Κυριακή, Οκτωβρίου 09, 2005

Επανομή

(Σεπτέμβριος 1981)

Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.

Γιώργος Σεφέρης


(Κείμενο του Διομήδη. Βρέθηκε πριν λίγα χρόνια)

Mετρούσα ανήσυχος κεφάλια: Σαρανταδύο, ενώ ήθελα τουλάχιστον
εξήντα. Εν πάση περιπτώσει, τόσοι μαζεύτηκαν και δεν υπήρχε καιρός για να ψάξουμε κι άλλους. Η απάντηση έπρεπε να δοθεί άμεσα, χωρίς χρονοτριβές. Θα την δίναμε εμείς, οι νεαροί κομμουνιστές φοιτητές από τη Φυσικομαθηματική. Το ραντεβού ήταν στα γραφεία της οδού Ολύμπου. Το λόγο πήρε ο υπεύθυνος της αποστολής, ο Κριτίας.

«Σύντροφοι, το Γραφείο της Οργάνωσης Πόλης ανάθεσε στη Σπουδάζουσα μια σημαντική αποστολή, ένα σημαντικό καθήκον: Χθες το βράδυ, στην Επανομή, ακροδεξιοί επιτέθηκαν και χτύπησαν δικούς μας την ώρα που έκαναν αφισοκόλληση. Καταλαβαίνετε ότι αν δεν πάρουν απάντηση, θα περάσει κλίμα τρομοκρατίας στην περιοχή, σε βάρος των δικών μας... Η δουλειά μας είναι, να πάμε στο χωριό, να μοιράσουμε την προκήρυξη που καταγγέλλει τα γεγονότα, να δείξουμε ότι το κόμμα είναι δυνατό και μπορεί να απαντά άμεσα στις προκλήσεις. Προσοχή στη συμπεριφορά μας: Δεν προκαλούμε, δε μαλώνουμε, συζητάμε. Καμιά ερώτηση; Φύγαμε!».

Φύγαμε όλοι με το λεωφορείο της γραμμής, χαρούμενοι γιατί έσπαγε η
μονοτονία της προεκλογικής δουλειάς, λίγο ανήσυχοι, αλλά και υπερήφανοι γιατί αποτελούσαμε τους εκπροσώπους του κόμματος σ' αυτήν την ιδιότυπη αποστολή. Όσο για μένα, ως οργανωτικός υπεύθυνος, σημείωνα προσεκτικά στο μπλοκάκι μου τους παρόντες και τους αδικαιολογήτως απόντες.

Ενώ οι απόντες κοιμόντουσαν ή διάβαζαν για τις εξετάσεις τους, οι παρόντες συζητούσαν για τις πιθανότητες «να πέσει ξύλο». Για όλους, πλην του Κριτία, ήταν η πρώτη μεγάλη πολιτική μάχη, η μάχη για να πιάσει το κόμμα 17% στις εκλογές και να περάσει δυναμικά στο προσκήνιο. Συνηθισμένοι από το πανεπιστήμιο, όπου κυριαρχούσαμε, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε πως ήταν δυνατόν έξω απ' αυτό, να μην έχει ο λόγος μας πειστικότητα και ισχύ στην πλειοψηφία. Σε κάθε περίπτωση, είμαστε αποφασισμένοι να το ανατρέψουμε αυτό - και αν στην Επανομή υπήρχαν κάποιοι φασίστες θα έπαιρναν το μάθημά τους.

Επί μήνες τώρα, με διάφορες αιτιολογίες (οικονομική εξόρμηση, φεστιβάλ, εκλογικά τετράγωνα) αλωνίζαμε τις συνοικίες, τα εργοστάσια, τις βιοτεχνίες, το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ο κόσμος μας αντιμετώπιζε με συγκατάβαση, με ψυχρότητα, αλλά και πολλές φορές με συμπάθεια, αν και το ρεύμα του ΠΑΣΟΚ ήταν πια παντοδύναμο. Εκείνες τις βδομάδες, κάθε μέρα οι πλέον επιμελείς και 2-3 φορές την εβδομάδα οι υπόλοιποι, βγαίναμε για δουλειά, τα «εκλογικά τετράγωνα». Η ΦΜΣ είχε αναλάβει την Καλαμαριά και το Φοίνικα. Χωρίσαμε τη συνοικία σε τομείς. Συνεργεία των δύο ατόμων (ένας «παλιός» κι ένας «καινούριος» συνήθως) χτυπούσαμε πόρτα-πόρτα όλα τα σπίτια, με προεκλογικό υλικό και κουπόνια στα χέρια (τις Κυριακές είχαμε και εφημερίδα). Δίναμε τα προεκλογικά έντυπα (έξω από την ΕΟΚ, έξω το ΝΑΤΟ και οι Αμερικάνοι, Αλλαγή- δεύτερη κατανομή) και προσπαθούσαμε να ανοίξουμε πολιτική συζήτηση με τις νοικοκυρές, που ετοίμαζαν το βραδινό. Το επίπεδο των συζητήσεων αυτών πολλές φορές ήταν για κλάματα, αλλά στα γραφεία έφταναν στοιχεία για χιλιάδες «σίγουρους» ψηφοφόρους του κόμματος και η αισιοδοξία εδραιωνόταν. Ο γραμματέας της Οργάνωσης Πόλης είχε ανακοινώσει σε αχτίφ στελεχών, παρουσία του Χ. Φλωράκη, ότι «έχουν ήδη εξασφαλισθεί» 34 χιλιάδες ψήφοι μέσα στη Θεσσαλονίκη, τριπλασιάζοντας περίπου την πραγματική εκλογική επίδοση του κόμματος.

Κάποτε φτάσαμε στο χωριό, κατεβήκαμε, ξεδιπλώσαμε κάμποσες κόκκινες σημαίες και διασχίσαμε τον κεντρικό δρόμο προκαλώντας έκπληξη, εντύπωση και δυνατά συναισθήματα αποστροφής ή συμπάθειας. Έβλεπα τις κόκκινες σημαίες να ανεμίζουν στα χέρια των συντρόφων και -ναι!- ένοιωθα υπερήφανος για το Κόμμα, την αριστερά, την επαναστατική μας αποφασιστικότητα. Περήφανος και αποφασισμένος! Ειδικά οι ψηφοφόροι μας και οι συμπαθούντες του χωριού, έκαναν χαρά μεγάλη που μας είδαν, που σπάσαμε τον τσαμπουκά των φασιστών.

Η προκήρυξη που μοιράζαμε στα μαγαζιά και στα σπίτια δόθηκε και στον ίδιο τον «φασίστα ονόματι Μπιλ», πρωταγωνιστή των χθεσινών επεισοδίων, χασάπη στο επάγγελμα. Αυτός διάβασε τη σελίδα χαμογελώντας ειρωνικά, κάτω από τα κρεμαστά του μουστάκια, ώσπου, προς το τέλος, είδε το όνομά του. Τότε, εκμανής, άρχισε να βαράει τη μαχαίρα στο κούτσουρο, απειλώντας θεούς και δαίμονες, αλλά οι σύντροφοι που είχαν μπει στο χασάπικο (Νέστορας και Ινώ) πρόλαβαν και την κοπάνισαν, αφήνοντας για άλλη φορά τον «δυναμικό αλλά προσεχτικό» διάλογο με τον Μπιλ. Δυο ώρες αργότερα οι σαρανταδύο επιστρέψαμε κουρασμένοι, αλλά ικανοποιημένοι, στη Θεσσαλονίκη.