Παρασκευή, Οκτωβρίου 21, 2005

Η τυχερή μέρα

(Φεβρουάριος 1982)

Θεά! Και τι σγουρά τα σκοτεινά της μέρη!
Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!
Και τι κηπάκι
Τα λυτά
Νωπά
Μαλλιά
Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι!

Οδυσσέας Ελύτης


Στο άβολο αμφιθέατρο του ανατομείου, η γενική συνέλευση του Συλλόγου άρχισε, όπως πάντα, με καθυστέρηση. Στα πεδινά, οι εκπρόσωποι των παρατάξεων προσπαθούσαν να βγάλουν άκρη με τις χρονοβόρες διαδικασίες για την εκλογή του προεδρείου. Στα ορεινά, είχε ανάψει έντονη συζήτηση σχετικά με την ιθαγένεια του Χουάν Ραμόν Ρότσα.

Όταν ήρθα στο πανεπιστήμιο, το φθινόπωρο του 79 και ως το τέλος του 1981, παρακολούθησα πολιτικολογούσες φοιτητικές συνελεύσεις με πολύ κόσμο, πάθος και έντονο ενδιαφέρον. Ο άνεμος της «αλλαγής» σάρωνε τη χώρα, ενώ τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα ήταν προνομιακοί χώροι της πέραν του ΠΑΣΟΚ αριστεράς και των «αριστεριστών». Η γενικευμένη προσδοκία ότι «κάτι θ΄ αλλάξει» έφερνε κατά χιλιάδες τους φοιτητές στις συνελεύσεις, τα πηγαδάκια, τις κομματικές νεολαίες. Ακόμα και η φοιτητική παράταξη του ΠΑΣΟΚ εκφωνούσε προχωρημένους δεκάρικους για τον επερχόμενο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας. Μετά το θρίαμβο του ΠΑΣΟΚ στις φθινοπωρινές εκλογές του 1981, τα πράγματα άρχισαν να ηρεμούν κατά πολύ. Ήδη επικρατούσε αδιαφορία στις φοιτητικές μάζες. Η φρέσκια και άνετη κυβέρνηση ετοίμαζε τον καινούριο νόμο-πλαίσιο για την ανώτατη εκπαίδευση με αρκετά από τα συνθήματα των τελευταίων χρόνων (συμμετοχή των φοιτητών, κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου, κατάργηση του θεσμού της έδρας κλπ) να έχουν μεταβληθεί σε άρθρα και παραγράφους. Άρχιζε η χρυσή εποχή για την κυβερνητική φοιτητική παράταξη. Τα κυρίαρχα, ως τότε, πολιτικά συνθήματα (κάτω η δεξιά, έξω οι βάσεις, έξω από το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ) έπαυαν σιγά-σιγά να απασχολούν το φοιτητόκοσμο - άλλωστε καλλιεργείτο η εντύπωση ότι και αυτά τα θέματα έβαιναν κατ' ευχήν.

Όσο άνετοι ήταν οι Πασόκοι στα πανεπιστήμια, τόσο εκμηδενισμένοι ήταν οι δεξιοί, χωρίς τίποτε να προοιωνίζει την εκπληκτική άνοδο της επιρροής τους, που παρατηρήθηκε τα επόμενα χρόνια. Οι αριστεροί νεολαίοι γκρίνιαζαν στις εσωκομματικές τους διαδικασίες και στις παρέες τους. Στην ΚΝΕ η γραμμή έλεγε πως ήταν όλοι πανευτυχείς, διότι έχασε η δεξιά την κυβέρνηση, παρόλο το στραπάτσο σε σχέση με τον εκλογικό στόχο του κόμματος. Στο Ρήγα Φεραίο είχαν βάλει μαύρες πλερέζες καθώς το "εσωτερικό" δεν είχε καταφέρει ούτε καν να εκλέξει βουλευτή. Οι μικρές αλλά ζόρικες οργανώσεις των αριστεριστών ετοιμαζόντουσαν για νέο κύκλο διασπάσεων και διαγραφών.

Οι αριστεροί φοιτητές του Αριστοτελείου παρηγορούσαν την αμηχανία τους με φτηνές εμφιαλωμένες ρετσίνες και προσπαθούσαν να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους. Γι’ αυτούς, οι πρόσφατες εκλογές ήταν ηχηρό, επώδυνο χαστούκι στο αποφασιστικό πρόσωπο της επαναστατικής τους αισιοδοξίας. Είναι αυτονόητο ότι η νίκη και η ήττα στην πολιτική πάλη είναι έννοιες εξόφθαλμα σχετικές, αλλά η ήττα είναι πάντοτε μέσα στο παιγνίδι. Το πρόβλημα των αριστερών φοιτητών είχε να κάνει με την αδυναμία τους να κατανοήσουν την πολιτική ήττα, να την αποδεχθούν και να ξεκινήσουν για φρέσκα. Η αδυναμία αυτή είχε τις ρίζες της έξω από το πανεπιστήμιο, στις ηγεσίες των κομμάτων της αριστεράς, αλλά αυτό είναι θέμα, που δεν μας ενδιαφέρει εδώ η ανάλυσή του.

Πως δέχτηκαν την κατάσταση οι επαναστάτες φοιτητές; Το πρόβλημά τους εντοπίστηκε στην οδυνηρή, όσο και χρήσιμη διαπίστωση, ότι άλλο ο πανεπιστημιακός μικρόκοσμος και άλλο η κοινωνία. Η διαπίστωση ήταν οδυνηρή διότι είναι ενοχλητικό να ανακαλύπτεις ξαφνικά πως δεν είσαι το κέντρο του πολιτικού σύμπαντος, αλλά λεπτομέρεια δευτερευούσης σημασίας. Ήταν όμως και χρήσιμη, όσο χρήσιμη μπορεί να είναι η ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα. Φυσικά, για πολλούς, αυτή η προσγείωση δεν ήταν παρά σύντομη στάση, όσο να επισκευασθεί το ανεμόπτερό τους. Ο συγκάτοικός μου Διομήδης, για παράδειγμα, ανέκτησε σύντομα την αισιοδοξία του και ρίχτηκε με τα μούτρα στην κομματική δουλειά. Αντίθετα ο φίλος μου Θεύδης, ο οποίος εργάστηκε εξίσου ευσυνείδητα ως αφισοκολλητής, εθελοντής ακροατής σε συγκεντρώσεις, ακάματος προπαγανδιστής της αναγκαιότητας για υπερψήφιση των ανανεωτικών δυνάμεων της αριστεράς σε όποιον τύχαινε μπροστά του, δεν ξαναβρήκε ποτέ το πολιτικό του κέφι και περιορίστηκε από τότε στο ρόλο του ψηφοφόρου, μέχρι που, μερικά χρόνια αργότερα, άρχισε να δυσανασχετεί ακόμα και γι’ αυτό.

Οφείλω να ομολογήσω ότι είχα προβληματιστεί πολύ σχετικά με την δική μου παρθενική ψήφο στα 1981. Για τη δεξιά και το ΠΑΣΟΚ ούτε συζήτηση, η επιλογή μου θα γινόταν μεταξύ των κομμάτων της αριστεράς. Τότε συνειδητοποίησα ότι όσο απλό είναι να δηλώνεις «αριστερός» γενικώς, τόσο δύσκολο είναι να επιλέγεις συγκεκριμένη θέση μεταξύ των αλληλοσπαρασσόμενων αριστερών δυνάμεων. Τη δυσκολία μου μεγάλωνε το γεγονός ότι κανένα αριστερό κόμμα δεν μου φαινόταν φιλικό προς τη Δημοκρατία. Κανένα! Έτσι, αφού φλέρταρα για λίγο με την ιδέα του άκυρου – λευκού, κατέβηκα ως τη Στεμνίτσα και ψήφισα …ΚΚΕ, με το χέρι μου γυρίζει πίσω πολλές φορές, ώσπου να ρίξω το ψηφοδέλτιο στην κάλπη. Ουδείς Κνίτης στην Ιατρική της Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να το φανταστεί, αφού με θεωρούσαν αναφανδόν αναρχοαυτόνομο, άρα κατ’ εξοχήν αντίθετο στο κόμμα τους. Μόνο στον Κριτία το ομολόγησα, ένα βράδυ στον «Προμηθέα», όπου είχαμε συμπέσει συνοδεύοντας διαφορετικές γυναίκες. Προς μεγάλη μου έκπληξη δεν χάρηκε ιδιαίτερα.

«Δε βαριέσαι… όπως λέει το τραγούδι - όλα είναι ένα ψέμα!».

Η αλήθεια είναι ότι με παρέσυραν στη συγκεκριμένη ψήφο ορισμένα άτομα, στελέχη του ΚΚΕ, όπως ο Μίμης Ανδρουλάκης και ο Νίκος Κοτζιάς, πραγματικά αστέρια, τότε, της πολιτικής, κυρίως όμως η αντίληψη της Ιστορίας μετά το 1940, όπως έφτανε ως εμένα. Γιατί αν και η δεξιά κυβερνούσε, η αριστερά, κυρίως το ΚΚΕ, είχε την απόλυτη υπεροχή στους χώρους της τέχνης, της ιδεολογίας και τελικά της Ιστορίας. Και η Ιστορία τότε υποστήριζε πως το ΚΚΕ ήταν η ψυχή της θρυλικής Εαμικής Αντίστασης, πολέμησε τους Εγγλέζους αποικιοκράτες, καταδιώχτηκε αλύπητα από τους μοναρχοφασίστες, έδωσε έναν ηρωικό αγώνα ως το 1949 και τον έχασε, πρωταγωνίστησε στην πολιτιστική αναγέννηση της δεκαετίας του 60 με τους «Λαμπράκηδες», είχε έντονη αντιχουντική δράση και τώρα διεκδικούσε σοβαρό κεντρικό πολιτικό ρόλο στην πραγματική μεταπολίτευση, όταν η δεξιά, επιτέλους, θα έχανε την κυβέρνηση. Επιπλέον, σημαντικοί άνθρωποι, τους οποίους εκτιμούσα απεριόριστα για το έργο τους - συνθέτες, ποιητές, ηθοποιοί, ζωγράφοι, συγγραφείς, ό,τι καλύτερο είχε να παρουσιάσει η Ελλάδα, είχαν συνταχθεί ανεπιφύλακτα με τα συνθήματα «ΚΚΕ, αλλαγή, δεύτερη κατανομή!» και «Αλλαγή δε γίνεται χωρίς το ΚΚΕ!».

Πράγματι, το ΚΚΕ βρισκόταν στην καλύτερη στιγμή του. Είχε την ανάγνωση της Ιστορίας με το μέρος του, άρα τεράστια ηθική και πολιτική δύναμη, είχε εκατοντάδες νέα, δυναμικά στελέχη στις γραμμές του, είχε και τις πολιτικές εξελίξεις μετά τη μεταπολίτευση: Για πρώτη φορά, η αστική δημοκρατία λειτουργούσε ομαλά. Συνεπώς το κόμμα αυτό θα έσπαζε κάθε εκλογικό ρεκόρ, αν δεν είχε την ιστορική ατυχία να πέσει πάνω στο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου.

Η επιτυχία του ΠΑΣΟΚ υπήρξε η απόλυτη επιβεβαίωση του δόγματος πως δεν έχει καμιά σημασία τι λέγεται, αλλά ποιος το λέει. Όταν η κομμουνιστική αριστερά μιλούσε για κατάλυση του κράτους της δεξιάς, για διώξιμο των αμερικανικών βάσεων από την Ελλάδα, για έξοδο της χώρας από το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ, για αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας και σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, το ακροατήριο ήταν μεν θερμό, αλλά μειοψηφικό. Όταν εισηγήθηκε τις ίδιες ακριβώς πολιτικές ανοησίες ο Ανδρέας, δημιουργήθηκε ευρύτατο πλειοψηφικό ρεύμα, που οδήγησε στον Πασοκικό θρίαμβο του 1981. Αυτό συνέβη γιατί ο Ανδρέας δεν είχε πάθει ποτέ αυτό που είχε υποστεί το ΚΚΕ, δηλαδή μια απόλυτη, συντριπτική ήττα. Αντίθετα, έδωσε ελπίδα και προοπτική στους Εαμογενείς, όχι για «πάλι με χρόνια και καιρούς…», αλλά για «εδώ και τώρα!». Όχι ότι θα εφαρμόσει το …σοσιαλιστικό του πρόγραμμα, αλλά ότι «εδώ και τώρα» θα ξεκουμπιστεί επιτέλους το κράτος της δεξιάς, που είχε σταυρώσει επί δεκαετίες την πλειοψηφία των Ελλήνων. Όπερ και εγένετο: Το ΠΑΣΟΚ θριάμβευσε και η κομμουνιστική αριστερά έμεινε με τα χέρια άδεια και την ιστορική της προοπτική κατεστραμμένη, οριστικά και αμετάκλητα. Στο μεταξύ, στις οργανώσεις του ΠΑΣΟΚ συνέρρεαν για εγγραφή, μετά τις εκλογές, πολλές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, αφ’ ενός ενθουσιασμένοι με την πράσινη σοσιαλιστική προοπτική, αφ’ ετέρου – και κατά κύριο λόγο – με στόχο την περισσότερο ρεαλιστική προοπτική για διορισμό στο Δημόσιο.

Στον φοιτητικό μικρόκοσμο οι αναλογίες ήταν διαφορετικές. Εδώ ήταν μεγάλη δύναμη η «Πανσπουδαστική» της ΚΝΕ, και σημαντική η επιρροή της παράταξης του Ρήγα Φεραίου, της «ανανεωτικής» αριστεράς. Ποικίλες αριστερές σέχτες (μαοϊκοί, τσοτσκιστές και άλλοι) έκαναν αισθητή την παρουσία τους και παραδίπλα υπήρχε ο πολυπληθής χώρος των αυτόνομων, των αντιεξουσιαστών και των αναρχικών. Όλοι αυτοί βλέπανε τους κυβερνητικούς πλέον Πασπίτες με ολοφάνερη αποστροφή, αλλά τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά, γιατί και αυτωνών ο λόγος έμοιαζε ανατρεπτικός, τα μούσια τους ήταν αξύριστα και η συνείδησή τους αναντίρρητα αριστερή. Απλώς, το κάθε ένα αριστερό κόμμα, η κάθε σέχτα, πίστευε ότι αυτή και μόνον αυτή κατείχε την αυθεντική ερμηνεία των γραφών, διέθετε το μοναδικό αποτελεσματικό πολιτικό πρόγραμμα για την επανάσταση και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό - του πλανήτη! Η επαναστατική αυθεντικότητα εκνευριζόταν αφόρητα με το στυλ και την πρακτική του ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχοντας επίγνωση της απόλυτης υπεροχής του, αλλά και πολιτική κουλτούρα αριστοφανικού αλλαντοπώλη, όχι μόνο τους έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια, αλλά δεν είχε καμιά αναστολή να το κάνει αυτό ολοφάνερα, χωρίς προσχήματα.

*

Στη συνέλευση του συλλόγου της Ιατρικής οι εκπρόσωποι των παρατάξεων προσπαθούσαν να βρουν λύση, δηλαδή να επιβάλλει ο καθένας την άποψή του, με αποτέλεσμα μια πολύωρη και άγονη φασαρία. Οι φοιτητές που παρακολουθούσαν άρχισαν σιγά σιγά να αποχωρούν, αφήνοντας τους ευρισκόμενους εν υπηρεσία, δηλαδή τους οργανωμένους στις νεολαίες, να δυστυχούν εκπληρώνοντας το κομματικό τους καθήκον να παρίστανται και να ψηφίζουν. Ξαφνικά, καμιά εικοσαριά ζωηροί αρχίσαμε να φωνάζουμε το σύνθημα «Κάτω η χούντα της Αργεντινής, λευτεριά στο Γιάννη τον Μπουμπλής!», γιατί ο Ρότσα είχε έρθει στον Παναθηναϊκό ως Έλληνας Ιωάννης Μπουμπλής. Η συνέλευση απώλεσε με μιας κάθε σοβαροφάνεια. Εν όψει του αμέσου κινδύνου να λακίσουν και οι υπόλοιποι φοιτητές, οι συνδικαλιστές βρήκαν επιτέλους λύση για το προεδρείο και τη διαδικασία και η συνέλευση ξεκίνησε.

Η πρώτη μας συνάντηση έγινε λίγο μετά την εκλογή του προεδρείου. Με ειδοποίησε με νοήματα, από τα πεδινά του αμφιθεάτρου η Λυδία, στέλεχος της ΠΠΣΠ, να κατέβω επειγόντως. Όταν έφτασα ως εκείνη έμαθα πως με ζητάει κάποιος στο κυλικείο. Ρώτησα ποιος και πήρα την απάντηση «μια γκόμενα πρώτη». Υπέθεσα ότι ήταν η Χρυσηίδα και διέσχισα την μικρή απόσταση ως εκεί στον μέγιστο δυνατό χρόνο. Όταν πέρασα την πόρτα του κυλικείου και αναζήτησα αυτήν που με ζητούσε, το βλέμμα μου σκάλωσε σε μια ψηλή μελαχρινή, που ξεχώριζε μέσα στο πλήθος. Μόλις με είδε, μου χαμογέλασε και έγνεψε.

«Είμαι η Καλυψώ»

Αμήχανα, της έδωσα το χέρι και συστήθηκα κι εγώ.

«Ξέρω ποιος είσαι» είπε ήσυχα και τράβηξε προς το ελεύθερο τραπεζάκι στο βάθος. Ο παρευρισκόμενος Σωκράτης, που δεν μου κρατούσε κακία, ρώτησε με παντομίμα «ποια είν' αυτή;» και τούγνεψα πως δεν είχα ιδέα. Ο Σωκράτης, με διεσταλμένους οφθαλμούς και παλλόμενους ρώθωνες μόρφασε πως «είναι και πρώτη». Όλα αυτά καθώς η κοπέλα κρεμούσε το παλτό της, στην κρεμάστρα της γωνίας. Φορούσε μελί, εφαρμοστό πουλόβερ, τζιν παντελόνι και ακριβές μπότες. Το στυλ, το παράστημα και οι αναλογίες της ήταν πέρα απ' ό,τι είχα γνωρίσει, πλησιάσει ή φανταστεί ως εκείνη την ώρα. Πήρα δυο βαθιές ανάσες και προχώρησα προς το μέρος της. Καθίσαμε αντικριστά, ανάμεσά μας τα πλαστικά ποτηράκια με τους καφέδες και στα χέρια μας τσιγάρα.

Πέρασαν αρκετά λεπτά ώσπου να μιλήσουμε. Παρατηρούσε ο ένας τον άλλον, με ευγενικά χαμόγελα, αλλά σταθερά, επίμονα και απροκάλυπτα. Εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση αυτά τα πρώτα λεπτά ήταν τα μεγάλα μαύρα μάτια που κυριαρχούσαν στο πρόσωπό της. Δεν διέκοπτα τη σιωπή, περίμενα. Η Καλυψώ άρχισε να λέει πως έχουμε έναν κοινό φίλο στην Αθήνα, τον Αλκιβιάδη. Αυτός, ο οποίος είναι καλά και ζωγραφίζει πάντοτε, την παρακάλεσε, μια και θα ανέβαινε στη Θεσσαλονίκη, να με βρει και να μου δώσει κάτι λεφτά που του είχα δανείσει.

Η Καλυψώ άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε ένα λευκό φάκελο και μου τον έδωσε. Μέσα υπήρχαν είκοσι χιλιάρικα, ποσό σπουδαίο για φοιτητή της εποχής εκείνης κι ένα χαρτάκι με χαιρετίσματα. Καταχάρηκα και αναρωτήθηκα που βρήκε ο φίλος μου τα λεφτά. Η Καλυψώ είπε πως, μάλλον δανειοδοτήθηκε από τη γυναίκα του, δηλαδή τη φίλη του.

«Προφανώς είναι νέο πρόσωπο, γιατί αυτή που ξέρω, η Ερμιόνη, ήταν η αιτία που ο Άλκης είχε φεσώσει όλον τον κόσμο... Ποια είναι αυτή η θαυμάσια κοπέλα;»

«Η Άρτεμις, κολλητή μου, παντρεμένη και χωρισμένη δυο φορές, σπουδαία καλλιτέχνης, κάνει γλυπτική αλλά και πίνακες, είναι στο εργαστήριο του Ικτίνου, στην Καλών Τεχνών. Δεν την ξέρεις;»

«Όχι, αλλά έχω όλη τη διάθεση να τη γνωρίσω, κι αυτήν και τα καταπληκτικά της έργα...»

Η Καλυψώ συνέχιζε να με παρατηρεί με ελαφρό χαμόγελο στα χείλη.

«Ξέρεις, κάναμε παρέα με τον Άλκη κι από κει έχω μάθει διάφορα για σένα. Ξέρω, ας πούμε, ποιους συγγραφείς αγαπούσες στο γυμνάσιο, ότι έβγαινες πρόεδρος στην τάξη σου, πως είσαι ανάποδος χαρακτήρας...»

Δεν είπα τίποτα, σήκωσα τα φρύδια και περίμενα τη συνέχεια.

«Ξέρω ακόμα πως γράφεις και πως θεωρείς τον εαυτό σου συγγραφέα… Έχω διαβάσει μερικά ποιήματά σου... Τα βρήκα μάλλον άτεχνα, πέραν του ότι ήταν κάπως γλυκανάλατα... Ίσως σου ταιριάζει περισσότερο το πεζό...»

Άκουσα το σχόλιο της εντυπωσιακής γυναίκας, αλλά δεν τσίμπησα, περιορίστηκα να σηκώσω τους ώμους. Το χαμόγελο της Καλυψώς μεγάλωσε.

«Με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε προσβάλλω...»

Χαμογέλασα κι εγώ.

«Το έκανες ήδη, αλλά έχω κάθε διάθεση να σε συγχωρήσω, γιατί φοράς ωραίο σκουλαρίκι. Τι άλλο ξέρεις για μένα;»

«Πολλά! Ας πούμε ότι ήσουνα παρθένος ως τα δεκαεφτά...»

«Βρε τον κουτσομπόλη! Αλλά, τι ενδιαφέρον μπορεί να έχει για σένα το πότε έχασα την παρθενιά μου;»

Η έκφρασή της ξαφνικά έγινε σοβαρή.

«Δώσε μου τη φωτιά σου»

Έσκυψα προς το μέρος της, να της ανάψω το τσιγάρο, το άρωμά της με τύλιξε. Κράτησε το χέρι μου ανάμεσα στα δικά της, πολύ περισσότερο απ' όσο δικαιολογούσε το άναμμα του τσιγάρου. Ένοιωσα ξαφνικά τα σωθικά μου να καίνε και συνειδητοποίησα ότι η Καλυψώ έπαιζε μαζί μου.

«Λοιπόν;»

Η Καλυψώ κρατούσε ακόμα το χέρι μου ανάμεσα στα δικά της και το παρατηρούσε προσεχτικά.

«Τι το εξαιρετικό έχουν τα δάχτυλά μου;»

«Είναι ωραία δάχτυλα…» είπε και τα χάιδεψε απαλά με τα δικά της. «Λεπτά, μακριά, δυνατά... Φανερώνουν κάτι από το χαρακτήρα σου, από σένα...»

Η υγρή και ζεστή φωνή της με γοήτευε περισσότερο κι από το άρωμά της, περισσότερο κι από τα λαμπερά, κατάμαυρα μάτια της.

«Από τον χαρακτήρα μου, ο οποίος είναι ανάποδος...».

Η Καλυψώ άφησε επιτέλους το χέρι μου και ακούμπησε το τσιγάρο της στο τασάκι. Τα χαμόγελα επέστρεψαν.

«Αν σου ζητήσω να φιλοξενήσεις μια φτωχή κοπέλα, που δεν έχει που να κοιμηθεί;»

«Θα της προσφέρω όλες τις ανέσεις…»

Σηκώθηκε, μαγνητίζοντας τα βλέμματα όσων έπιναν καφέ εκείνη την ώρα.

«Πάμε! Θα πάρουμε ταξί;»

Δεν χρειαζόταν, είχα τη μηχανή απέξω. Καθώς φεύγαμε από το κυλικείο πρόσεξα το Σωκράτη, που όλη αυτή την ώρα πηγαινοερχόταν και κατάλαβα πως η Χρυσηίδα θα είχε ενημέρωση από πρώτο χέρι. Δεν έδινα δεκάρα. Η μέρα συνεχιζόταν υπέροχα: Είχα λεφτά στην τσέπη και πίσω μου, στην χιλιάρα ΒΜW, την ουρανοκατέβατη Καλυψώ να δένει τα χέρια της γύρω μου, να με πιέζει με όλο το σώμα της μετά από κάθε πάτημα του φρένου.

Το ρετιρέ, όπου συγκατοικούσα με τον Διομήδη, ήταν ακατάστατο και ρυπαρό. Δεν δίναμε καμιά προσοχή στο νοικοκυριό μας και η κατάσταση είχε επιδεινωθεί περισσότερο μετά το τελευταίο απρογραμμάτιστο γλεντάκι. Ο Διομήδης είχε απαγορεύσει αυστηρά στην πρόθυμη Ισμήνη να ασχολείται με την καθαριότητα του σπιτιού του, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο ήταν υποτιμητικό για την Ισμήνη - αλλά ο ίδιος δεν εύρισκε χρόνο και διάθεση να συγυρίσει. Εγώ δεν είχα κανέναν παρόμοιο ενδοιασμό, απλώς δεν ήθελα να έρχεται στο σπίτι μου η Χρυσηίδα, άρα έχανα τις πιθανές ευεργετικές παρεμβάσεις της στο νοικοκυριό μου.

Το δωμάτιό μου ήταν γεμάτο με ρούχα πεταμένα εδώ κι εκεί, ανάμεσα σε κιθάρες, μια μπάρα με βάρη και δυο αλτήρες, άδεια μπουκάλια από κονιάκ, κρασί και βότκα, τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα, αδέσποτα βιβλία και στοίβες από εφημερίδες και πολιτικά περιοδικά της αριστεράς. Η Καλυψώ περιεργάστηκε με ενδιαφέρον το χώρο, πρόσεξε και τις αφίσες στους τοίχους, αναπαραγωγές πινάκων με γυμνά του Σίλλε και του Μπονάρ, και μια μεγάλη σειρά από μαθητικές αλλά έξοχες σπουδές σε γυμνό - του Αλκιβιάδη. Σχολίασε ότι δε μπορούσε να φανταστεί σπίτι πιο ακατάστατο από του Άλκη, αλλά το δικό μου μπορούσε να το συναγωνιστεί.

«Αδύνατον! Εκτός αν η ζωντοχήρα τον έχει νοικοκυρέψει!»

«Δεν υπάρχει νοικοκυρά εδώ μέσα;»

«Εσύ υποτίθεται ότι ξέρεις τα πάντα» φώναξα από την κουζίνα, όπου έπλενα δυο ποτήρια.

«Ναι, κάτι ξέρω αλλά όχι λεπτομέρειες...»

Εμφανίστηκα με τα ποτήρια στο ένα χέρι και το μισογεμάτο εγχώριο μπράντι στο άλλο. Είδα την Καλυψώ να ανακατεύει τους δίσκους μου και να βάζει ξαφνικά τα γέλια.

« Τζο Ντασσέν! Που κολλάει αυτό; Α, υπάρχει αφιέρωση… “να τον ακούσουμε πολλές φορές μαζί -Ίσις". Ίσιδα τη λένε;»

«Γίνεσαι αδιάκριτη... Η Ίσιδα ήταν παλιά μου ιστορία, στο πρώτο έτος»

«Ωραία κοπέλα;»

«Καλή».

«Και μετά;»

«Δεν είχε μετά. Μου την ξαναπήρε ο πρώην της, που ξαναγύρισε μετανοιωμένος στην παλιά του αγάπη»

Η Καλυψώ πέρασε το βινύλιο του «Μεγάλου Ερωτικού» στο πικάπ και κάθισε στον οντά, δίπλα μου. Κρατούσε με το αριστερό χέρι το ποτήρι και με το δεξί ανακάτευε τα μαλλιά μου.

«Πόνεσες που χωρίσατε με την Ίσιδα;» ψιθύρισε πλησιάζοντας τα χείλη της στο αυτί μου.

«Ήταν μια ήττα…» είπα προσπαθώντας να διατηρήσω την αυτοκυριαρχία μου – «και κάθε ήττα προκαλεί πόνο…»

Με άγγιξε απαλά με τα χείλη στο αυτί και μετά σιγά σιγά έφτασε ως τα χείλη μου. Φιληθήκαμε αργά, πολλή ώρα. Η ορμή και η ερωτική δυνατότητα των είκοσι χρόνων μου πολλαπλασιαζόταν από τον εξαίσιο, ταυτόχρονα σωματικό και εγκεφαλικό ερεθισμό, που μου προξενούσε η επαφή μαζί της. Χωρίς την παραμικρή αίσθηση μετριοφροσύνης, τα σπλάχνα μου υπέβαλαν την αλαζονική σκέψη πως, επιτέλους, συνάντησα μια γυναίκα αντάξιά μου. Χωρίς επίγνωση της ύβρεως, ένοιωθα να γίνομαι θεός. Κι εκείνη, απολάμβανε την επίδραση που είχε επάνω μου η ακαταμάχητη ερωτική της φύση.

Κατά τις εννιά πίναμε ακούγοντας Τσάρλι Πάρκερ. Ακουμπούσα την πλάτη μου στον τοίχο, με τα μάτια κλειστά, τα μαλλιά υγρά και ανακατωμένα. Η Καλυψώ μισοξαπλωμένη πάνω μου, την ένοιωθα να πάλλεται στο ρυθμό του σαξοφώνου, οι μυρωδιές μας είχαν πια συγχωνευτεί και ήταν η πρώτη φορά, που μετά τον έρωτα ένοιωθα ειλικρινά και απόλυτα ευτυχής.

Όταν τελείωνα με τη Χρυσηίδα ή τις άλλες που είχα οδηγήσει ως το κρεβάτι, ήθελα να μείνω μόνος, γιατί ένοιωθα μια δυσεξήγητη απογοήτευση, που οδηγούσε σε νεύρα και υπερένταση. Επειδή η αποχώρηση δεν ήταν πάντοτε δυνατή, συνήθιζα να πίνω και έτσι, κουρασμένος και ζαλισμένος, κατάφερνα να κοιμηθώ. Με προβλημάτιζε αυτή η επίμονη τάση φυγής και προσπάθησα φιλότιμα να την ερμηνεύσω. Πως ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο, αφού τρελαινόμουν να κυνηγάω ως ερωτικά θηράματα τις γυναίκες - με μόνη προϋπόθεση να κάλυπταν μια στοιχειώδη καλαισθησία. Προσέγγιζα με κέφι και ζωτικότητα γυναίκες, που και μόνο η σκέψη να ζήσω μαζί τους για κάποιο διάστημα, με γέμιζε απελπισία. Υπέκυπτα πάντοτε στην ακαταμάχητη γοητεία της προσέγγισης, κωδικοποιώντας πρακτικές, θέματα συζήτησης, αυτοσχεδιάζοντας συνεχώς. Μετά, μου ήταν αδιάφορες ή ακόμα χειρότερα, ιδιαίτερα ενοχλητικές. Είχα αναπτύξει μια βολική θεωρία, ότι αυτό το κακούργημα οφειλόταν τάχα στην ανικανοποίητη ανάγκη μου για ουσιαστική επικοινωνία. Με τις άλλες συνήθως ντυνόμουν κι έφευγα χωρίς πολλά πολλά, με τη Χρυσηίδα αντιμετώπιζα την αδημονία μου κατασταλτικά, πίνοντας. Αλλά τώρα, να που η μαγεία συνεχίζεται και η ερασιτεχνική μου θεωρία μοιάζει να επαληθεύεται απολύτως!

Η βελόνα έτρεξε στα τελευταία αυλάκια του δίσκου, η Καλυψώ σηκώθηκε. Την κοίταζα, στην κίνησή της, εκστατικός. Φαίνεται πως το βλέμμα μου παραήταν εύγλωττο.

«Μη φανερώνεις την αδυναμία σου, μπορεί ο άλλος να το εκμεταλλευτεί και να σου κάνει γυμνάσια» είπε φιλικά, καθώς γύριζε το δίσκο από την άλλη πλευρά.

«Έχει δίκιο» σκέφτηκα, «φαίνεται πως είμαι ακόμα μικρός και άπειρος στο να ελέγχω τον αυθορμητισμό μου»

Η Καλυψώ κατάλαβε πως είχα πειραχτεί, επειδή αυτή δεν έδειξε να συμμερίζεται τη ρομαντική μου διάθεση.

«Σου μιλάω ως μεγαλύτερη και ως παθούσα…»

«Έχω χιλιάδες απορίες γι αυτό το "παθούσα"»

«Οι καλοί εραστές δε ρωτάνε ποτέ, δεν το ξέρεις;»

«Όχι»

«Τότε, δεν είσαι ακόμα καλός εραστής... έχεις όμως όλα τα προσόντα για να γίνεις...»

Πλησίασε, στάθηκε μπροστά μου και άρχισε να λικνίζεται στο ρυθμό της μουσικής. Ένοιωσα για μια ακόμα φορά τα σπλάχνα μου να καίνε.

Ο Διομήδης κατέφθασε φουριόζος, με το τσιγάρο στο στόμα, όπως πάντα. Χτύπησε την πόρτα και χωρίς να περιμένει απάντηση άνοιξε και μπήκε στο δωμάτιο. Είδε ό,τι είδε - και υποχώρησε κατακόκκινος. Σε λίγο τον φώναξα, εμφανίστηκε και η Ισμήνη και έγιναν οι συστάσεις. Οι γυναίκες πήγαν να φτιάξουν καφέδες και αυτός, ο γεννημένος μονογαμικός, με ατένιζε λέγοντάς μου με το βλέμμα μπράβο και αίσχος, ανάμικτα. Με ρώτησε αν ήταν καλή στο κρεβάτι και απάντησα με χειρονομίες και εκφράσεις. Η περιέργεια του Διομήδη νίκησε τον πουριτανισμό του και ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες. Του περιέγραψα, εν περιλήψει, όσα μπορούσε να εκφράσει η ελληνική γλώσσα και ο Διομήδης ενθουσιάστηκε. Ξαφνικά, τον είδα να επιστρέφει στην πεζή πραγματικότητα.

«Και η Χρυσηίδα;»

«Όλα τα ωραία έχουν κάποιο κόστος…»

«Είσαι κάθαρμα!»

«Και συ είσαι ξεροκέφαλος και μίζερος!»

«Ρε μαλάκα, θάρθει εδώ και θα σε ψάχνει...»

«Είμαι έτοιμος να τα υποστώ όλα, ακόμα κι αυτό...»

«Θα την πληγώσεις...»

«Γι΄ αυτό από όλους τους μάγκες πάω περισσότερο τον Ερρίκο τον Όγδοο! Έψηνε καινούρια περίπτωση; Κανένα πρόβλημα, ο μπόγιας καθάριζε με την παλιά. Ωραίοι καιροί!»

«Είσαι αχάριστος... Βλέπω και καινούριο πατούμενο...»

«Μη με πρήζεις ρε Διομήδη, να χαρείς τη μύτη σου...»

Ενώ διεξαγόταν αυτός ο υψηλού επιπέδου διάλογος, η Καλυψώ και η Ισμήνη είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν η μια την άλλη στην κουζίνα και, απ' ό,τι έμαθα αργότερα, η μουσαφίρισσα να πάρει πλήρη αναφορά για τη Χρυσηίδα.

* * *

Αν τύχει να ΄ναι καθαρή η ατμόσφαιρα, το περπάτημα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, χειμώνα καιρό, είναι γνήσια απόλαυση. Εκείνο το βράδυ η πόλη ήταν φρεσκοπλυμένη, λαμπερή, γεμάτη ζωή, από την παραλία ως τα κάστρα και από το Βαρδάρη ως τα στέκια της Καλαμαριάς και της Νέας Κρήνης. Τα ταβερνάκια ήταν γεμάτα κόσμο. Φοιτητές με γένια και μουστάκια, φοιτήτριες με τσιγγάνικες φούστες, κουτσόπιναν και διοργάνωναν τα ερωτικά τους, ακούγοντας Καζαντζίδη και ρεμπέτικα.

Σε ένα από αυτά τα μαγαζιά, στα Κάστρα, ανεβήκαμε για φαγητό. Οι τρεις αισθανόμαστε πολύ καλά. Ο Διομήδης ήταν λιγάκι σφιγμένος, μιλούσε με το σταγονόμετρο και στην Καλυψώ με απροκάλυπτη συγκατάβαση. Τελικά η Καλυψώ ήταν εκείνο το βράδυ η γυναίκα- πρότυπο προς αποφυγήν για τον επαναστάτη φοιτητή του μαθηματικού. Δεν ήταν καν αριστερή, πιθανόν δε να ήταν ξεκάθαρα αντιδραστική, αφού, συζητήσεως γενομένης, ειρωνεύτηκε ανοιχτά τους κομμουνιστές και την «άρρωστη ουτοπία τους». Ήταν ντυμένη «με τη μόδα», δηλαδή φορούσε ακριβά ρούχα, ήταν μακιγιαρισμένη και αρωματισμένη. Τα ενδυματολογικά γούστα της εποχής για τις περισσότερες φοιτήτριες ήταν ιδιαίτερα λιτά: Μοβ, μαύρες ή σταχτιές φούστες και μπλούζες και τζιν παντελόνια. Το κραγιόν ήταν περιφρονημένο και το άρωμα σπανιότατο, όσο δε για το χτένισμα, ήταν ό,τι απλούστερο μπορεί να φανταστεί κανείς. Η συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών, εκτός ότι δήθεν ήταν επαναστάτες, προέρχονταν από αγροτικές ή φτωχές μικροαστικές οικογένειες, το χρήμα ήταν δυσεύρετο, η κατανάλωση «επί πιστώσει» δεν είχε εφευρεθεί ακόμα, συνεπώς το «κυριλέ» ντύσιμο στους φοιτητικούς χώρους χαρακτήριζε ορισμένα «δεξιά» ή ιδιόρρυθμα άτομα και προξενούσε κοροϊδευτικά σχόλια. Η Καλυψώ ανήκε εμφανώς στην αστική τάξη ή τουλάχιστον δεν έδειχνε ούτε ίχνος προλεταριακής προέλευσης. Ακόμα, ήταν εντελώς τυχοδιωκτικό στοιχείο, πως αλλιώς ήρθε ξαφνικά από την Αθήνα και καμάκωσε εν ψυχρώ, χωρίς κανένα ενδοιασμό και χασομέρι τον συγκάτοικο - καλό κουμάσι βέβαια κι αυτός. Έτσι διαλύονται οι δεσμοί και διαδίδονται τα αφροδίσια! Επιπλέον, για να έρθει στην ταβέρνα, κάτω από την αφόρητη πίεση της Ισμήνης, δεν είχε πάει στη βραδινή κομματική του δουλειά. Το τελευταίο δε μπορούσε να χρεωθεί ως σφάλμα της Καλυψώς, αλλά ο Διομήδης της το φόρτωνε κι αυτό, αν και η ευθύνη για το πρωτοφανές παραστράτημα ήταν αποκλειστικά δική του.

Η Ισμήνη, αντίθετα από τον φίλο της, συμπάθησε από την πρώτη στιγμή την Καλυψώ, αν και η ίδια ήταν Κνίτισα, ντυμένη με τα κλασσικά χρώματα της φυλής - μαύρο-μοβ και κόκκινο φουλάρι - και είχε γονείς εργαζόμενους απ’ όταν ήταν δέκα χρονών - οι γονείς. Η Ισμήνη είχε τους λόγους της: Η Καλυψώ ήταν άνετη, φιλική, έδινε την εντύπωση απόλυτης αυτονομίας και από πάνω φαινόταν πως είχε κατακτήσει απαγορευμένες πρακτικές, όπως το ελεύθερο ερωτικό παιγνίδι. Ο αισθησιασμός που απέπνεε η Καλυψώ ενθουσίαζε την Ισμήνη, η οποία επιπλέον δεν μπορούσε ούτε να μυρίσει τη Χρυσηίδα κι αυτό λειτουργούσε, εμμέσως, υπέρ της Καλυψώς, κι αυτή της ανταπέδιδε τη συμπάθεια. Φυσικά και η Καλυψώ είχε τους λόγους της: η Ισμήνη ήταν μεν νεότερη, όμορφη, δροσερή και συμπαθητική, αλλά δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί της σε κανένα επίπεδο, γιατί παρέμενε εμφανώς ακατέργαστη χωριατοπούλα.

Δίπλα μας ήταν μια μεγάλη παρέα, γνωστές φυσιογνωμίες από τη Βιομηχανική. Είχαν μαζί τους κιθάρα και μπουζούκι, άρχισαν να παίζουν. Όλος ο κόσμος έκανε κέφι. Το παιδί με την κιθάρα ήταν Κνίτης, σύντροφος του Διομήδη, τον παρότρυνε να παίξει και γίναμε όλοι μία παρέα. Ο Διομήδης πήρε την κιθάρα και με την ωραία του φωνή τραγούδησε «μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά, άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος και στο μάγουλο ελιά» κοιτάζοντας λοξά την Καλυψώ, η οποία έπιασε το μήνυμα συμφιλίωσης, που της έστειλε και χαμογέλασε ικανοποιημένη. Ήταν σίγουρη από την αρχή ότι αυτός ο τάχα αυστηρός επαναστάτης ήταν κατά βάθος γλεντζές και ευχάριστος τύπος, αρκεί να είχε καταναλώσει κάμποσο κρασί. Όσο για μένα, είχα από πολλή ώρα απογειωθεί και τραγουδούσα, αφημένος ολότελα μέσα στον μύθο των τραγουδιών, δηλαδή τον έρωτα, αυτόν τον έρωτα που έφτιαξε τον υπέροχο στίχο «τα ματόκλαδά σου λάμπουν - σαν τα λούλουδα του κάμπου». Όταν ο Διομήδης έπαιξε αυτό το τραγούδι, δεν κρατήθηκα, σηκώθηκα και χόρεψα. Γύρω όλοι χτυπούσαν παλαμάκια, αλλά δεν τους έβλεπα, δεν τους άκουγα. Είδα ωστόσο καθαρά το λαμπερό βλέμμα της Καλυψώς όταν κάθισα δίπλα της. «Είσαι θεός!» ψιθύρισε και με φίλησε στο στόμα, μπροστά σε όλους.

Πήγαμε για σούπα στην Ολύμπου, λίγο παρακάτω από τα γραφεία της Κομμουνιστικής Νεολαίας, αλλά ο Διομήδης ήταν στο τσακίρ κέφι και δεν έδινε πλέον δεκάρα. Τελικά φτάσαμε στην Τούμπα, περασμένες τέσσερις. Ο Διομήδης άνοιξε την πόρτα και βρήκε ένα βιαστικό σημείωμα ριγμένο από κάτω. «Oύτε ψύλλος στον κόρφο σου!» μου σφύριξε, καθώς έμπαινε στο δωμάτιό του, με την Ισμήνη να ακολουθεί. Η Καλυψώ είχε κιόλας βγάλει το μελί της πουλόβερ και έψαχνε σταθμό στα FM.

«Από ποιόν είναι;»

Της το έδειξα: «Είσαι απαράδεκτος. Μην ξαναπεράσεις από το σπίτι μου, θα σου στείλω τα πράγματά σου εγώ. Χρυσηίδα»

«Σε αγαπάει»

«Με διώχνει»

«Ήρθε νυχτιάτικα εδώ, σε έψαχνε...»

«Ωραία, να πάω να ζητήσω συγνώμη και να τα ξαναφτιάξουμε!»

«Μη σκοτωθείς κιόλας...»

Έβγαλε τα υπόλοιπα που φορούσε και με τράβηξε στον οντά.

«Με ερεθίζουν τρομερά τα αισθηματικά δράματα των γυναικών, ιδίως αν τα έχω προκαλέσει εγώ…» ψιθύρισε και κόλλησε πάνω μου.

1 Comments:

At 4:55 μ.μ., Blogger Ημίαιμος-Imiaimos said...

Τώρα, να σου πώ τη μαύρη αλήθεια, θα στο συνέχιζα, αλλά μού 'ρθε στο μυαλό ο Κίμωνας ο Κουλούρης, τριάντα και, να βγάζει λόγο το 73 στους φοιτητές του Λονδίνου "σύντροφοι το ΠΑΚ κλπ" και μού 'πεσε. Η διάθεση.
(καλά, μη φοβάσαι, πλάκα έκανα)

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home