Σάββατο, Σεπτεμβρίου 17, 2005

Έκθεση γλυπτικής

(Φεβρουάριος 1973, Αθήνα)

Ω περιττά όλα μην κλαίτε.
Στον κόσμο αυτόν μονάχα εσείς ζείτε αιώνια.

Κική Δημουλά


Η Άρτεμις ρουφούσε το ζεστό τσάι έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Κάθε τόσο έβγαζε από την τσέπη της ζακέτας της ένα μαντηλάκι και φυσούσε τη μύτη της. Έξι μέρες τώρα ο μοναδικός επισκέπτης της έκθεσης της, εκτός από τη μαμά τον μπαμπά τις δύο αδελφές και τρεις στενές της φίλες, ήταν ο καφετζής του μεγάρου που της έφερνε το τσάι. Μιας και δεν υπήρχε τηλέφωνο στην αίθουσα, η καλλιτέχνις ανέβαινε κάθε απόγευμα, ώρα πέντε παρά δέκα, ως τον ημιόροφο, παράγγελνε το τσάι της, κατέβαινε τα σκαλιά και ξεκλείδωνε την αίθουσα με τα γλυπτά της. Και καλά οι υπόλοιποι, ούτε εκείνα τα γαϊδούρια οι συνάδελφοί της στην Καλών Τεχνών είχαν μπει στον κόπο να περάσουν, έτσι για τα μάτια.

Η Άρτεμις αμφέβαλε αν τελικά θα ερχόντουσαν: είχε οργανώσει την έκθεση χωρίς την έγκριση του καθηγητή και συνειδητοποιούσε σιγά σιγά ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε διαπράξει ληστεία μετά φόνου η να βγει για βίζιτες στη Βουκουρεστίου, παρά να κάνει κάτι τέτοιο. Ο εγωισμός της δεν της επέτρεπε να τηλεφωνήσει στους «βοηθούς» και τους «επιμελητές» - ο εγωισμός και ο φόβος. Φοβόταν ότι θα άκουγε τη μοιραία φράση «αφού δεν ενέκρινε ο κ. Περίανδρος…». Στο κάτω κάτω τι ήταν αυτή; Μια νεαρή «υπο - βοηθός», είχε μόλις τρία χρόνια που πήρε το πτυχίο, εκείνον το Φλεβάρη του 1973 έκλεινε τα είκοσι πέντε. Ρουφούσε το ζεστό ρόφημα και σκεφτόταν με στεναχώρια ότι η Λαΐδα ήταν εφτά μήνες νεότερη, και όμως είχε παρουσιάσει την πρώτη της έκθεση με τυμπανοκρουσίες, δίστηλα και τρίστηλα σε όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες - μέχρι η ΥΕΝΕΔ είχε έρθει και έπαιξε ολόκληρα δύο λεπτά για αυτήν, μετά το δελτίο ειδήσεων. Αλλά, ο μπαμπάς της Λαΐδας ήταν πρώτος εξάδελφος του υπουργού Παιδείας, είχε τα μέσα.

Η Άρτεμις ένιωσε μια αυθόρμητη αντιπάθεια για τη χούντα, τους υπουργούς της και το σκυλολόι της. Επειδή αυτό ήταν πολύ αφηρημένο και η Άρτεμις συνήθιζε να σκέφτεται πάντοτε συγκεκριμένα, η διάχυτη αντιπάθεια της προσδιορίστηκε στο ωοειδές πρόσωπο του Λέανδρου, του συζύγου της ή μάλλον του πρώην συζύγου της, αφού το διαζύγιο ήταν πλέον ζήτημα λίγων εβδομάδων - όπως τουλάχιστον έλεγε ο δικηγόρος. Ο Λέανδρος, εκτός από στρατιωτικός ιατρός και γόνος ευκατάστατης οικογένειας καραβανάδων από τη Λάρισα, ήταν ένθερμος οπαδός του Παπαδόπουλου, άρα ήταν με το μέρος εκείνων που υποστήριζαν τη Λαΐδα και έθαβαν την ίδια. «Αν τον είχα εδώ θα του έβγαζα τα μάτια!» συλλογίστηκε η νεαρή απόγονος του Φειδία. Ίσως να το έκανε με τη σμίλη που είχε για να πελεκάει τα μάρμαρα ή τα κοπίδια με τα οποία δούλευε τα μεγάλα χάλκινα ελάσματα για τις συνθέσεις της.

Αλλά ο Λέανδρος βρισκόταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, σ’ ένα χωριό κοντά στο Σουφλί. Δεν της έλειπε καθόλου η συντροφιά του, τα περηφανή - αν και ολιγόλεπτα - ερωτικά του κατορθώματα, το χοντροκομμένο χιούμορ του και τα λογύδριά του, τα γεμάτα θαυμασμό για την «εθνική κυβέρνηση» και τον άξιο ηγέτη του έθνους Γεώργιο. Όχι ότι η Άρτεμις είχε ιδιαίτερη σχέση με την πολιτική, αν και είχε προλάβει, ως μαθήτρια, να πάρει μέρος σε δύο συλλαλητήρια για την Κύπρο, πριν την 21η Απριλίου. Έκτοτε η πολιτική στο σπίτι της ήταν ξορκισμένη με τον απήγανο, με μοναδικό υπόλειμμα τη συνήθεια του πατέρα της να χουφτώνει τα αχαμνά του, οσάκις εμφανιζόταν στην τηλεόραση η φωτογραφία του Γεωργίου ή και ο ίδιος αυτοπροσώπως. Ακόμα κι αυτό γινόταν διακριτικά, αφού ο κ. Όμηρος περιστοιχιζόταν από ολόκληρη στρατιά γυναικών: γυναίκα, μάνα, πεθερά και τρεις κόρες. Μονάχα όταν ήταν παρών ο θείος Ορφέας, η παρουσία του οποίου συνοδευόταν πάντοτε από γενναία ουζοποσία, οι ψαύσεις έπαιρναν σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα και προκαλούσαν τις έντονες αποδοκιμασίες της κυρίας Λευκοθέας.

Αυτή ήταν η μαμά της Αρτέμιδος, από την οποία η πρωτότοκη κόρη είχε κληρονομήσει το καλλιτεχνικό τάλαντο και τη βεργολυγερή κορμοστασιά. Οι δύο μικρότερες αδερφές είχαν πάρει από τον κύριο Όμηρο, ήταν κοντές και τετράγωνες - και επιπλέον ανίκανες να χαράξουν έστω μια ευθεία γραμμή. Η κόρη του δεν του έμοιαζε καθόλου, αλλά ο Όμηρος ήταν ο μεγαλύτερος θαυμαστής της και ο πλέον ακλόνητος υποστηρικτής, σε ό,τι κι αν περνούσε απ΄το ωραίο κεφάλι της. Η μοναδική περίπτωση που οι δυό τους διαφώνησαν ριζικά ήταν όταν έφερε στο σπίτι, ως υποψήφιο γαμπρό, τον υπίατρο με τις ακροδεξιές αντιλήψεις. Στο τέλος ο μπαμπάς υποχώρησε, αλλά ο γάμος κόντεψε να χαλάσει καθώς ο παρατηρητικός ιατρός συνειδητοποίησε ότι ο μέλλων πεθερός του έκανε μια συγκεκριμένη κίνηση όταν αναφερόταν το όνομα του ηγέτη της Επαναστάσεως. Η κυρία Λευκοθέα, εντυπωσιασμένη από τον ένστολο Λαρισαίο, κατάφερε κι εκείνη τη φορά να τα μπαλώσει.

Το ίδιο έκανε, όταν μετά το γάμο άρχισαν να εκδηλώνονται τα ποικίλα προτερήματα του γαμπρού της: εκτός από χουντικός ήταν μπεκρής και χαρτοπαίχτης - σε ελεγχόμενο βαθμό, για το φόβο της Υπηρεσίας. Εκείνο που δεν μπορούσε να κοντρολάρει ήταν η συνήθεια του να επιβάλλεται στη γυναίκα του σηκώνοντας το χέρι. Την πρώτη φορά που η Άρτεμις κατέφυγε μωλωπισμένη στο πατρικό της, η Λευκοθέα έδωσε σθεναρή μάχη με τον Όμηρο, που φοβέριζε ότι θα πάει να βρει το γαμπρό του και θα του σπάσει τα μούτρα, ότι θα ξεσφραγίσει το κυνηγετικό του δίκανο κλπ. Τη δεύτερη φορά ο άντρας της έλειπε σ’ ένα μεγάλο εργοτάξιο στον Πειραιά - και με τα πολλά κατάφερε την κόρη της να επιστρέψει στο σπίτι της. Την τρίτη φορά όμως όρμησε σαν σίφουνας στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο και εξευτέλισε αυτοπροσώπως το γαμπρό της: όχι μόνο τον ξεμπρόστιασε μπροστά στους συναδέλφους του, αλλά δεν δίστασε να τον χαστουκίσει και να τον φτύσει κατ’ επανάληψιν, κοτζάμ αξιωματικό, εν μέσει χούντα. Τον δυστυχή Λέανδρο δεν τον έσωσαν τότε ούτε τα υγιή του φρονήματα, ούτε η οικογενειακή στρατιωτική παράδοση. Πήρε φύσημα για τον Έβρο, όπου και τον βρήκαν τα χαμπέρια των δικηγόρων της γυναίκας του, που απαιτούσε διαζύγιο. Για να αποφύγει τα χειρότερα, αναγκάστηκε να συναινέσει. Στις βαριές ζημίες καταχώρισε και την απώλεια της μεγάλης προίκας που συνόδευε την Αρτέμιδα: ο μπαμπάς της ήταν από τους μεγαλύτερους εργολάβους της Αθήνας και την είχε προικίσει βασιλικά, με διαμερίσματα, οικόπεδα, μετοχές και μετρητά. Στα ισχνά κέρδη από την υπόθεση ο Λέανδρος προσέθετε ως σημαντικό ότι γλίτωσε εγκαίρως από την τρελή που πίστευε πως είναι καλλιτέχνις και επέμενε να πηγαίνει στην Καλών Τεχνών, αν και είχε πάρει το πτυχίο της – κι ένας θεός ξέρει τι άλλο είχε στο μυαλό της.

Η Άρτεμις είχε στο μυαλό της την τέχνη. Η μονοκατοικία που της έχτισε ο μπαμπάς της στον Υμηττό, δυο δρόμους παραδίπλα από το πατρικό σπίτι, διέθετε στο βάθος του κήπου ένα ανεξάρτητο οίκημα σχεδιασμένο επί τούτου ως εργαστήριο γλυπτικής. Είχε αρχίσει να αναρωτιέται μήπως έκανε λάθος πριν ακόμα γίνει ο γάμος, καθώς γνώριζε το Λέανδρο καλύτερα. Δεν πρόλαβε όμως να αλλάξει γνώμη, καθώς περνούσε σιγά σιγά με τον αρραβωνιαστικό της από τον πλατωνικό στον εμπράγματο έρωτα. Όχι δηλαδή ότι επετεύχθη διείσδυση προ του γάμου, αλλά και όσα γινόντουσαν ήταν αρκετά ώστε να την αποπροσανατολίσουν από την ψύχραιμη αξιολόγηση του ανθρώπου με τον οποίον ήταν ερωτευμένη.

Μετά τα δραματικά συμβάντα, εδώ και εννέα μήνες δηλαδή, η Άρτεμις έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Κλεινόταν ώρες στο εργαστήρι της και «πελεκούσε» όπως έλεγε ο μπαμπάς της. Για πολύ καιρό αυτός ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που δεχόταν. Ο Όμηρος αναπλήρωσε πολλές από τις βραδινές ώρες στο καφενείο, με το εργαστήριο γλυπτικής. Δεν ενοχλούσε καθόλου: έφτιαχνε μόνος το καφεδάκι του, έπλενε τα κουζινικά της προηγούμενης μέρας, τακτοποιούσε στο ψυγείο ό,τι είχε φέρει μαζί του, και όταν η κουρασμένη καλλιτέχνις αναζητούσε το βλέμμα του - ήταν εκεί, χαμογελαστός και έτοιμος για μια σύντομη, ανακουφιστική κουβεντούλα. Στο βάθος του μυαλού του είχαν επανέλθει ως πιθανότητες για την ατυχήσασα κόρη ο Χείλων και ο Δημοσθένης, δύο νεαροί πολιτικοί μηχανικοί, με τους οποίους δούλευε μαζί, λαμπρά παιδιά από φτωχές οικογένειες. Προς το παρόν όμως δεν τολμούσε να φέρει την κουβέντα προς τα εκεί. Εξάλλου η Άρτεμις κρατούσε συνεχώς στα χέρια της κοπίδια και τρυπάνια.

Αντίθετα με το μπαμπά της, η νεαρή ζωντοχήρα δεν άργησε να φανερώσει αυτό που είχε στο μυαλό της: Ήθελε να παρουσιάσει τη δουλειά της σε μια ατομική έκθεση. Ο Όμηρος έκανε γρήγορα τους λογαριασμούς του, σφίχτηκε λίγο, αλλά δεν το σκέφτηκε και πολύ. Αν η κόρη του, προκειμένου να συνέλθει και να ξαναβγεί στον κόσμο, του ζητούσε να ασφαλτοστρώσει με έξοδα του όλους τους ατελείωτους χωματόδρομους του Υμηττού, των Βριλησσίων και της Κηφισιάς ακόμη, θα έστελνε τα συνεργεία να πιάσουν δουλειά την άλλη μέρα το πρωί. Ένα μονάχα τον απασχολούσε, πώς θα έπαιρνε η Άρτεμις το ενδεχόμενο η έκθεσή της να μην πάει καλά. Ο Όμηρος ήταν χαζομπαμπάς, αλλά ήταν και άνθρωπος της πιάτσας και αμφέβαλλε πάρα πολύ αν τα «αρκούδια με τις χάλκινες κάπες» που παρήγαγε το εργαστήριο θα άρεσαν σε κανέναν. Ο ίδιος, αν δεν τα έφτιαχνε η κόρη του, και μπορούσε να εκφράσει ελεύθερα την καλλιτεχνική του εκτίμηση για αυτά, θα είχε να πει πολλά…

Ωστόσο δεν έκανε το παραμικρό σχόλιο, αντίθετα πήρε την υπόθεση στα χέρια του. Ανέλαβε όλη την προετοιμασία, τη μεταφορά των γλυπτών από τον Υμηττό στη στενή πάροδο της Ιπποκράτους, την τακτοποίηση τους στο μεγάλο ισόγειο, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο. Δεν ήξερε πώς να χειριστεί τις εφημερίδες, σε ποιους ανθρώπους έπρεπε να τηλεφωνήσει, ποιους να κινητοποιήσει. Από τον δικό του κύκλο, πολλοί υποσχέθηκαν ότι θα περάσουν, αλλά την έκτη μέρα δεν είχε ακόμα ξεμυτίσει κανένας, είχαν και δουλειές οι άνθρωποι.

Ω του θαύματος, εκείνο το απόγευμα κάποιος μπήκε στην αίθουσα. Ήταν μια ψηλή μελαχρινή κοπέλα. Η Άρτεμις την παρατηρούσε προσεκτικά. Συμπέρανε ότι η επισκέπτρια ήταν γύρω στα είκοσι. Αυθόρμητα σκέφτηκε πώς ήταν η ομορφότερη γυναίκα που είχε δει. Φορούσε ένα πολύ μακρύ μεσάτο πανωφόρι, μπορντώ με ξώραφες μαύρες ρίγες - κατά τη μόδα της εποχής - και μαύρες μπότες. Σε λίγα λεπτά ζεστάθηκε και το άνοιξε. Η Άρτεμις θαύμασε τα λεπτά μακριά πόδια, πολύ λίγο καλυμμένα από μια μαύρη φουστίτσα. Εξίσου αξιοθαύμαστα ήταν και τα υπόλοιπα, ιδιαίτερα τα μάτια - τεράστια, με ολόμαυρες κόρες - και τα μαλλιά που σγουρά και ατίθασα περιέβαλαν το όμορφο πρόσωπο, ξεχύνονταν και κάλυπταν τους ώμους και την πλάτη, για να σταματήσουν εκεί που τελείωνε η μέση.

Πολύ σύντομα όμως, η Άρτεμις έπαψε να ασχολείται με την εμφάνιση της επισκέπτριας και άρχισε να νιώθει άσχημα καθώς καταλάβαινε από τις αντιδράσεις της ότι όχι μόνο δεν της άρεσε αυτό που έβλεπε, αλλά της προξενούσε μια έντονη τάση για γέλια. Πράγματι, η νεαρή κυρία άφησε ένα κελαριστό γέλιο, φόρεσε το μπερέ της, κούμπωσε το πανωφόρι της, πέρασε πάλι στον ώμο της το ταγάρι που κρατούσε, γύρισε δύο φορές το μακρύ κασκόλ της και αποχώρησε χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά προς το μέρος της Αρτέμιδος, που την παρατηρούσε αποσβολωμένη.

Η Άρτεμις σηκώθηκε, περπάτησε νευρικά μέχρι την είσοδο και ένιωσε ένα κύμα από βρισιές να ανεβαίνει από μέσα της. Ήξερε να βρίζει πολύ καλά, γιατί από μικρή της άρεσε να πηγαίνει στα εργοτάξια του πατέρα της και να χαζεύει τα πάντα - παρεμπιπτόντως άκουγε και όσα έλεγαν οι οικοδόμοι. Αφού απήγγειλε δυνατά καμιά εικοσαριά τσουχτερά κοσμητικά επίθετα διαπίστωσε ότι αυτή η αντίδραση δεν την βοηθούσε να ηρεμήσει. Σωριάστηκε λοιπόν σε μια καρέκλα και άρχισε ήσυχα ήσυχα να κλαίει. Ίσα – ίσα που πρόλαβε να συνέλθει πριν μπουν μέσα δύο μεσήλικες κύριοι, ένας δημοσιογράφος και ένας φωτογράφος της εφημερίδας «Ακρόπολις».

* * *

Το επόμενο απόγευμα η Άρτεμις είχε πολύ καλύτερη διάθεση. Ο δημοσιογράφος της φάνηκε μάλλον άσχετος και ανίδεος ως προς τα σύγχρονα ρεύματα, αλλά την αντιμετώπισε συμπαθητικά - και εν πάση περιπτώσει είχε σπάσει το ρόδι. Για να γιορτάσει το γεγονός η Άρτεμις είχε φορέσει το πιο μοδάτο ταγιέρ που είχε στην ντουλάπα της, με τη φούστα σχεδόν μίνι, μιά πιθαμή πάνω από τα γόνατα. Είχε περάσει κιόλας από το κομμωτήριο, κάτι που αμελούσε εδώ και πολύ καιρό. Παράγγειλε το τσάι της και άρχισε να ξεφυλλίζει την «Ακρόπολη».

Δεν πέρασε πολλή ώρα και η χθεσινή επισκέπτρια ξαναφάνηκε. Αυτή τη φορά φορούσε τζιν παντελόνια κι ένα κυπαρισσί μοντγκόμερυ, αλλά το σημαντικό ήταν ότι έφερε μαζί της και παρέα, έναν νεαρό με μακριά μαλλιά και μούσι. Τον έπιασε από το μπράτσο και τον τράβηξε προς το γλυπτό που λεγόταν «η αυταπάτη του χρόνου».

«Κοίταξε! Η αυταπάτη του χρόνου λέει και είναι τρία πελεκημένα κομμάτια μάρμαρο που τα τυλίγουν ανάκατα αυτά τα χάλκινα κουρέλια … μπορείς εσύ να μου πεις που είναι ο χρόνος και που η αυταπάτη;»

«Χμ, όπως το βλέπω η αυταπάτη μπορεί να βρίσκεται σ' αυτές τις σκουριές που έχει πάνω του ο χαλκός … ίσως πάλι να είναι στα μαυράδια που έχουν τα μάρμαρα …»

«Δεν ξέρεις τι σου γίνεται από τέχνη! Η αυταπάτη βρίσκεται σε εμάς που καθόμαστε και χάνουμε το χρόνο μας μ αυτές τις παλαβομάρες … ήθελα να σε φέρω για να δεις με τα μάτια σου αυτά τα τέρατα και να εκτιμήσεις περισσότερο τα δικά μου σχέδια …»

«Εσύ σχεδιάζεις και ζωγραφίζεις υπέροχα …»

Ο νεαρός αγκάλιασε την κοπέλα και άρχισε να την φιλάει. Εκείνη ανταποκρίθηκε. Η Άρτεμις έτρεξε κοντά τους, σε έξαλλη κατάσταση.

«Είστε και οι δύο ηλίθιοι! Ζώα … και πηγαίνετε αλλού να σαλιαρίσετε!»

Το ζευγάρι χωρίστηκε ξαφνιασμένο.

«Εσείς είστε …»

«Η ανόητη που φτιάχνει αυτές τις παλαβομάρες!»

Η κοπέλα κατάλαβε ότι είχε κάνει χοντράδα. Δάγκωσε αμήχανα τα κόκκινα χείλη της.

«Μας συγχωρείς… δεν θέλαμε να σε προσβάλλουμε…»

«Η αλήθεια είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε καθόλου τι εννοείς με τα γλυπτά σου. Μπορείς να μας εξηγήσεις γιατί αυτό εδώ εκφράζει την αυταπάτη του χρόνου;»

Η Άρτεμις ήθελε να τους πετάξει έξω με τις κλωτσιές. Την κοιτούσαν όμως σα βρεγμένες γάτες, έμοιαζαν σχετικά μορφωμένοι και επιτέλους ήταν δύο νέα παιδιά, μάλλον φοιτητές. Η πληγωμένη καλλιτέχνις έδωσε τόπο στην οργή.

«Θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω … αλλά για να καταλάβετε πρέπει να αφήσετε το μυαλό σας να δουλέψει και το συναίσθημα σας ελεύθερο! Εντάξει;»

Η κοπέλα βιάστηκε να συμφωνήσει κουνώντας το κεφάλι, προφανώς για να εξευμενίσει τη νεαρή κυρία με το λαχανί ταγιέρ και το καλοχτενισμένο μαλλί. Ο φίλος της ήταν πιο σκληρό καρύδι.

«Αυτό που λες είναι αντιφατικό. Δεν μπορεί να δουλεύουν ταυτόχρονα η νοηματική και η συναισθηματική λειτουργία! Η μία αναιρεί την άλλη …»

Η Άρτεμις προσπάθησε να ελιχθεί και να περάσει στην αντεπίθεση. Στον ελάχιστο χρόνο σιωπής που μεσολάβησε πρόλαβε να δει τα μαύρα μάτια της αναιδούς νεαρής να καρφώνονται πάνω της.

«Δεν θα κάνουμε τώρα αυτή την κουβέντα! Αν δεν μπορείς να σκέφτεσαι και ταυτόχρονα να αισθάνεσαι, τι να σου κάνω … προσπάθησε τουλάχιστον να καταλάβεις αυτά που θα σου πω!»

Τα επόμενα δέκα λεπτά η Άρτεμις προσπάθησε να εξηγήσει, μάλλον χωρίς επιτυχία, την αισθητική και το νόημα του έργου της στους δύο νεαρούς επισκέπτες. Εκείνοι την άκουγαν ευγενικά, χωρίς να διακόπτουν. Όταν η ανάλυση ολοκληρώθηκε δεν είχαν να κάνουν καμιά ερώτηση. Βιάστηκαν να ευχαριστήσουν και έφυγαν άρον άρον. Η Άρτεμις τους ακολούθησε μέχρι την πόρτα, έπιασε το κεφάλι της, ανακάτεψε τα μαλλιά της και άφησε τα δύο της χέρια να πέσουν. Δεν έβλεπε την ώρα να ανέβει στον Υμηττό, να κλειστεί στο εργαστήρι της … και να μην κάνει τίποτα.

* * *

Το επόμενο απόγευμα η Άρτεμις άρχισε να μετράει πόσες μέρες έμεναν ακόμα για να τελειώσει το μαρτύριο της. Όταν έφτασε με το λεωφορείο στο κέντρο, αγόρασε την «Ακρόπολη». Ανακάλυψε το δικό της θέμα, ένα μικρό δίστηλο την τρίτη σελίδα. Δεν είχαν βάλει φωτογραφία. Δίπλωσε όπως όπως τα φύλλα και διάβασε το μικρό κείμενο, όρθια δίπλα στο περίπτερο. Ο μεσήλικας κύριος την είχε κάνει με τα κρεμμυδάκια. Ρωτούσε πώς είναι δυνατόν σε καιρούς με τόσα προβλήματα να ξοδεύονται χρόνος και χρήματα για να κάνει το κέφι της μια νεαρή, εις βάρος της τέχνης. Πρότεινε την επόμενη φορά να δωρίσει η καλλιτέχνις το ποσόν που θα κοστίσει η έκθεση σε κάποιο ευαγές ίδρυμα. «Το κέρδος θα ήτο διπλούν» κατέληγε. «Αφ’ ενός θα ανακουφίζοντο άμεσες ανάγκες των αναξιοπαθούντων συνανθρώπων μας και αφ’ ετέρου θα εγλίτωνεν η υψηλή τέχνη της γλυπτικής από τοιαύτες ανοίκειες και ανήκουστες επιθέσεις». Δεν την περίμενε τόση κακία - και τόση βλακεία!

Εκείνη την ώρα διάλεξε ο δικηγόρος του Λέανδρου να την επισκεφθεί για να τις μεταφέρει τις προτάσεις συμφιλίωσης του πελάτη του. Ζητούσε, λέει, συγνώμη, αναγνώριζε το λάθος του, υποσχόταν ότι στο μέλλον θα είναι τύπος και υπογραμμός, δήλωνε ότι την αγαπούσε. Επί τη ευκαιρία της ευχόταν καλή επιτυχία για την έκθεση της. Η Άρτεμις άκουγε με δυσφορία και κατεβασμένο κεφάλι το δικηγόρο, χωρίς να διακόπτει. Κόντευε κιόλας να συγκινηθεί με τα λεγόμενα του Λέανδρου. Μόλις όμως άκουσε τις ευχές του για την έκθεση της έγινε θηρίο και έδιωξε τον δικηγόρο χωρίς πολλά πολλά. Στη συνέχεια άρχισε να περπατάει πέρα δώθε στη μεγάλη αίθουσα νιώθοντας πώς κόντευε να φτάσει στα όρια της.

Όταν μπήκε η συνηθισμένη απογευματινή επισκέπτρια, δεν την πρόσεξε. Βυθισμένη στις σκέψεις της εξακολούθησε να την αγνοεί για κάμποση ώρα ακόμα, μέχρι που άκουσε ένα διακριτικό βήχα και σήκωσε το κεφάλι. «Τι θέλει πάλι αυτή;» αναρωτήθηκε. «Αυτή» κρατούσε στο χέρι ένα κουτί γλυκά, σημάδι συγγνώμης και αίτημα συμφιλίωσης. Χαμογελούσε - και ήταν μεταδοτικό. Γνωρίστηκαν τρώγοντας τις πάστες.

Ήταν η Καλυψώ και ήταν μαθήτρια γυμνασίου, πέμπτη τάξη. Κατέβαινε κάθε απόγευμα στο κέντρο γιατί έκανε μαθήματα σχεδίου, καθώς ήθελε να δώσει την επόμενη χρονιά στην Αρχιτεκτονική. Ο νεαρός που την συνόδευε χθες ήταν ο Μιθριδάτης, φοιτητής του Πολυτεχνείου. Αυτός έμενε στα Εξάρχεια και η Καλυψώ «πολλαπλασίαζε» τα απογευματινά μαθήματα για να τον βλέπει.

«Μου αρέσει πάρα πολύ…» δήλωσε. « Τον αγαπάς;» ρώτησε η Άρτεμις. Η Καλυψώ γέλασε με το σοβαρό ύφος της νέας της φίλης.

«Δεν εννοούσα αυτό … εννοούσα, να, το τέτοιο… το σεξ»

Η καημένη η Άρτεμις δεν πίστευε στα αφτιά της. Το σεξ το είχε το
γνωρίσει πριν ένα χρόνο, με τον Λέανδρο, και δεν είχε την καλύτερη γνώμη για δαύτο. Και η Καλυψώ έλεγε πώς κατέβαινε στο κέντρο γι' αυτό το πράγμα. Και ήταν ακόμα μαθήτρια! Μήπως εννοούσε κάτι άλλο; Με απλές φράσεις η Καλυψώ της εξήγησε πώς εννοούσε ακριβώς αυτό, λάτρευε το σεξ και δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτό. Στην επίμονη ερώτηση της Αρτέμιδος, πώς μπορούσε να το κάνει με κάποιον που δεν ήταν ερωτευμένη, απάντησε με φυσικότητα ότι θα το προτιμούσε αλλά δεν το θεωρούσε απαραίτητο. Πάνω που οι απορίες γινόντουσαν πιο συγκεκριμένες, εισέβαλε στην αίθουσα μια μεγάλη παρέα φοιτητών και η συζήτηση διακόπηκε.

Συνεχίστηκε την άλλη μέρα, στον Υμηττό. Ήταν Κυριακή και η Καλυψώ δεν είχε σχολείο, ενώ είχε μεγάλη περιέργεια να δει από κοντά το εργαστήριο γλυπτικής της νέας της φίλης. Η Άρτεμις ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε
να φιλιέται παθιασμένα, πως βρέθηκαν αγκαλιασμένες στο κρεβάτι, ούτε τι ήταν εκείνο το ξαφνικό που της συνέβη για πρώτη φορά. (Αργότερα έμαθε πως λέγεται οργασμός – και χαιρετίζεται με το ρήμα «χύνω!» που φώναζε κάθε τόσο η μαθήτρια). Ούτε ο κ. Όμηρος κατάλαβε τι συνέβη, γιατί όταν κατέφθασε αμέριμνος, πριν μπει έκανε μεγάλη φασαρία με το σκύλο που φρουρούσε τον κήπο και τα μυστικά του εργαστηρίου.

* * *

Η Καλυψώ έμαθε πολλά πράγματα - πως μια ιδέα μπορεί να γίνεται έργο τέχνης, πως η τέχνη μπορεί να γίνεται πεδίο έκφρασης και επικοινωνίας, πως κάθε εποχή έχει τους δικούς της κώδικες, πως η τέχνη στη σύγχρονη Ελλάδα του 1973 ελέγχεται απολύτως από ένα αρτηριοσκληρωτικό κύκλωμα γερόντων με ιδέες αρχαίες και αποπνικτικές. Αλλά και η Άρτεμις έμαθε πολλά σχετικά με τον έρωτα και τους άντρες, τομείς στους οποίους η νεότερη Καλυψώ είχε κάνει ήδη σημαντικές ανακαλύψεις.

Η Καλυψώ είχε προδιάθεση από πολύ μικρή ηλικία. Ζούσε με τη μαμά της, ο πατέρας της είχε αποχωρήσει από το σπίτι όταν αυτή τελείωνε το δημοτικό. Από τότε τον έβλεπε μια δύο φορές το μήνα, όταν βρισκόταν στην Ελλάδα. Προφανώς από αυτόν είχε κληρονομήσει τα ερωτικά γονίδια. Η μάνα της, από πλούσια οικογένεια, υπάλληλος στο Υπουργείο Πολιτισμού, με τα χίλια ζόρια είχε κάνει μια σχέση με έναν άλλο ζωντοχήρο και περίμεναν να τελειώσει η Καλυψώ το γυμνάσιο για να παντρευτούν.

Στο μεταξύ η Καλυψώ διέπρεπε - όχι μόνο σε ομορφιά και ερωτική δραστηριότητα. Η τυπική ενασχόληση των κοριτσιών του κύκλου της «με το πιάνο για τα γαλλικά» δεν ήταν καθόλου τυπική στην περίπτωση της. Είχε εξελιχθεί σε μια πολύ καλή ερασιτέχνιδα του πιάνου, της άρεσε πολύ να μαθαίνει ξένες γλώσσες, αλλά αυτό που προτιμούσε περισσότερο απ' όλα ήταν η ζωγραφική. Η επιλογή της να σπουδάσει αρχιτεκτονική ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Αλλά το πεδίο πρωταθλητισμού της ήταν πάντοτε τα ερωτικά.

Έτυχε, στην τρίτη γυμνασίου, να έχει φιλόλογο τη Φοίβη, μια νεαρή Πειραιώτισσα. Η Φοίβη την αποπλάνησε και στη συνέχεια τη γνώρισε στον εραστή της, έναν ερωτύλο αλλά καλόκαρδο μικροεπιχειρηματία. Το τρίο συνέχισε για μερικούς μήνες, ώσπου η Καλυψώ γνωρίστηκε με έναν γοητευτικό ηθοποιό και τους αποχαιρέτησε. Σύντομα ανακάλυψε ότι ο ηθοποιός της την ήθελε για βιτρίνα, να την κυκλοφορεί δηλαδή, λόγω της εντυπωσιακής της εμφάνισης και ελάχιστα ενδιαφερόταν για τον εμπράγματο έρωτα - οπότε τον παράτησε στα κρύα του λουτρού. Ακολούθησε μια μικρή σειρά εραστών μέχρι τον Μιθριδάτη, τον οποίο γνώρισε καθώς έψαχνε κάποιον να της κάνει μαθήματα σχεδίου.

«Και δεν ερωτεύτηκες κανέναν;»

«Όχι. Δεν το αποκλείω, σου λέω μάλιστα ότι το θέλω πολύ! Αλλά όλοι όσοι γνωρίζω δεν έχουν αυτό που θέλω εγώ …»

«Μα τι θέλεις, επιτέλους;»

«Δεν μπορώ να σου περιγράψω ακριβώς … όταν όμως τον συναντήσω, είμαι σίγουρη ότι θα τον γνωρίσω αμέσως!»

«Και δεν θα ζηλεύει, μετά από τόσους εραστές;»

«Αν ζηλεύει δεν είναι εκείνος που θα ερωτευτώ!»

«Κι εγώ;»

Η Καλυψώ την κοιτούσε χαμογελαστή. Ήταν σίγουρη ότι η Άρτεμις δεν θα αργούσε καθόλου να ανακαλύψει τους άντρες. Της γνώρισε τον συγκάτοικο του Μιθριδάτη, τον Ιόλαο. Η Άρτεμις δεν θα τολμούσε ποτέ να κάνει κάτι μαζί του, αφού δεν ήταν ερωτευμένη, αν δεν βρισκόταν κάτω από την επιρροή και την καθοδήγηση της Καλυψώς. Πολύ γρήγορα η μαθήτρια στα ερωτικά έφτασε τη δασκάλα της, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια που έβαζε η ανατροφή της και ο ρομαντικός της χαρακτήρας. Καθεμιά τράβηξε το δρόμο της, αλλά έμειναν πραγματικές φίλες και συντρόφισσες – υποστήριζε η μία την άλλη, σε εποχές εξόχως πουριτανικές και αντιερωτικές - για πολλά χρόνια.

3 Comments:

At 3:24 μ.μ., Anonymous Δύστροπη Πραγματικότητα said...

Πολύ καλό το πρώτο κεφάλαιο Πάνο. Και αυτό που μου άρεσε ιδιαίτερα είναι το ότι ήταν τελείως απρόβλεπτο!
Τίποτα δεν με προϊδέασε για την πραγματικά απροσδόκητη εξέλιξη που είχε η ιστορία από το σημείο όπου η Καλυψώ επισκέφτηκε την Άρτεμις για να της εκφράσει την συγνώμη της... ;)


ΥΓ. Κατά πάσα πιθανότητα θα αργήσεις να δείς αυτό το σχόλιό μου αλλά όπως και να 'χει αυτό το κεφάλαιο δεν έπρεπε να μείνει ασχολίαστο...έστω μετά από 6,5 χρόνια!

Γιάννης

 
At 10:45 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

Εντυπωσιακα καλο το πρώτο κεφάλαιο, με πολυ καλη αποδοση τοσο της εποχης (τελος δικτατοριας), οσο και της... υπογειας ζωης της Αθηνας.
Δειχνει-οντως- καλη γνωση της ζωης.

Αφωτιστος Φιλελλην

 
At 6:37 μ.μ., Anonymous kazana dina said...

Εξαιρετικο, γλαφυρη γλωσα, χιουμορ(ο μπαμπας εν μεσω των γυναικων του σπιτιου, που πιανει διακριτικα τ αχαμνα του καθε που βλεπει τον Παπαδοπουλο στην T.V.) καλη μεταφορα του κλιματος της χουντας και των εικονων της εποχης, το καλλιτενικο δραμα της κοπελας οπως κι αυτο της ζωης της γινεται κωμωδια χωρις η ηρωιδα να γινεται σουργελο, εως την ξαφνικη ερωτικη καταληξη. Εκει εγινε κατι αλλο. Εγινε μια μεταβαση σε αλλο λογοτεχνικο ειδος. Αυτο το περασμα με αφησε αμηχανη λογοτεχνικα, αδυνατωντας να συνδεσω τα δυο ειδη.

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home