Τετάρτη, Οκτωβρίου 26, 2005

Αλκοόλ

(Μάιος 1982)


Κι όμως την είχα κάποτε κερδίσει.
Έπειτα τι έγινε δεν το πολυκατάλαβα -
μέσα σε λίγες μέρες, λίγες ώρες
αντιστραφήκαν όλα.
Έφταιγε η μέθη μου για το βέβαιο κέρδος;
Ήταν πιο δυνατή εκείνη η παρουσία;
Ήτανε η ψυχή της που άλλαζε;
Τίτος Πατρίκιος



Μαγιάτικο απόβραδο. Δροσούλα, τσιγάρα, καφές, το ραδιόφωνο ανοιχτό, οι τόμοι της Δερματολογίας στοιβαγμένοι στην άκρη του γραφείου. Τους κοίταζα ήρεμος, αποφασισμένος, προσπαθούσα να αυτοσυγκεντρωθώ για να ξεκινήσω το διάβασμα. Είχα αποφασίσει να διαπρέψω, θεωρώντας τις εξετάσεις του Ιουνίου ως μοναδική ευκαιρία να αντιδράσω στη ραγδαία κατάπτωση του τελευταίου καιρού. Ως τότε δεν είχα περάσει ποτέ τρίτη συνεχόμενη μέρα ακαμάτης, αλλά εκείνη η άνοιξη με είχε βγάλει νοκ - άουτ. Που μυαλό για διάβασμα, για πανεπιστήμιο, για προπόνηση… Όλα, όμως, έχουν ένα όριο και σχεδίαζα την αντεπίθεση: πρώτα πενήντα μέρες σκληρή εργασία και μετά δυο μήνες στα νησιά, θα έπαιρνα το καράβι απ’ τον Πειραιά, μόνος με τη μηχανή, και θα αλώνιζα το Αιγαίο. Έκλεινα τα μάτια και έβλεπα τα γαλανά πέλαγα, τα άνοιγα - και αντίκριζα τους μπεζ - σκατί τόμους που με περίμεναν, με άκοπα τα φύλλα.

Δεν είχα προλάβει καλά καλά να πιάσω το κόψιμο όταν κατέφθασαν ο Θεύδης και ο Διομήδης κουβαλώντας δυο οκαδιάρικα μπουκάλια τσίπουρο και δυο πλαστικές σακούλες με μεζέδες και αλοιφές. Οι δυο καλοί μου φίλοι είχαν συσκεφθεί επανειλημμένα με θέμα «πως θα τον βγάλουμε απ’ το λούκι» και κίνησαν να με βρούνε, αποβλέποντας σε θετική εξέλιξη της κατάστασής μου μέσω της τσιπουροθεραπείας.

«Ήρθαμε!» φώναξε ο Θεύδης, σηκώνοντας ψηλά τα μπουκάλια.

Ενώ τους κοιτούσα με συγκρατημένη δυσφορία, στρώσανε στα γρήγορα τα όψα στο γραφείο, βάλανε στο πικάπ Μάρκο Βαμβακάρη και στρογγυλοκαθίσανε.

«Έλα ρε, σύνελθε!» παρότρυνε ο Θεύδης.

«Σιγά, με το μαλακό… Αυτός εδώ δεν είναι ο παλιός Κίμωνας. Δε μιλάει, δε γελάει, δεν έρχεται μαζί μας, ξενυχτάει καπνίζοντας, άσε που τον πιάνει το παλαβό του και γυρνάει νυχτιάτικα στους δρόμους»

Ο Διομήδης τα έλεγε δήθεν στον Θεύδη, αλλά για να τ' ακούω και να συνειδητοποιώ πως δεν πήγαινα καλά. Ο συγκάτοικός μου εξακολούθησε να περιγράφει την παρούσα νόσο.

«Έχει γίνει που λες μυγιάγγιχτος. Χτες τσακώθηκε με τον Κατιλίνα, δι ασήμαντον αφορμήν, παραλίγο να δαρθούνε. Τα συμπτώματα είναι πλέον σαφή και οδηγούν σε σίγουρη διάγνωση: Οξεία ερωτική απογοήτευσις, μετά σοβαρών μετατραυματικών επιπλοκών! Αιτιολογική θεραπεία δεν υπάρχει, θα τον θεραπεύσουμε συμπτωματικώς με χορήγηση από του στόματος εις τον στόμαχον και εκείθεν εις το πάσχον όργανον, την ψυχή λέγω, ηρωικών δόσεων εκλεκτού αλκοόλ σε έκδοχο αντζούγες, ελιές, ταραμοσαλάτα, χτυπητή και ρώσικη, προς τιμήν της πατρίδος του σοσιαλισμού. Αν και μαθηματικός, βλέπεις πως χειρίζομαι άψογα την ορολογία σας, απόγονε του Ιπποκράτους! Εβίβα!».

Είχα ήδη γίνει ο ίδιος στον πόνο μου γιατρός κι έτσι γέλασα με την καρδιά μου ακούγοντας τον συνήθως σοβαρό και μετρημένο Διομήδη. Τα μικρά ποτηράκια συγκρούστηκαν με πάταγο και ξεκίνησε ένα από τα συνηθισμένα γλεντάκια. «Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια...» τραγουδούσε ο Μάρκος και θυμήθηκα τη μέρα της πρώτης γνωριμίας. Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό μου, αλλά οι άλλοι δεν πήραν είδηση. Φαινόντουσαν να είναι σε άριστη φόρμα. Και οι δυο ξέρανε καλά τι θα πει καψούρα. Ο Θεύδης είχε περάσει μήνες και μήνες τρέχοντας πίσω από την Πανσέμνη, μοναδική ίσως περίπτωση αντίστασης, υπομονής, τακτικής, εφόδων, κατάληψης του κάστρου. Μέχρι καντάδα της είχανε κάνει, στις εστίες που έμενε για λίγο καιρό, Γενάρη μήνα με χιόνι, τρεις η ώρα τη νύχτα. Ήτανε πέντε, τύφλα στο μεθύσι, με δυο κιθάρες και βραχνιασμένες φωνές. «Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής, για σένανε είναι γραμμένο...». Μετά ανάψανε ένα-ένα τα φώτα, στα δεκάδες παράθυρα, σα νάχαν συγκέντρωση οι πυγολαμπίδες, κάποιες κακεντρεχείς φοιτήτριες τους έραναν με χιονόμπαλες από τα περβάζια και η καντάδα έληξε άδοξα, είχε ωστόσο βρει το στόχο της, ψηλά στον έβδομο όροφο. Ο Διομήδης πάλι, είχε φτάσει στα όρια της απόγνωσης, όταν είχε να διαλέξει που θα περνούσε τα βράδια του, στο κόμμα ή την Ισμήνη, ώσπου να βρει τη σολομώντεια λύση: Έμπασε την Ισμήνη στις οργανωμένες στρατιές της επανάστασης και ησύχασε, για την ώρα. Μόνο με παράλληλη επαναστατική γυμναστική η όποια Ισμήνη θα μπορούσε να ανεχθεί τα εξοντωτικά κομματικά ωράρια του, εκείνη την εποχή που ανέβαινε δυο δυο τα σκαλιά της ιεραρχίας, καταπιέζοντας χωρίς οίκτο το μικρό Διόνυσο που είχε μέσα του, ο οποίος θα έπαιρνε λίγο αργότερα τη ρεβάνς. Ο Θεύδης άλλαξε το δίσκο.

«Ήρθαμε για να μας τα πεις όλα, ακούς; Τι μυστικοπάθεια σε δέρνει τελευταία;»

Ο πειρασμός της εξομολογήσεως με βρήκε ζαλισμένο, από το τσίπουρο και το κέφι των φίλων και με οδήγησε σε ειλικρινή και πλήρη εξιστόρηση.

«Θα ξεκινήσω από το τέλος: Το διαλύσαμε με τη Χρυσηίδα»

«Πάλι;»

«Αυτή τη φορά οριστικά και αμετάκλητα»

«Άμα θέλουμε, το πιστεύουμε...»

«Έστω, εγώ όμως το έχω αποφασίσει και μάλιστα εν ψυχρώ»

«Χωρίς κάποια αφορμή;»

«Ακούστε. Ήρθε και με ξύπνησε νωρίς το πρωί. Είχα να πάω στο σπίτι της δυο μέρες, ήρθε αυτή εδώ. Ήμουνα ξενύχτης, διάθεση μηδέν. Χτυπούσε κάμποση ώρα το κουδούνι, εσύ έλειπες στην Ισμήνη, με τα πολλά σηκώθηκα και άνοιξα, ξαναχώθηκα στις κουβέρτες χωρίς να την κοιτάξω καλά καλά. Αυτή έφτιαξε καφέ, τον έφερε στον οντά. Μετά ξάπλωσε δίπλα μου και άρχισε να με χαϊδεύει. Ήμουνα χάλια, της είπα να με ξεφορτώνεται. Έβαλε τα κλάματα. Δε μπορούσα να βλέπω άλλο τα πάθη του αθώου, σηκώθηκα και βγήκα στο μπαλκόνι, κάπνισα δυο - τρία τσιγάρα, ξαναμπήκα και τη βρήκα όπως την άφησα, να κλαίει. Εντελώς ψύχραιμος της είπα πως εδώ σταματάμε οριστικά. Πήγε να πει κάτι, της έδειχνα την έξοδο, σηκώθηκε κι έφυγε. Λήξις!»

Η ατμόσφαιρα πάγωσε και για λίγη ώρα κανείς δεν έλεγε τίποτα. Ο Θεύδης γέμισε τα ποτήρια και λες και είμαστε συνεννοημένοι τα αδειάσαμε και οι τρεις μονοκοπανιά.

«Αν υπάρχει κόλαση, σου έχουνε κλείσει σουίτα στους λέβητες με τα οξέα...»

«Άσε ρε Διομήδη... Κάποτε πρέπει να είμαστε αποφασιστικοί σε ό,τι μας αφορά. Με τη Χρυσηίδα βρεθήκαμε μαζί επειδή αυτή ήθελε να βρει άντρα και εγώ από τη μεριά μου ήθελα να βγω από το τούνελ της αγαμίας. Δηλαδή, επειδή έκανα μια μαλακία τότε, πόσο πρέπει να τραβήξει;»

Ο Διομήδης κουνούσε το κεφάλι διαφωνώντας, ο Θεύδης πήρε το λόγο, με ελαφρά αστάθεια στην άρθρωση.

«Η ζωή είναι μια μαλακία, θέλουμε δε θέλουμε θα την τραβήξουμε μέχρι το τέλος! Όπως πάντα είσαι κυνικός, αλλά κατά βάθος έχεις δίκιο. Ένα είναι το λάθος σου, για το οποίο σε κατακρίνω, ότι τα ξανάφτιαξες με τη Χρυσηίδα, ενώ δε γούσταρες. Γιατί;»

«Εδώ είναι το περίεργο, ότι γούσταρα... Η Χρυσηίδα παρακολουθούσε πάντα την κατάσταση από κοντά. Όταν έφυγε η άλλη, άφησε να περάσουν λίγες μέρες και φρόντισε να συναντηθούμε. Ομολογώ ότι φέρθηκε υπέροχα, ούτε γκρίνιες, ούτε μούτρα, ούτε παρακάλια - τίποτα. Εξομολογήθηκε με καταπληκτικό στυλ πως, ότι κι αν μεσολάβησε τα αισθήματά της δεν άλλαξαν στο παραμικρό, με αγαπούσε περισσότερο από πριν, μου άφηνε απόλυτη ελευθερία να αποφασίσω, χωρίς να θέλει να με πιέσει σε τίποτα κι ακόμα πως, αν τα ξαναφτιάχναμε, θα έκανα ό,τι ήθελα, χωρίς αυτή να δημιουργεί το παραμικρό πρόβλημα. Παράδοση άνευ όρων, κανονικό μελόδραμα, φαινομενικά βέβαια, γιατί όταν μια γυναίκα λέει θέλω μόνο να είμαστε μαζί, εννοεί ότι θέλει τα πάντα. Εγώ ήμουνα τσαλακωμένος από τη συμπεριφορά της άλλης, κάπου ήθελα να ξαναπιαστώ, να επιβεβαιώσω την ερωτική μου εμβέλεια... τελοσπάντων ήταν στιγμή ελλείψεως ηθικής αντιστάσεως, όπως είπες Θεύδη όταν σε έκαναν τσακωτό στη Νομική να αντιγράφεις, η κατάσταση βρέθηκε τόσο φορτισμένη, η Χρυσηίδα μου φάνηκε τόσο επιθυμητή όσο ποτέ. Λέω ήμαρτον, έκανα φάουλ για κόκκινη, ασυγχώρητο. Αλλά, ρε παιδιά, ειλικρινά δε μου καίγεται καρφί! Ντρέπομαι που το λέω, αλλά είναι η μαύρη αλήθεια… Την Χρυσηίδα δεν την πήρα ποτέ στα σοβαρά, μου την έσπαγε, και στο κάτω κάτω, όταν ξαναγύρισε έπαιρνε και το ρίσκο ότι υπάρχει πιθανότητα να ξαναφύγει…»

Ο Διομήδης δεν κρατήθηκε και έβαλε τις φωνές.

«Δηλαδή, η κοπέλα δεν έφταιγε σε τίποτα, εσύ την ξαναπαίρνεις και μετά την παρατάς επειδή έτσι σου κάνει κέφι, αν κατάλαβα καλά, και από πάνω δεν σου καίγεται καρφί… Μωρέ μπράβο!»

Ο Θεύδης προσπάθησε φιλότιμα να με υπερασπιστεί.

«Κάτσε ρε Διομήδη, μην του μπαίνεις έτσι… Τουλάχιστον είναι ειλικρινής, δεν πουλάει παραμύθια. Και ποιοι είμαστε εμείς που θα τον κρίνουμε, δηλαδή;»

«Όχι φίλε, οι σχέσεις δεν είναι παίξε - γέλασε, πρέπει…»

«…να οδηγούν στον γάμο και εν συνεχεία σε κάμποσα γεροδεμένα κνιτάκια! Μωρέ, δε μας παρατάς!»

Ο Διομήδης δεν άφησε αναπάντητη την πρόκληση του Θεύδη και παραλίγο να ξεσπάσει καυγάς, αλλά κυριάρχησε το φιλειρηνικό πνεύμα του αλκοόλ. Οι δίσκοι άλλαζαν ο ένας μετά τον άλλον. «Κυριακή σε γνώρισα, Κυριακή σε χάνω, θέλω να είναι Κυριακή, και όταν θα πεθάνω…» τραγουδήσαμε όλοι το άγνωστο αλλά υπέροχο τραγούδι του Μεγάλου Ερωτικού από τα Τρίκαλα. Η κουβέντα συνεχίστηκε με όλο και μεγαλύτερα διαλείμματα, γιατί κάθε τόσο, κάποιος από τους τρεις έπιανε να τραγουδάει μαζί με τον Χατζηχρήστο, τον Παπαϊωάννου, τον Παγιουμτζή και οι άλλοι ακολουθούσαν. «Βαδίζω και παραμιλώ, μέσα στη συμφορά μου, χωρίσαμε και έχω βρει, ο δόλιος τη χαρά μου». Ο Θεύδης έμεινε για λίγο ακίνητος συνειδητοποιώντας τι έλεγε το τραγούδι.

«Τι αντίφαση κι αυτή! Πως βρήκε τη χαρά του ο μάγκας, αφού πήρε τους δρόμους παραμιλώντας από τη συμφορά; Για λέγε τώρα, με την Καλυψώ τι έγινε;»

Έπεσε ξαφνική σιωπή, είχε τελειώσει και ο δίσκος στο πικάπ. Οι φίλοι με κοιτούσαν, εγώ δίστασα για λίγο.

«Γιατί έφυγε; Έσπασα το κεφάλι μου αλλά δεν βρήκα απάντηση. Δεν υπήρχε κανένας λόγος, δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι της ή στη δουλειά της, όχι, έφυγε έτσι, χωρίς αιτία και μου λέει πρέπει να το διαλύσουμε τώρα γιατί αργότερα θα ήτανε χειρότερα...»

«Μήπως υπήρχε κάποιος άλλος στην Αθήνα;»

«Ξέρω κι εγώ... μετά από όσα έγιναν δεν καταλαβαίνω τίποτα, αλλά είπαμε να τα λέμε με τη σειρά! Λοιπόν, είχανε περάσει τρεις μέρες αφότου έφυγε, ξαφνικά η αξιοπρέπειά μου έλειωσε, όπως λιώνει το χιόνι στη λιακάδα. Έλεγα να μην υποχωρήσω, να μη δείξω αδυναμία, να μην ξεφτιλιστώ στα μάτια της, αλλά τίποτα… Δεν έχω ξαναπάθει τέτοιο πράγμα, να σκέφτομαι ότι ουσιαστικά θα πάω να την παρακαλέσω, ποιος; εγώ να παρακαλέσω! και να μην κρατιέμαι… "Πίσω, γομάρι!" έλεγα στον εαυτό μου, αλλά δεν κώλωσα, μπήκα στο λεωφορείο και κατέβηκα στην Αθήνα. Σε όλη τη διαδρομή – εφτά ώρες -μονολογούσα "δεν θα πας σ' αυτήν, μαλάκα, δεν θα πας, δεν θα την ψάξεις!". Τρίχες… Ήξερα πως μπορούσα να τη βρω, μέσω του Αλκιβιάδη, του τηλεφώνησα αμέσως και συναντηθήκαμε. Αυτός με έβλεπε που δεν ήμουνα καλά και στεναχωριότανε, τα μασούσε στην αρχή, τελικά το αμόλησε, η Καλυψώ είχε φύγει το ίδιο πρωί για την Ιταλία μ’ έναν χαράκτη από την παρέα της κολλητής της. Η ξεφτίλα μου ήταν απόλυτη... Θυμάμαι ότι έχασα τα λόγια μου, ότι έκλαψα… Το τι αηδίες άκουσε ο καημένος ο Αλκιβιάδης, δεν περιγράφεται… Έλεγα ότι η ζωή μου δεν έχει νόημα χωρίς αυτήν, ότι θα… τέλος πάντων, ξεστόμισα απίστευτα πράγματα… Ήθελα να τη βρίσω για να ξεσπάσω την πίκρα μου αλλά δε μπορούσα…»

Οι συμπότες μου με άκουγαν χωρίς να διακόπτουν.

«Το βράδυ το περάσαμε στο Μεταξουργείο. Ήπιαμε σαν ζώα και γυρνάγαμε στα μπουρδέλα τραγουδώντας... Το πρωί ξύπνησα σ' ένα από δαύτα, μας είχανε παρατήσει στο κρεβάτι, ευτυχώς που δεν μας πετάξανε στο δρόμο νυχτιάτικα. Είχα κεφάλι αλλόκοτο, ο Αλκιβιάδης από δίπλα είχε ξεράσει και ροχάλιζε, τρόμαξα να τον συνεφέρω για να φύγουμε αποκεί... Τον πήγα σπίτι του, τον παράτησα στην πόρτα, γιατί είχε χάσει τα κλειδιά του και τράβηξα ίσια για το σταθμό... Επέστρεψα με άθλια ψυχολογία, προδομένος, ηττημένος και επιπλέον απένταρος... Με βρήκε μετά η Χρυσηίδα σ' αυτήν την κατάσταση - και που να βρω κουράγιο να πω όχι;»

«Όλες οι γυναίκες είναι σκύλες, εκτός απ' τη μαμά!»

«Άντε γεια μας!»

«Δηλαδή, σα να λέμε, τέρμα οριστικά με την Καλυψώ...»

«Ε, βέβαια»

«Κι αν εμφανιστεί ξανά;»

«Άσε τώρα..»

«Αν, λέω... Θα τη διώξεις;»

«Όχι… Δεν ωφελεί να λέω μεγάλα λόγια, όχι μόνο δεν θα τη διώξω, αλλά θα λυπηθώ που δεν πιστεύω στον Θεό, για να τον ευχαριστώ γονατιστός μέρα και νύχτα… Εδώ, παίδες, δεν κάνω κουμάντο εγώ. Αυτή η σχέση, μάλλον αυτός ο έρωτας, γιατί δεν υπάρχει πλέον σχέση, είναι πολύ δυνατότερος από κάθε εγωισμό, από κάθε φιλότιμο. Ρε σεις, με τραβάει από τα σπλάχνα, το καταλαβαίνετε; Μην το κάνουμε θέμα όμως, δεν πρόκειται να ξανάρθει»

« Και δε σε πειράζει που πήγε με άλλον;»

«Με πειράζει; Με σφάζει! Τι λέω τόση ώρα; Αν ήταν άλλη ούτε που θα γυρνούσα να την κοιτάξω, αλλά με την Καλυψώ… Τι να σας πω, οι δυο μήνες που την είχα, αξίζουνε δέκα φορές όσο τα υπόλοιπα είκοσι χρόνια μου!»

Το τσίπουρο μας είχε νοτίσει για τα καλά. Η συζήτηση σταμάτησε οριστικά, ο Διομήδης πήρε την κιθάρα και άρχισε να παίζει τραγούδια του Γιάννη Λογοθέτη («η κυρία του κυρίου εργοδότη, αγκαλιά με τον αγρότη») και πάνω εκεί έφτασαν η Ισμήνη, η Πανσέμνη, η Σαπφώ και ο Ιούλιος.

«Γαμώτο» μούγκρισε ο Θεύδης, «πάνω που είχαμε αρχίσει να απογειωνόμαστε! Ήταν ανάγκη;»

Κι όμως το κέφι δε χάλασε, ίσα ίσα τα κορίτσια βγήκαν και ξαναγύρισαν κουβαλώντας κάμποσα μπουκάλια κρασί. Δεν είχαμε ακόμα προλάβει να τους βάλουμε χέρι - στα μπουκάλια, ξαναχτύπησε η πόρτα και εμφανίστηκε η Δήμητρα. Η παρουσία της προξένησε αίσθηση, ανάμεσα στον γυναικείο πληθυσμό. Αυτή είπε σοβαρή - σοβαρή, πως ήθελε να μου μιλήσει. Την πήρα στο διπλανό δωμάτιο και λίγα λεπτά αργότερα γύρισα στους άλλους, με βήμα που προσπαθούσα να το κάνω σταθερό.

«Συνεχίστε εσείς, πάω κάπου και επιστρέφω αμέσως!» είπα και έφυγα.

Επέστρεψα μιάμιση ώρα αργότερα, έχοντας ξεμεθύσει εντελώς. Τους βρήκα σε ημιάγρια κατάσταση. Άλλη χόρευε, άλλη έφτιαχνε καφέ, μπας και συνεφέρουν το Θεύδη, ο Διομήδης είχε ξαπλώσει στη μοναδική πολυθρόνα του σπιτιού και ζαχάρωνε με την Ισμήνη - είχε προηγηθεί άγριος καυγάς - ο Ιούλιος τραγουδούσε παράφωνα, μαζί με τον Αγαμέμνονα και τον Κατιλίνα, που είχαν εμφανιστεί ξαφνικά και ενσωματώθηκαν αμέσως. Παρόλα αυτά, όλοι συγκέντρωσαν την προσοχή τους σε μένα, περιμένοντας υλικό που θα ικανοποιούσε την περιέργειά τους. «Προσοχή, θα γίνουμε ρεζίλι!» σκέφτηκα και προσποιούμενος ότι έχω φοβερό πονοκέφαλο - είχα, εδώ που τα λέμε - ασχολήθηκα με την παρασκευή δυνατού, σκέτου καφέ.

Αργότερα, όταν όλα είχαν ησυχάσει, αφηγήθηκα στον Διομήδη τι είχε συμβεί. Η Δήμητρα είχε έλθει ως απεσταλμένη της Χρυσηίδας, η οποία, από το κρεβάτι του νοσοκομείου «Άγιος Δημήτριος» με αναζητούσε αγωνιωδώς, παρόλο που της συμπαραστεκόταν η μαμά και ο μπαμπάς της, που είχαν έρθει επειγόντως από Αθήνα.

Οδήγησα ως το νοσοκομείο με τη ζάλη του αλκοόλ να έχει εξαφανιστεί εντελώς. Άφησα τη μηχανή και ακολούθησα τη Δήμητρα η οποία με πληροφορούσε για τα γεγονότα, μη παραλείποντας να με βρίζει κάθε τόσο. Χθες το μεσημέρι, η Χρυσηίδα απελπισμένη έκοψε τις φλέβες της, στην κουζίνα. Η Δήμητρα επέστρεφε εκείνη την ώρα από το πανεπιστήμιο, τη βρήκε λιπόθυμη, πεσμένη στο πάτωμα, μέσα στα αίματα. Κάλεσε ασθενοφόρο και την έφεραν αμέσως στο νοσοκομείο, όπου την ανέλαβαν οι γιατροί. Δεν πρέπει (έλεγε η Δήμητρα) να είχε τραυματιστεί σοβαρά, αλλά την κράτησαν μέσα και φυσικά ειδοποίησαν τους γονείς της, οι οποίοι έσπευσαν με την τελευταία βραδινή πτήση.

«Είναι συνέχεια μαζί της, αλλά η Χρυσηίδα ζητούσε όλη την ώρα εσένα. Μαλάκα, κάθαρμα! Με τα πολλά συμφώνησε ο κ. Κλεόπας να έρθω να σε βρω και να σε φέρω, αλλιώς η Χρυσηίδα δεν θα ησυχάσει… Πρόσεχε, σιχαμένε, γιατί ο κ. Κλεόπας είναι έξω φρενών μαζί σου…»

Την ώρα που έφτασα, η Χρυσηίδα κοιμόταν και οι γονείς της κάπνιζαν στο διάδρομο. Βλέποντάς με την Δήμητρα κατάλαβαν ποιος είμαι, αλλά, παρά τις προβλέψεις της, ήταν και οι δυο ευγενικοί μαζί μου, ιδιαίτερα ο Κλεόπας. Η γυναίκα του δεν απέφυγε μια σύντομη κρίση με δάκρια και αναστεναγμούς, αλλά ο Κλεόπας την αγνόησε, με άρπαξε από το μπράτσο και με τράβηξε έξω, στο προαύλιο.

Κοιταζόμαστε κάμποση ώρα αμίλητοι. Ήταν ένας άντρας γύρω στα σαράντα πέντε, ψηλός, ρωμαλέος, με γκρίζα μαλλιά και έντονα χαρακτηριστικά. Φαίνεται πως είχε κατασταλάξει στις εκτιμήσεις του.

«Πριν έρθεις μιλούσα με τον διευθυντή της κλινικής… Χαρακτήρισε την απόπειρα κωμική, έτσι είπε, ως προς το αποτέλεσμα δηλαδή, γιατί είναι σοβαρά, λέει, τα αίτια που την οδήγησαν να πάρει αυτήν την απόφαση… Την έχω μοναχοκόρη, καταλαβαίνεις… Αλλά δεν τάχω μαζί σου, ειλικρινά, εσύ κάθισες μαζί της όσο γουστάρισες, έκανες ό,τι έκανες και μετά σηκώθηκες να φύγεις. Να φύγεις, αγόρι μου, καλά ξεκουμπίδια… Αλλά θέλω δυο πράγματα από σένα: Βοήθα τώρα, να περάσει η κρίση, και αν, λέω αν, μετά ξαναδείς την κόρη μου κοίταξε μην κάνεις τα ίδια. Αν δεν είσαι σοβαρός μαζί της μην τα ξαναφτιάξεις, γιατί τότε…»

Δεν ολοκλήρωσε τη φράση του, ωστόσο κατάλαβα πολύ καλά τι ήθελε να πει.

«Σύμφωνοι, αλλά πώς να βοηθήσω; Αν την αφήσω να πιστέψει ότι θα τα ξαναφτιάξουμε, δεν θα είναι χειρότερα;»

Ο Κλεόπας έβγαλε τα τσιγάρα του και ανάψαμε.

«Έτσι είναι… Καταλαβαίνω ότι για σένα είναι τελειωμένη υπόθεση και βέβαια, αν την κοροϊδέψεις τώρα, θα είναι χειρότερα. Λοιπόν, θα της πεις ότι λυπάσαι πολύ, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση, ξέρεις… Εγώ θα την πάρω αύριο το πρωί και θα γυρίσουμε στην Αθήνα. Καλύτερα έτσι, να το πάρει απόφαση… Με τη μάνα της μη μιλάς, δεν πρόκειται να βγει άκρη…»

Περπατήσαμε στο μισοσκόταδο προς την είσοδο της κλινικής.

«Θέλω να πω… λυπάμαι πολύ…»

Ο Κλεόπας χαμογέλασε. Πικρά, στυφά, αλλά χαμογέλασε.

«Άστο καλύτερα… Αν δεν αγαπάς, μη στέκεσαι…»

Τη Χρυσηίδα την είδα λιγότερο από δέκα λεπτά και η συνάντηση ήταν πολύ λιγότερο δραματική απ' ότι φοβόμουν, πιθανώς εξαιτίας των ηρεμιστικών που της είχαν δώσει.

«Ο μπαμπάς θέλει να κατεβούμε στην Αθήνα… Εσύ τι λες;»

Της είπα ότι έτσι θα είναι καλύτερα.

«Κατάλαβα… Γεια σου…»

Βγήκα τρέχοντας από την κλινική, ανέβηκα στη μηχανή και έφυγα.