Τρίτη, Οκτωβρίου 11, 2005

Χρυσηίδα

(Φεβρουάριος 1982)


Απ' το λαιμό της γυναίκας άρχισε η προσευχή μου

Νίκος Καρούζος


Ξεκλείδωσα και μπήκα αθόρυβα. Σκόνταψα σε μια τσάντα καθώς βάδιζα στα σκοτεινά προς τον πίνακα, να ανάψω το θερμοσίφωνο. Είδα ν' ανάβει φως στο δωμάτιο της Χρυσηίδας. Άνοιξα την πόρτα. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και με κοιτούσε απορημένη και παραπονεμένη.

«Μα που ήσουν; Τι ώρα είναι; Εφτά! Σε περίμενα χθες βράδυ, είχαμε κανονίσει να βγούμε... Πως είσαι έτσι, τι έκανες όλη τη νύχτα; Δεν είχες πει, πως θα ερχόσουν στις δέκα και μισή, για να πάμε ταβέρνα; Η Πηνελόπη και ο Σωκράτης έμειναν εδώ μέχρι τις εντεκάμιση και έφυγαν, πήρα ταξί και πήγα στο σπίτι σου, ο Διομήδης μου είπε πως είχες φύγει από το απόγευμα, έγινα περίγελος σε όλους τους γνωστούς! Δε μπορούσες να πάρεις ένα τηλέφωνο;»

Όσο μιλούσε σηκώθηκε και με πλησίαζε, με τα κατάξανθα μακριά της μαλλιά, τα γαλάζια μάτια, τα κόκκινα χείλη, το λυγερό κορμί της ντυμένο με τις νεανικές της πιτζάμες. Στην αρχή κυριαρχούσε η έκπληξη και το παράπονο στην έκφρασή της, αλλά σιγά σιγά άναβε από τα ίδια της τα λόγια και θύμωνε όλο και περισσότερο. Η αναπνοή της έγινε γρήγορη, έβλεπα το στήθος της να ανασηκώνεται και να υποχωρεί χωρίς σταθερό ρυθμό, μισό μέτρο μπροστά μου, τα χέρια της τεντωμένα, τα δάχτυλα έτοιμα να με αρπάξουν, τα χείλη άρχισαν να τρέμουν, τα μάτια νότισαν και τα δάκρυα ήταν έτοιμα να κυλήσουν. Άναψα τσιγάρο, δεν μιλούσα, τα είχα ξανακούσει όλα αυτά, σε διάφορες παραλλαγές και περίμενα, ψύχραιμος, να περάσει η μπόρα.

Στο μεταξύ η Χρυσηίδα αυτοκυριαρχήθηκε, απομακρύνθηκε δυο βήματα, σταύρωσε τα χέρια και με κοίταξε ίσια στα μάτια. Την κοιτούσα κι εγώ, αγέλαστος, γιατί βρισκόμουν ακόμα στην περίοδο της απόλυτης μετεφηβικής ερωτικής ματαιοδοξίας, η οποία επρόκειτο πολύ σύντομα να τελειώσει.

«Θέλω να ξέρω με ποια ήσουν» είπε με φωνή όσο μπορούσε σταθερή.

Αφηγήθηκα ορισμένα από τα πραγματικά περιστατικά. Χθες βράδυ, καθώς ερχόμουν με το αστικό προς το σπίτι της -η μηχανή μου βρισκόταν στο συνεργείο- συνάντησα στα πίσω καθίσματα τον Δάμωνα κι άλλους δύο. Πήγαιναν για χαρτί στην Τριανδρία, στου Βελισάριου, και επέμεναν φορτικά να τους ακολουθήσω, όπως κι έγινε. Δεν είπα ότι η λύση αυτή μου φάνηκε δώρο εξ ουρανού, γιατί δεν είχα καμιά όρεξη να περάσω το βράδυ με τους φίλους της Χρυσηίδας. Είπα όμως, ότι στο σπίτι του Βελισάριου δεν υπήρχε τηλέφωνο κι έτσι δε μπόρεσα να ειδοποιήσω. Η αλήθεια ήταν πως ενσυνείδητα δεν τηλεφώνησα, επιτρέποντας στον εαυτό μου να ασχοληθεί απερίσπαστος με τα χαρτιά και αναβάλλοντας τις εξηγήσεις για αργότερα. Δεν ανέφερα ότι δυο φορές έκανα να σηκωθώ και να πάω ως το περίπτερο της γωνίας για τηλέφωνο, αλλά και τις δυο κόλλησα στο τραπέζι μουρμουρίζοντας ένα ποταπό «δε γαμιέται!». Φυσικά παρέλειψα εντελώς κάθε αναφορά στην πολύωρη στάση που έκανα στην «Προμηθέα». Η Χρυσηίδα ακούγοντάς με να εξηγούμαι, καθόλου πειστικά και χωρίς ίχνος μεταμέλειας, έγινε έξω φρενών.

«Κι εγώ τι είμαι, δε μου λες; Τι ρόλο παίζω εγώ; Δεν υποφέρεσαι πια!».

Η ηδονή του να είσαι άδικος και κακός έχει τα όριά της, αλλά δεν τα είχα προσεγγίσει ακόμα. Το ύφος μου άλλαξε μονομιάς και έγινε σκληρό και επιθετικό. Η φωνή μου παλλόταν από κύματα πραγματικής οργής. Από πού κι ως που είχε τη γνώμη η Χρυσηίδα ότι ήμουν ιδιοκτησία της και θα έπρεπε να της δίνω αναφορά; Με ποιο δικαίωμα μου μιλούσε έτσι;

«Ξέρεις, να είμαστε μαζί σημαίνει ότι απαγορεύεται εντελώς το στυλάκι της ιδιοκτησίας εκ μέρους σου! Έρχομαι κουρασμένος, άρρωστος, με πυρετό, μόνο και μόνο για να σε δω και εσύ μου επιτίθεσαι με αυτόν τον τρόπο και μ’ αυτό το ύφος! Προσπάθησε να ξεπεράσεις τον κακό σου χαρακτήρα και θυμήσου επιτέλους ότι στις γυναίκες ταιριάζει η κατανόηση και η τρυφερότητα... Αν δεν θέλεις, δε χάλασε ο κόσμος, φεύγω και συνεχίζεις μόνη σου τη γκρίνια. Δεν ακούω λέξη!»

Η Χρυσηίδα δεν άντεξε την επίθεση και έβαλε τα κλάματα για τα καλά. Ήξερε από παλιότερες αντίστοιχες σκηνές ότι, ακόμα κι αν είχε όλο το δίκιο του κόσμου με το μέρος της, έπρεπε να υποχωρήσει αυτή, για να συμμαζέψει την κατάσταση. Δεν είχε τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση να αντιμετωπίσει τις άδικες αιτιάσεις μου και το μυαλό της είχε μπλοκαριστεί στην ιδέα πως αν τα χαλούσε μαζί μου η ζωή της δεν θα είχε πια νόημα. Ήξερα, ή υπέθετα με μεγάλη προσέγγιση το μελόδραμα που παιζόταν στο ξανθό κεφάλι της και περίμενα την αναπόφευκτη συνέχεια: την άνευ όρων παράδοση της.

Τώρα επικρατούσε σιωπή, αλλά συνέχιζα νοερά τον φιλιππικό εναντίον της: «Της έχω πει χιλιάδες φορές ότι δεν θέλω καμιά επαφή μ' αυτούς τους τύπους. Αυτή κανονίζει χωρίς να με ρωτήσει, μου το ανακοινώνει, σαν τελεσιγράφο, μπροστά σε κόσμο όπου δε μπορώ να μιλήσω ελεύθερα και έχει την απαίτηση να υποστώ αυτή τη μαλακία! Αμ δε σφάξανε! Κι αν δεν συναντούσα τους άλλους, έπρεπε από μόνος μου να μην εμφανιστώ για να μάθει άλλη φορά πως όταν λέω κάτι, το εννοώ!»

Η πόρτα χτύπησε και μπήκε η Δήμητρα, μισοκοιμισμένη ακόμα. Παρόλα τα μπουρίνια μου πρόσεξα πως κάτω από το κοντό νυχτικό της δε φορούσε τίποτα. Για την αθυρόστομη και ερωτιάρα Δήμητρα είχα έρθει σ' αυτό το σπίτι, αλλά το καμάκι μου στράβωσε και η Δήμητρα εντέχνως με πάσαρε στη Χρυσηίδα. Τις έβλεπα τώρα αγκαλιασμένες, σε συγκινητική αποθέωση της γυναικείας αλληλεγγύης. Η Δήμητρα ήταν στο τσακ να με περιλάβει, αλλά κρατήθηκε. Κάποτε η Χρυσηίδα σκούπισε τα δάκρυα και η Δήμητρα βγήκε, ρίχνοντας μου δηλητηριώδεις ματιές. Στήριζα το κεφάλι στο χέρι μου και το χέρι μου στο πάνω ράφι της βιβλιοθήκης, σίγουρος πλέον ότι η ματαιοδοξία μου κατήγαγε μια ακόμα λαμπρή νίκη. Αφού πέρασαν ελάχιστα λεπτά κρίσιμης, σιωπηλής, ασταθούς ισορροπίας, όπου η Χρυσηίδα με κοιτούσε κι εγώ ατένιζα ανέκφραστος τον τοίχο, πρόφερε δειλά - δειλά τ' όνομά μου.

Δεν είπα τίποτα, έβγαλα τα παπούτσια και τις βρεγμένες κάλτσες και τα άφησα έξω από την πόρτα.

«Πρέπει να κάνω μπάνιο».

Η Χρυσηίδα ήρθε κοντά μου, τύλιξε τα χέρια της στους ώμους μου και κόλλησε πάνω μου. Ένοιωσα το κορμί της ζεστό, λυγερό, ευωδιαστό, την ψυχή της να προσφέρεται άνευ όρων. Με φιλούσε στο λαιμό και με αγκάλιαζε όλο και πιο σφιχτά. Μου έβγαλε το πουλόβερ και το πουκάμισο και μετά, γονατίζοντας μπροστά μου, με έγδυσε εντελώς. Καθώς με χάιδευε με τα χείλη και τη γλώσσα της, ζητούσε να τη συγχωρήσω, αναγνωρίζοντας ότι η συμπεριφορά της ήταν απαράδεκτη - κι ακόμα ότι με αγαπούσε περισσότερο από ποτέ. Ένοιωσα τα γόνατά μου να τρέμουν και τα σπλάχνα μου να ανάβουν για την υποταγμένη κοπέλα, αλλά θυμωμένος ακόμα, έμενα απαθής και δεν έπαιρνα την πρωτοβουλία όπως γινόταν πάντα. Αυτό ερέθιζε τη Χρυσηίδα και την έκανε περισσότερο τολμηρή και επίμονη, σε όσα έλεγε και έκανε. Ώσπου δεν άντεξα άλλο να παίζω ένα ρόλο που δε μου πήγαινε καθόλου, πέρασα φουριόζος τη γραμμή και έγινα πάλι ο πραγματικός μου εαυτός. Τραβήχτηκα λίγο, την έπιασα απαλά από τα χέρια, τη σήκωσα και τη φίλησα στο στόμα. Την άρπαξα γερά από τους γοφούς, τη σήκωσα και η Χρυσηίδα τύλιξε τα λεπτά και γυμνασμένα πόδια της γύρω από τη μέση μου.

Ήταν κορίτσι από σπίτι. Ο μπαμπάς της είχε έναν μικρό στόλο ΤΑΞΙ και δύο μεγαλομπακάλικα στην Αθήνα - αργότερα πολλαπλασιάστηκαν και έγιναν αλυσίδα σούπερ μάρκετ, σε όλη τη χώρα. Η Χρυσηίδα έμαθε γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, κιθάρα, έμαθε να μιλάει στον πληθυντικό στους γονείς της και συνήθιζε να μαλώνει μαζί τους και να μουτρώνει με ασήμαντες αφορμές. Η αυστηρά προγραμματισμένη ζωή της όταν ήταν μαθήτρια, δεν επέτρεπε στον έρωτα να μπει ανάμεσα σ' αυτήν και τα φροντιστήριά της. Ο τρόπος που μεγάλωσε την έκανε να φοβάται κατά βάθος τους ανθρώπους και εκτός των άλλων, να μην ανοίγεται σε φιλίες, με την εξαίρεση της Δήμητρας. Έδινε την εντύπωση ότι ήταν ευγενικό παγόβουνο. Αλλά είχε έρθει ο καιρός της, της έκανε άλλωστε επίμονη διαφώτιση η Δήμητρα, η οποία φρόντιζε κιόλας δραστήρια να τη ζευγαρώσει. Έτσι, όταν εμφανίστηκα στο οπτικό τους πεδίο, ενδιαφερόμενος για την ήδη κατειλημμένη Δήμητρα, αυτή φρόντισε να μιλήσει στη Χρυσηίδα και - αφού πήρε τη συγκατάθεσή της - σε μένα. Η παρέμβασή της ολοκληρώθηκε μερικές μέρες αργότερα, όταν μετά την ταβέρνα με προσκάλεσε να κοιμηθώ στο σπίτι τους. Την άλλη μέρα οι δύο νέοι εραστές ήμαστε πολύ ευχαριστημένοι, στα δεκαεννιά μας, γραφικοί με το χαμόγελό μας ενώπιον φίλων και γνωστών.

Η Χρυσηίδα ήταν ευτυχισμένη με την καινούρια φάση της ζωής της. Συγκέντρωνα, άλλωστε, τα χαρακτηριστικά που ανέκαθεν επιθυμούσε: Ψηλός και ευπαρουσίαστος, ευγενικός και τρυφερός μαζί της, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό, και κατά περίπτωση καλός συνομιλητής και ευχάριστος χαρακτήρας. Το σημαντικότερο, ήμουν ο πρώτος της έρωτας, γεγονός που την έκανε να εξωραΐζει ό,τι η ανατροφή και ο τρόπος ζωής της υποδείκνυαν πως ήταν ανάρμοστο ή χυδαίο από την πλευρά μου. Μου έκανε όλα τα χατίρια, φρόντιζε πολύ το ντύσιμό της και τα μάτια της έλαμπαν όταν μιλούσε για μένα.

Ωστόσο, μετά τις πρώτες βδομάδες της σχέσης μας, όταν η Χρυσηίδα άρχισε να ξεπερνά το πρώτο δέος και ήταν πια σε θέση να βλέπει όσα ήταν ολοφάνερα, αντελήφθη κάποια πράγματα που τη δυσαρέστησαν και την ανησύχησαν. Το πρώτο που διαπίστωσε ήταν ότι δεν ήθελα να μένω μαζί της συνέχεια, προτιμώντας να βρίσκομαι με την παρέα μου ή με τα διαβάσματά μου. Τα μεσημέρια και τα απογεύματα με έβλεπε σπάνια, ήμουν πάντα στην σχολή. Τα βράδια συνήθιζα να εμφανίζομαι πολύ αργά στο σπίτι της και αφού έμενα δυο -τρεις ώρες, πολλές φορές σηκωνόμουν να φύγω, εγκαταλείποντας τη Χρυσηίδα και τα σχέδιά της για εξόδους, εκδρομές και άλλες κοινές δραστηριότητες. Καταλάβαινα πως ζήλευε, υποπτευόταν ότι δεν της ήμουν αφοσιωμένος, αλλά ποτέ δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο ή ένδειξη για παρουσία άλλης γυναίκας στη ζωή μου.

Εκείνο όμως που την πίκρανε πολύ ήταν όταν κατάλαβε πως δεν ένοιωθα άνετα μαζί της στις συντροφιές, ιδίως όταν βρισκόμαστε με τη δική μου αναρχοαυτόνομη, πολιτικολογούσα παρέα. Πολλές φορές με είχε προσέξει να δυσανασχετώ, όταν η ίδια έλεγε κάτι που προκαλούσε ή μπορούσε να προκαλέσει ειρωνικές σκέψεις εις βάρος της. Η συμπεριφορά των άλλων απέναντί της την έκανε να υποθέτει πως πίσω από την πλάτη της διατυπωνόταν τα πιο πικρόχολα και απορριπτικά σχόλια – κι αυτό την έκανε να κλείνεται ακόμα περισσότερο απ’ όσο ήταν στο φυσικό της. Από την άλλη μεριά, απέφευγα χωρίς προσχήματα τους δικούς της γνωστούς, εκφράζοντας απερίφραστα την άποψη ότι πρόκειται για μαλακισμένα βουτυρόπαιδα. Την ενοχλούσε το γεγονός ότι δεν έμπαινα καν στον κόπο να μην φανερώνω μπροστά τους τη γνώμη μου γι’ αυτούς.

Ένας από δαύτους, ο Σωκράτης, γνωστός μου από την Αθήνα και συνάδελφός μου στην Ιατρική, εκνευρισμένος από την ειρωνεία μου, κάποτε έθεσε ευθέως το ζήτημα. Του εξήγησα ήρεμα πως ερχόμαστε ο καθένας από διαφορετικό κόσμο και πως δεν υπάρχει πεδίο συνεννόησης γιατί έχουμε επίσης διαφορετικό προορισμό.

«Νομίζεις πως είσαι ανώτερος;» ρώτησε ο Σωκράτης ξαφνιασμένος και οργισμένος.

«Ναι! Πιστεύω ότι όλοι εσείς οι αστοί, είστε άχθος αρούρης, βάρος της γης. Τα ενδιαφέροντά σας είναι ρηχά και ευτελή, οι δυνατότητές σας εξαντλούνται σε ό,τι επιτρέπει η οικονομική σας άνεση και μόνο»

Ξεσηκώθηκε τότε κατακραυγή εις βάρος μου, την οποία αντιμετώπισα με παγερή αδιαφορία. Η καημένη η Χρυσηίδα ευχόταν να ανοίξει η γη και να την καταπιεί.

Το ίδιο βράδυ έγινε γερός καυγάς, που κατέληξε σε πλήρη υποχώρηση της. Κατάλαβα ότι την είχα φέρει σε πολύ δύσκολη θέση και χρύσωσα το χάπι δηλώνοντας ότι όσα είπα για τους άλλους δεν αφορούσαν την ίδια, ότι την αγαπούσα γιατί ήταν κάτι ξεχωριστό – κι άλλες τέτοιες ψευτιές. Η Χρυσηίδα πιάστηκε από αυτό το σωσίβιο γερά, αλλά δεν έπαψε ποτέ να αισθάνεται μειωμένη από τη συμπεριφορά μου. Προσπαθούσε να προσαρμόσει το στυλ της στο δικό μου, αλλά δεν τις έδινα πολλές ευκαιρίες. Έμενα μαζί της για το σεξ, με βόλευε να έχω μια σταθερή σχέση, γιατί του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο… Από όσες κοπέλες θα μπορούσαν να παίξουν αυτόν το ρόλο, η Χρυσηίδα ήταν ιδανική γιατί εκτός του ότι μου άρεσε πολύ, προσαρμόστηκε σχετικά εύκολα και αποδέχτηκε τα χούγια μου, κάτι που δεν θα έκανε ποτέ η Δήμητρα, για παράδειγμα. Ήταν και θέμα τύχης, συναντηθήκαμε την κατάλληλη στιγμή. Υπήρχε και η έλξη των ετερωνύμων, η ένταση που δημιουργούσε η συμπεριφορά μου, η ισχυρότατη δυναμική της δικής της απόλυτης παράδοσης. Αν δεν μεσολαβούσαν όσα θα αφηγηθώ στη συνέχεια, πιθανότατα θα έμενα πολύ καιρό με τη Χρυσηίδα.

2 Comments:

At 9:26 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

Hi, great blog here! You are book-marked!

I have a make money site/blog. There's plenty of make money information.
A visit sure will be appreciated.

 
At 12:50 μ.μ., Blogger Ημίαιμος-Imiaimos said...

Η δική μου από τον αφαλό... Θα δείς.

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home