικός μου ο Διομήδης ήταν ο τελευταίος ύποπτος γιαυτό, εξάλλου το δικό του δωμάτιο παρέμενε όπως το ήξερα ανέκαθεν. Το μυστήριο λύθηκε λίγο αργότερα, όταν επισκέφθηκα τον φίλο και γείτονα Θεύδη, ο οποίος αμέσως με πληροφόρησε ότι αυτός είχε κοιμηθεί στον οντά μου.

«Για όλα φταίει η βροχή! Θα σου εξηγήσω, αλλά να κάνω πρώτα καφέδες».

Η περιέργειά μου δυνάμωσε.

«Πήγες εκεί με γυναίκα;»

Τον άκουσα από την κουζίνα να γελάει δυνατά.

«Και γιατί να προτιμούσα το δικό σου σπίτι από το δικό μου;»

«Μπορεί να είχες εδώ δεύτερη γυναίκα, η οποία δεν έπρεπε να συναντηθεί με εκείνην που ανέβασες σε μένα…».

Το γέλιο του Θεύδη ακούστηκε τρία τετράγωνα ολόγυρα.

«Τι λες μωρέ, εδώ έχω να το δω ζωντανό από τότε που γεννήθηκα, λες να μου πέσανε ξαφνικά δύο μαζεμένα;».

Κουβάλησε τους ξέχειλους καφέδες στον δίσκο που του είχε αγοράσει η μάνα του μαζί με το υπόλοιπο φοιτητικό του νοικοκυριό. Βόλεψε το στρογγυλό πλαστικό στον χώρο που έκανα στο ξύλινο τραπέζι – γραφείο του. Άναψε τσιγάρο και απολάμβανε προκαταβολικά την ηδονή της αφηγήσεως.

«Η βροχή που κολλάει;» ρώτησα για να τον κάνω ν’ αρχίσει.

«Όλα συμβαίνουν… προχθές το βράδυ. Βρέχει για τα καλά. Πίσω από το θολό τζάμι του καφενείου χαζεύω τις μάζες του βρόχινου νερού να παιγνιδίζουν με τα φώτα του δρόμου και των αυτοκινήτων. Φώτα λευκωπά και κίτρινα, λασπωμένες πλάκες στο πεζοδρόμιο, βιαστικές ανθρώπινες φιγούρες που ξεπροβάλλουν από τα νερά, αποσπάνε για λίγο την προσοχή και χάνονται, χωρίς ν’ αφήσουν άλλο ίχνος πέρα από την αμφίβολη στιγμιαία εντύπωση. Το μάτι πιάνει τον αμέσως επόμενο βρεγμένο περαστικό και οι προηγούμενοι είναι σα να μην πέρασαν ποτέ. Κάπως έτσι περνούν και οι άνθρωποι απ’ τη ζωή μας. Φευγαλέες εικόνες, ματιές, λόγια – τα περισσότερα παραπλανητικά ή συμβατικά – και στο τέλος, τίποτα….»

Τον κοίταζα αγριεμένος.

«Καλά, εντάξει, αφήνω τη φιλοσοφία και επανέρχομαι. Έχω καταφύγει σ’ αυτό το καφενείο για να γλιτώσω από τη βροχή και το κρύο, αλλά και να σκοτώσω την ώρα μου. Εξάλλου, από μαθητής λυκείου αγαπώ τα καφενεία και τα προτιμώ ως τόπους συναντήσεων ή αράγματος. Όταν με κουράζει ο ποδαρόδρομος, ή έχω μια ώρα κενή, μπαίνω σ’ ένα καφενείο, παραγγέλνω καφέ, καπνίζω και χαζεύω την ατμόσφαιρα, τους θαμώνες και την κίνηση του δρόμου. Μου αρέσουν αυτοί οι χώροι με τα φθαρμένα ξύλινα τραπεζάκια και τις καρέκλες, τα τάβλια και τα στρογγυλά τραπέζια για χαρτιά, τους μαυρισμένους καθρέφτες στους τοίχους, που διαθέτουν καφέδες αποκλειστικά ελληνικό και φραπέ, έχουν μεγάλες τζαμαρίες σε μεταλλικά πλαίσια και λαϊκές τιμές… Γιατί γελάς;».

«Γιατί σε φαντάζομαι να αγορεύεις στο δικαστήριο, σε υπόθεση ληστείας μετά φόνου και να εξηγείς στους ενόρκους δια μακρών, με κάθε λεπτομέρεια, την τεχνική κατασκευής των θερμοκηπίων για ντομάτες και αγγουράκια, τα απαιτούμενα ραντίσματα, τους κατάλληλους χρόνους συλλογής των ζαρζαβατικών, καθώς και τα κριτήρια επιλογής του τελάρου!».

Ο φίλος συνέχισε απτόητος, στο δικό του τέμπο.

«Παρασκευή, όλοι εσείς είχατε πάρει το λεωφορείο του Βόλου, με προορισμό το Πήλιο, γενικώς και αορίστως. Μια τεράστια παρέα πρωτοετών, οι περισσότεροι γνωστοί από την Αθήνα, με αναλογία ανδρών προς γυναίκες εννέα προς τέσσερις και δύο μόλις σχηματισμένα ζευγάρια στη σύνθεσή της. Παρόλο που προσπαθήσατε να με πείσετε να σας ακολουθήσω, αρνήθηκα πεισματικά. Δε γούσταρα. ‘‘Έχω στόχους, κύριε!’’ σου δήλωσα, ‘‘θέλω να διαβάσω’’. Σε είχαν πιάσει τα γέλια με τη δήλωσή μου περί διαβάσματος, γιατί με ξέρεις καλά… ‘‘Εντάξει’’ παραδέχτηκα τότε. ‘‘Δε γουστάρω και πολύ, αφού με ξέρεις, είμαι νευρικός άνθρωπος… Τρεις μέρες μ’ όλους αυτούς μαζί; δεν είμαστε καλά! Επιπλέον, δεν υπάρχει στόχος στην ομάδα, τι θα κάνουμε τόσες μέρες;’’ ‘‘Ότι κάνουμε τόσον καιρό τώρα’’ είχες απαντήσει, ‘‘χειροπρακτική… Θα είναι δυο διαθέσιμες, της Βιομηχανικής’’. Διαφώνησα. ‘‘Ναι ρε, δυο τύπισσες και μια ορδή από σαράντα δύο κατακαυλωμένους μαντράχαλους… Όχι ότι φοβάμαι τον ανταγωνισμό, αλλά με ξέρεις αδελφέ, είμαι αριστοκράτης, απεχθάνομαι τους διαγκωνισμούς του πλήθους! Και, μεταξύ μας, το Σάββατο έχει πάρτι γενεθλίων η Πανσέμνη…’’. Μόλις το ξεστόμισα άρχισες πάλι τα γέλια, δυνατότερα από πριν και στο τέλος παρατήρησες ότι τη χυλόπιτα την είχα ήδη εισπράξει από την Πανσέμνη. Το παραδέχτηκα, αλλά παρατήρησα πως στο χωριό του παππού μου λένε πως λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει. Σχολίασες ότι αυτή η σοφή κουβέντα έχει ένα προαπαιτούμενο, ότι δηλαδή την κυρά δεν την πηδάει ο σκηνοθέτης ενόσω το κοπέλι της εκφράζει την ερωτική του προτίμηση… ‘‘Γι’ αυτό έλα μαζί μας’’ είπες, ‘‘θα περάσουμε μια χαρά στο Πήλιο, εξάλλου κάτι μπορεί να γίνει, τόσος κόσμος κυκλοφορεί εκεί, ο θεός είναι μεγάλος…’’. Η ρητορική σου δεν μου άλλαξε γνώμη».

Τον διέκοψα, όσο πιο ήρεμα μπορούσα.

«Καλέ μου Θεύδη, αυτοί οι διάλογοι που μου περιγράφεις με τόσο εξαντλητικές λεπτομέρειες έλαβαν χώρα μεταξύ εμού και σου μόλις πριν τρεις μέρες και τους θυμάμαι εξαιρετικά καλά… Γιατί με γανιάζεις με την πολυλογία σου και δεν μου εξηγείς απλά και σύντομα τι στο καλό συνέβη και σε υποχρέωσε να κοιμηθείς στο σπίτι μου αντί στο δικό σου;»

Ο Θεύδης αντέδρασε δήθεν ενοχλημένος.

«Α, για να σου πω! Εγώ προσπαθώ φιλότιμα να περιγράψω το κλίμα μέσα στο οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα, ώστε να φωτισθούν οι πράξεις των ανθρώπων και συ επείγεσαι για κάτι ξερό, κοινό και τετριμμένο; Για μια απλοϊκή εξήγηση;».

Δεν επέμεινα, τον είχα πια συνηθίσει – κι αυτός συνέχισε με το δικό του ρυθμό, χαμογελώντας ευχαριστημένος που εξασκούσε ανεμπόδιστα το πάθος του – να πολυλογεί.

«Όλα αυτά τα γνωρίζεις, ας πάμε λοιπόν κατευθείαν στο μοιραίο βράδυ της Παρασκευής».

«Ο Θεός να δώσει…».

«Α, ξέχασα…»

«Φτού, να πάρει!»

«Το απόγευμα, πριν βρεθώ στο καφενείο πήγα και είδα το All that jazz στον ‘‘Έσπερο’’. Εκπληκτική ταινία! Ήμουν εντυπωσιασμένος από το θέμα, θα σου πω άλλη φορά για να μη χάνουμε χρόνο τώρα, και είχα στ΄ αυτιά μου τις μουσικές και τα τραγούδια…Bye bye life, bye bye happiness, hello emptiness, I think I’ m gonna die… Με είχε εντυπωσιάσει η ιστορία του σκηνοθέτη που έπινε, κάπνιζε, πηδούσε σα φίδουλας, και τα τίναξε ενώ έστηνε την καινούρια του παράσταση…»

«Κάπως σαν τον Φίλιππο δηλαδή…»

«Ατυχές σχόλιο… το παραβλέπω. Σκεφτόμουν πως έτσι θα έπρεπε να ζει κανείς. Να δημιουργεί, να γαμάει και να πεθαίνει ακμαίος! Αλλιώς τι νόημα έχει η ζωή; Κάθομαι λοιπόν στο καφενείο, βρέχει καταρρακτωδώς, σκέφτομαι μετά το all that jazz εκείνο το αποτυχημένο καμάκι και, δυστυχής, συνεχίζω να πίνω κονιάκ. Από το τζάμι βλέπω να περνούν βιαστικές δυο γυναικείες φιγούρες. Λίγο αργότερα ακούω την πόρτα να ανοίγει με θόρυβο και νοιώθω το τσουχτερό κύμα της παγωνιάς. Στρέφω το κεφάλι και βλέπω δυο νεαρές γυναίκες βρεγμένες ως το κόκαλο. Οι κοπέλες ψάχνουν με το βλέμμα για τραπέζι, αλλά σε όλα υπάρχουν παρέες με χαρτιά ή τάβλι. Ρωτάνε τον καφετζή κι αυτός τους δείχνει με το κεφάλι το τραπέζι μου. Ενοχλούμαι που μου χαλάνε την ησυχία, αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, τις δέχομαι ως αναγκαίο κακό. Αυτές βγάζουν τα βρεγμένα μοντγκόμερι, τα βολεύουν στη διπλανή καρέκλα, κάθονται απέναντί μου και προσπαθούν να φέρουν τα μαλλιά τους σε λογαριασμό. Στη συνέχεια παραγγέλνουν τσάγια και αρχίζουν να μιλάνε ασταμάτητα μεταξύ τους, για την βροχή που δεν φανταζόντουσαν πως θα τις μούσκευε έτσι, για τα ταξί που δεν κυκλοφορούν με τέτοιο χαλασμό, πως δεν έπρεπε να φύγουν από το σπίτι της Ισμήνης κλπ. Στο μεταξύ τις παρατηρώ ενδελεχώς και αυτές προσποιούνται ότι δεν το καταλαβαίνουν, καθώς επίσης ότι δεν ασχολούνται μαζί μου, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο».

«Δυο βρεγμένες γυναίκες, πρωτότυπο και ενδιαφέρον… Υποθέτω ότι η μία εξ αυτών ήταν η παρ΄ ολίγον γυναίκα της ζωής σου».

Ο Θεύδης αγνόησε τον ειρωνικό τόνο.

«Η μια είναι ψηλή, μελαχρινή, με τέλειο, θηλυκότατο σώμα. Έχει ωραία μαύρα μάτια και σαρκώδη χείλη. Ατυχώς διαθέτει μεγάλη μύτη, σχεδόν σαν τη δική μου, η οποία την χαλάει. Φοράει κοτλέ παντελόνι και μπότες, εφαρμοστή μάλλινη μπλούζα, κολιέ, σκουλαρίκια, βραχιόλια, δαχτυλίδια, όλα ευμεγέθη και χτυπητά. Έχει βαμμένα νύχια, χείλη και βλέφαρα. Καθώς οι βαφές χτυπήθηκαν άγρια από την μπόρα, η κοπέλα μοιάζει νάχει ετοιμαστεί για αποκριάτικο πάρτι. Ωστόσο καρφώνω το βλέμμα στα βυζιά, ειδικά στις ρόγες που ξεπροβάλλουν κοντεύοντας να τρυπήσουν τη μπλούζα, μετά στο λαιμό και στα μπούτια της, τη φαντάζομαι γυμνή, ερεθίζομαι σε χρόνο μηδέν - και για να διατηρήσω την αξιοπρέπειά μου αποστρέφω το βλέμμα, ψάχνω τον καφετζή και ζητάω νέο κονιάκ. Η στύση μου παραμένει ακλόνητη, κάθομαι σταυροπόδι και στρέφω την προσοχή μου στην κοντή. Δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο, είναι συμπαθητική, φοράει μαύρη μακριά φούστα και πλατύ πουλόβερ, έχει τα μαλλιά πιασμένα πίσω, δεν είναι βαμμένη, φοράει όλο κι όλο δυο μικρά σκουλαρίκια. Η προφορά τους οδηγεί στο συμπέρασμα πως είναι Λαρισαίες. Έρχονται τα τσάγια και το κονιάκ. Για λίγη ώρα επικρατεί ησυχία στο τραπέζι, οι κοπέλες ρουφάνε το τσάι τους και εγώ αναπολώ την χθεσινή συνάντηση με την Πανσέμνη…»

«Ωχ, ωχ…»

«Είχα πάει στο σπίτι της νωρίς το απόγευμα, για να τη βρω μόνη, όπως κι έγινε. Ήμουν αισιόδοξος, η Πανσέμνη είχε τα κέφια της, πίναμε καφέ και μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Έπιασα να φέρνω την κουβέντα εκεί που ήθελα και της λέω πως από το πλήθος των γυναικών που κυκλοφορούν στο πανεπιστήμιο, αυτήν τελικά την πάω πολύ. Το ειρωνικό της βλέμμα μου έκοψε απότομα την αγόρευση. Σηκώθηκε από τον καναπέ μοστράροντας, τυχαία υποθέτω, σχεδόν ολόκληρο το στήθος της, πράγμα που με τρέλανε. Ένας βύζος, φίλε μου… Συγγνώμη, δύο… Αυτή ψύχραιμη, υλοποιώντας μια κραυγαλέα επίδειξη στυλ, πήγε στο μπαράκι της, πήρε το μπουκάλι με το Johnny Walker, έβαλε στα ποτήρια, έριξε μέσα και πάγους, με ατένισε επίμονα και λιγωτικά… Λάβε υπόψη σου ότι είμαι ακόμα παρθένος… Χαμογέλασε γλυκά δίνοντάς μου το κρυστάλλινο ποτήρι. ‘‘Θεύδη’’ μου είπε με την αισθησιακή, βραχνή φωνή της ‘‘επειδή είμαστε φίλοι και επειδή θέλω πολύ να μείνουμε φίλοι, θα σου το πω καθαρά: Γουστάρω πολύ την παρέα σου, αλλά για να με πηδήξεις - δεν με πηδάς!’’ Μετά απ΄ αυτό, ήπια μονορούφι το φαρμάκι, πήρα τα βρεγμένα μου και έγινα καπνός».

«Ωραία εξήγηση, η Πανσέμνη!»

«Κοίταξε, είσαι ο πρώτος και ο τελευταίος που το μαθαίνει, έτσι; Μη τα διαδίδουμε αυτά… Που είμαστε; Α, στο καφενείο. Η παρατεταμένη αναπόληση έφερε τη στύση μου σε αμφιβολία. Κάθομαι βολικά στην καρέκλα και χαμογελώ, για πρώτη φορά, προς τις δεσποινίδες που με χαζεύουν, διακριτικά η κοντούλα, με απροκάλυπτο ενδιαφέρον η ψηλή. Βλέπουν την ταλαιπωρημένη μου έκφραση, τα αχτένιστα πλούσια κατσαρά μου καστανόξανθα μαλλιά, το ξανθό μου γένι, υπολειπόμενο ακόμα κατά τόπους, γιατί μόλις έχω κλείσει τα δεκαοχτώ, ελπίζω σύντομα να συμπληρωθεί και να γίνει αξιοπρεπές… Παρατηρούν τα ανήσυχα, αεικίνητα μάτια μου, τη γερακίσια μύτη μου, τα λεπτά μου δάχτυλα, το λεπτό και νευρώδες κορμί μου. Φοράω φαρδύ πουλόβερ, τζιν και καφέ χαμηλές μπότες. Καπνίζω συνέχεια και πίνω αδιάκοπα. Η ψηλή ανοίγει την κουβέντα ρωτώντας με μήπως με ενοχλούν. Απαντάω μ’ ένα δεύτερο χαμόγελο, η κοπέλα δεν χρειάζεται περισσότερη ενθάρρυνση για ν’ αρχίσει να μιλάει. Απαντώ με μονοσύλλαβα, αλλά η στύση μου επανέρχεται άγρια και ξανακάθομαι σταυροπόδι. Η κοντούλα παρακολουθεί σιωπηλή και χαμογελάει, προσέχω πως έχει υπέροχα δόντια και πως, όταν χαμογελάει, κάνει λακκάκια στο πλάι των χειλιών, που της πηγαίνουν πολύ. Ξαφνιασμένος διαπιστώνω πως έχει εκφραστικότατα μάτια, υπέροχα μάτια, καταπληκτικά, ζεστά καστανά μάτια, μεγάλα και λαμπερά μάτια…»

«Ξεκόλλα επιτέλους από τα μάτια, πήγαινε και παρακάτω!»

« Εξαιτίας των ματιών της, εξαιρετικά μάτια!, μπαίνω στη συζήτηση και γίνονται οι συστάσεις. Είναι η Λυδία και η Ηρώ. Η Ηρώ είναι φοιτήτρια στο Γαλλικό, δεύτερο έτος. Αποδεικνύεται πως κατάγονται από τον Τίρναβο και είναι ξαδερφούλες. Η Λυδία έχει δώσει καναδυό φορές εξετάσεις χωρίς επιτυχία, με συνέπεια να αποκλειστεί στον Τίρναβο, γεγονός που την έφερε σε χρόνια σύγκρουση με τον πατέρα της. Αυτός θέλει να την παντρέψει μ’ έναν χωροφύλακα, αυτή αντιδρά. Θέλει να μείνει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, βρήκε ήδη δουλειά, πωλήτρια σε μαγαζί με ρούχα, πιο πάνω, στην Εγνατία. Η ζωή στον Τίρναβο είναι μονότονη, η Λυδία θέλει να γνωρίσει κόσμο και να ζήσει σε μια μεγάλη πόλη».

Ο Θεύδης σταμάτησε ξαφνικά, πήγε ως την κουζίνα και έφερε δυο καθαρά ποτήρια και ένα παγωμένο μπουκάλι μπύρα. Έριξε στα ποτήρια, ήπιε μια γουλιά.

«Καθώς η Λυδία μιλάει ασταμάτητα, ομολογώ ότι δεν δίνω δεκάρα τσακιστή, πολύ περισσότερο με ενδιαφέρει η Ηρώ, όσο την παρατηρώ τόσο καλύτερη εντύπωση σχηματίζω. Όταν η Λυδία σηκώνεται για λίγο, αρχίζω την κουβεντούλα μαζί της. Η Ηρώ μιλάει με όμορφη ζεστή φωνή που προδιαθέτει ευχάριστα τον συνομιλητή της. Είναι κόρη παπά παρακαλώ, της αρέσει πολύ η Θεσσαλονίκη και ‘‘περνάει καλά’’. Ζητάω λεπτομέρειες, η Ηρώ εξηγεί ότι πηγαίνει θέατρο, κινηματογράφο, διαβάζει, μαθαίνει κιθάρα και δεν χάνει καμιά έκθεση ζωγραφικής, η ζωγραφική είναι το χόμπι της. Η κουβέντα έρχεται από μόνη της στους Έλληνες ζωγράφους και αντιλαμβάνομαι αμέσως ότι παρ’ όλες τις όχι ασήμαντες εγκυκλοπαιδικές μου γνώσεις επί του θέματος, η Ηρώ είναι η πραγματική γνώστης του αντικειμένου. Είμαι πολύ ευχαριστημένος, αλλά επιστρέφει η Λυδία και μας διακόπτει. Ακολουθεί σύντομη σιωπή, το μυαλό μου, με την βοήθεια των τριών κονιάκ που έχω κατεβάσει, παίρνει στροφές γρήγορες και τολμηρές. Φαντάζομαι τον εαυτό μου και την Ηρώ να περπατάμε αγκαλιά στη λιακάδα, κατευθυνόμενοι σε κάποιο κρεβάτι για πολυήμερους γυμνικούς αγώνες… Χωρίς κανένα δισταγμό δέχομαι απότομα και απόλυτα, όπως το συνηθίζω με τις γυναίκες, πως η Ηρώ είναι η γυναίκα για μένα. ‘‘Ουδεμία σχέση με την Πανσέμνη!’’ σκέφτομαι. ‘‘Αυτή εδώ είναι γυναίκα γλυκιά, χαμηλόφωνη, σταθερή, φαίνεται νάχει ηθικό υπόβαθρο - κόρη παπά, διάολε! Κι ακόμα, είναι έξυπνη, καλλιεργημένη, γλυκυτάτη…’’. Αποφασισμένος πια να καμακώσω την Ηρώ, ρωτάω που μένουν και αν θα τις βρω εκεί αν περάσω κανένα απόγευμα. Η Λυδία μου δίνει το τηλέφωνό τους και λέει πως αυτή, όταν δε δουλεύει είναι στο σπίτι μόνη, γιατί η Ηρώ πηγαίνει στον αρραβωνιαστικό της τον Νικία, που είναι φοιτητής του Πολυτεχνείου, αρραβωνιάστηκαν τα περασμένα Χριστούγεννα. Αυτό το τελευταίο μου έρχεται πολύ απότομα, με αποσβολώνει. Κοιτάζω την Ηρώ στα μάτια και είναι σα να του λέει με τη ζεστή της φωνή ‘‘φίλε μου καλά τα λες, αλλά για να με πηδήξεις - δεν με πηδάς!’’. Έτσι δηλαδή νομίζω πως λένε τα μάτια της Ηρώς και παραγγέλνω κονιάκ».

«Δεν έχεις ρέντα αυτές τις μέρες… Τι έγινε μετά;»

«Τι να γίνει; Κάπου εδώ η βροχή κοπάζει. Η Λυδία υπενθυμίζει πως με περιμένουν οπωσδήποτε ‘‘γιατί μου έκανε εντύπωση η γνωριμία μας’’. Την κοιτάζω απλανώς, μουρμουρίζω κάτι. Οι κοπέλες φεύγουν. Τις βλέπω να βγαίνουν από το καφενείο, να περπατούν μπροστά στην τζαμόπορτα, να με χαιρετούν απέξω κουνώντας τα χέρια, να στρίβουν στη γωνία και να χάνονται. Παραγγέλνω καινούριο κονιάκ και λίγο αργότερα ακόμα ένα. Δεν σκέφτομαι τίποτε πια, είμαι τύφλα στο μεθύσι, μόλις που μπορώ να καπνίζω. Βλέπω πάνω στο πακέτο γραμμένο το τηλέφωνο της Λυδίας, παίρνω το τελευταίο τσιγάρο και το ανάβω, τσαλακώνω τον άδειο Παπαστράτο στη χούφτα μου, αφήνω τον χάρτινο βόλο πλάι στο γεμάτο γόπες σταχτοδοχείο. Μετά το κοιτάζω, το τσαλακωμένο τσιγαρόκουτο χορεύει μπρος στα μάτια του, τινάζω το κεφάλι, αυτοσυγκεντρώνομαι όσο μπορώ, ξαφνικά το αποφασίζω, σκίζω το κομμάτι του χαρτονιού με το τηλέφωνο και το βάζω στην τσέπη. Το καφενείο έχει πια μισοαδιάσει, σε δυο τραπέζια μόνο παίζουν χαρτιά. Παρόλο το μεθύσι μου, σκέφτομαι να πιω ένα τελευταίο, αλλά δεν έχω άλλα τσιγάρα, η έλλειψη με αγχώνει και αποφασίζω να φύγω. Πληρώνω και σηκώνομαι ζαλισμένος. ‘‘Ε ρε κόσμος…’’ μουρμουρίζει πίσω μου ο καφετζής, αλλά δεν δίνω σημασία. Οι δρόμοι κατεβάζουν ποτάμια το νερό. Προχωρώ να βγω στην Εγνατία, βρίσκω ανοιχτό περίπτερο και αγοράζω τσιγάρα. Το στομάχι μου καίει, το κεφάλι μου βουίζει, το βήμα μου δεν είναι καθόλου σταθερό. ‘‘Λίγο ακόμα σ΄ αυτό το λούκι και την έχω βαμμένη δια παντός…’’ συλλογίζομαι μελοδραματικά καθώς βαδίζω προς τα παρκαρισμένα ταξί. Φτάνω στο σπίτι, κάνω να μπω, κοιτάζω απέναντι και βλέπω φως στου Διομήδη. Ο Διομήδης δεν είχε έρθει στο Πήλιο, γιατί έχει σοβαρότατες επαναστατικές υποχρεώσεις, με το κόμμα, στη Θεσσαλονίκη».

«Άσε, τα υπόλοιπα τα φαντάζομαι…!»

«Όταν άνοιξε με αντίκρισε αναμαλλιασμένο, με κόκκινα μάτια, να ακουμπάω στο πλάι της πόρτας έτοιμος να σωριαστώ. Σηκώνω το δάχτυλο και απαγγέλω, τραυλίζοντας, το γνωστό σύνθημα - όλες οι γυναίκες είναι σκύλες, εκτός από τη μαμά! Μετά, πέφτω ξερός στο διάδρομο και με κουβαλάει αναίσθητον ως τον οντά σου. Ξέρασα δυο φορές στον ύπνο μου και ο Διομήδης υποχρεώθηκε να περάσει μεγάλο μέρος της νύχτας υπό τις προφανώς άθλιες συνθήκες που δημιουργούσε η παρουσία ενός αναίσθητου, εμμέσοντος και όζοντος μεθυσμένου κτήνους, το οποίον εκείτετο φαρδύ - πλατύ και ροχάλιζε αλα free jazz. Παρ΄ όλα αυτά, έφυγε πρωί πρωί για την σοβαρότατη και άκρως επαναστατική σαββατιάτικη κομματική του δουλειά. Όταν γύρισε αργά το μεσημέρι με βρήκε σε άξιοθρήνητη κατάσταση να προσπαθώ απελπισμένος να συγυρίσω ό,τι είχα διαπράξει αποβραδίς. Πήρε την υπόθεση στα στιβαρά του χέρια, καθαρίσαμε άψογα και αφού φάγαμε στην ταβέρνα του Κικέρωνα και ήπιαμε καφέ στο καφενείο δίπλα, είχα πια συνέλθει εντελώς και ήμουν έτοιμος για νέες περιπέτειες».

Έπεσε σιωπή.

«Τώρα χρειάζομαι μια συμβουλή από σένα: η ώρα είναι οχτώ και στις εννέα θα έρθει εδώ η Λυδία… Υποψιάζομαι ότι απόψε θα χάσω ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει ένας νέος…».

«Τι λες μωρέ;»

«Ακριβώς… Αποφάσισα να κάνω μια μεγάλη αβαρία στις αρχές μου και να ασχοληθώ με το εφικτό, δηλαδή τη Λυδία…»

«Και η Πανσέμνη;»

«Μη με αποπροσανατολίζεις τώρα που το αποφάσισα… οι στιγμές είναι κρίσιμες, ιστορικές…»

«Τότε, καλό βόλι!».

«Τι να κάνω, για να μην τα κάνω πάλι θάλασσα;»

Σηκώθηκα και φόρεσα το μπουφάν μου.

«Να το βουλώσεις! Να βγάλεις το σκασμό! Να μην πεις ούτε λέξη και να αφήσεις τα χέρια να κάνουν όλη τη δουλειά…»

«Είσαι σίγουρος;»

«Απολύτως… Χαλάρωσε, όλα θα πάνε μια χαρά… αρκεί να μειώσεις δραστικά την πολυλογία σου, για να προλάβεις να πηδήξεις φέτος και να μην το αφήσεις για την επόμενη χρονιά, που θα έχουμε σοσιαλισμό…».

Τον συνάντησα την άλλη μέρα στη φοιτητική Λέσχη. Φορούσε ένα μαύρο γαλλικό μπερέ. Τα επόμενα χρόνια διαπίστωσα ότι τον έβαζε στο κεφάλι του μονάχα όταν ήταν πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του.

«Πως πήγε;»

«Καλά, περίκαλα… μόνο που…»

«Λέγε, τι συνέβη;»

«Ε, να, το πρωί που έφυγε η Λυδία για να πάει στη δουλειά της, ξέρεις τι μου είπε;»

«Τι σου είπε;»

«Είσαι τόσο καλός… να μην ήσουνα τόσο πολύ λιγομίλητος, να έλεγες και καμιά κουβεντούλα…»

4 Comments:

At 2:07 μ.μ., Blogger COSTANTINA said...

Θα μας παιδέψεις πολύ για το υπόλοιπο της ιστορίας;

Και έλεγα ότι δεν θα ξαναδώ σήριαλ.

Άντε χριστιανέ μου...
(καλά τα ονόματα, είναι το κάτι άλλο!)

 
At 11:29 μ.μ., Blogger Πάνος said...

Τα ονόματα είναι (συνήθως) ψευδώνυμα αληθινών ανθρώπων - οι ιστορίες που περιέχει το Νησί της Καλυψώς είναι (οι περισσότερες) πραγματικές - τουλάχιστον οι πιο εξωφρενικές.

Όσο για τη διάρκεια, εξαρτάται: λέω να ανεβαίνει ένα κομμάτι κάθε βδομάδα - να βγάλουμε το χειμώνα.

(Έτσι δεν κάνουν και στα σήριαλ;)

 
At 1:55 μ.μ., Blogger COSTANTINA said...

Φαίνεται ότι είναι πραγματικές οι ιστορίες από τον τρόπο γραφής.

Αναμένω το επόμενο κομμάτι.

Υπέροχο.

 
At 2:52 π.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

Πολύ καλός!Εκτιμώ και το suspense της ιστορίας σου.Τώρα που απεσύρθη ο μαιτρ Φώσκολος, μήπως πρέπει να δοκιμάσεις την τύχη σου κι αλλού:

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home