Τετάρτη, Οκτωβρίου 26, 2005

Φιλολογικό απόγευμα

(Ιούνιος 1982)


Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που έσπασε ήταν
γεμάτο αστέρια.

Γιώργος Σεφέρης


Ήμουν επικεφαλής στο εκτελεστικό απόσπασμα. Τους είχαν στήσει στον τοίχο και τους έδεναν τα μάτια. Ο τρίτος από δεξιά είπε όχι και ο διπλανός του τον μιμήθηκε. Έδωσα παράγγελμα στους στρατιώτες, να σημαδέψουν. Τότε έφτασε με τζιπ ένας άλλος αξιωματικός, παλιός μου φίλος και μίλησε στους στρατιώτες μέσα στη σκόνη, που είχαν σηκώσει οι ρόδες, και τους εκκωφαντικούς ήχους των τζιτζικιών. Οι στρατιώτες με άρπαξαν ξαφνικά και με έστησαν ανάμεσα στους καταδικασμένους, δίπλα σ' αυτόν που είχε αρνηθεί να του δέσουν τα μάτια. «Καλωσήρθες στην παρέα μας, θα περάσουμε ωραία!» μου λέει. Ήθελα να τους εξηγήσω πως κάποιο λάθος είχε γίνει, δε μπορούσαν να με εκτελέσουν, γιατί κι εγώ ήμουν με τη δική τους πλευρά, λίγο πριν ήμουν ο επικεφαλής στο εκτελεστικό απόσπασμα. Φώναζα δυνατά χωρίς να ακούγομαι μέσα στους εκκωφαντικούς θορύβους. Ξαφνικά ο αξιωματικός έγνεψε. Τυλίχτηκα σε λευκό καπνό, ένοιωθα να με τραβούν, για να με ρίξουν στο λάκκο που ήταν ανοιγμένος δίπλα, πεθαμένος αντιστεκόμουν, δεν ήθελα να μπω μέσα.

«Μα τι έπαθες;»

Την κοίταζα χαμένος ακόμα, γεμάτος αγωνία. Αυτή χαμογελούσε.

«Παραμιλούσες και σε τράνταζα μια ώρα για να σε ξυπνήσω! Τι όνειρο έβλεπες;»

Όνειρο! Κι αυτή, ήταν η Ανατολή.

Ανασηκώθηκα και ακούμπησα στον τοίχο. Η Ανατολή καθόταν σταυροπόδι στον οντά, δε φορούσε τίποτα, χτένιζε τα μαλλιά της και με κοιτούσε φευγαλέα, γλείφοντας που και που τα χείλη, αργά και μελετημένα. Έπιασα το πακέτο από το τραπεζάκι, άναψα τσιγάρο και φύσηξα τον καπνό προς το μέρος της, σημαδεύοντας τις σκουρόχρωμες θηλές της. Λες και περίμενε αυτό το σινιάλο, η κοπέλα ήρθε κοντά μου, μου πήρε το τσιγάρο και άρχισε να με χαϊδεύει με τη γλώσσα στις άκρες των χειλιών, ενώ ταυτόχρονα έτριβε το στήθος της πάνω μου και τα χέρια της με έψαχναν. Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι και συνέχισε να κουδουνίζει επίμονα. Της είπα ν' ανοίξει.

«Δε μπορώ έτσι… πρέπει να ντυθώ»

Της είπα να το κάνει, γιατί εγώ, όπως ήμουν, δεν μπορούσα ούτε καν να ντυθώ. Τελικά φόρεσε τη μπλούζα και το σορτσάκι της και άνοιξε.

Ήταν ο Διομήδης που μπήκε όπως πάντα φουριόζος. Διέσχισε το δωμάτιο, έκατσε στην πολυθρόνα του γραφείου, άναψε τσιγάρο και μετά σήκωσε το κεφάλι. Εκείνη στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας και κοίταζε απογοητευμένη μια τον έναν και μια τον άλλον.

«Τώρα μπορώ να ντυθώ…»

Ο Διομήδης, επιτέλους, κατάλαβε.

«Διέκοψα τίποτα;»

«Διέκοψες μια ενδιαφέρουσα συνομιλία, για τη νομισματική αστάθεια των αγορών της Ινδονησίας. Τι διάολο έκανες τα κλειδιά σου;»

Ο συγκάτοικος πήρε λυπημένη έκφραση.

«Τα έχασα, ούτε κι εγώ ξέρω που... Να φύγω τώρα...»

Εννοούσε πως ήθελε να μείνει, να τα πούμε.

«Κάτσε κάτω. Θα μας κάνει καφέ η Ανατολή»

Η Ανατολή σούφρωσε τα χείλη, αλλά δεν είχε το θάρρος να διαμαρτυρηθεί και τράβηξε για την κουζίνα.

«Που τη βρήκες πάλι αυτήν εδώ;»

«Εσείς όλοι έχετε τρελαθεί να ανακατευόσαστε μεταξύ σας, εγώ ψάχνω την τύχη μου σε άλλες γειτονιές... Την Ανατολή την κέρδισα προχθές το βράδυ στα χαρτιά»

Με κοίταξε δύσπιστος.

«Βρεφονηπιοκόμος, γκόμενα του Αρχιμήδη, του γεωλόγου, τον ξέρεις, ο συνδικαλιστής της ΠΑΣΠ. Είχαμε πάει στο σπίτι του με τον Αλέξανδρο για πόκα, ήτανε εκεί άλλοι τρεις πασόκοι φίλοι του Αρχιμήδη, αλλά κανένας τους δεν έπαιζε της προκοπής. Στις δώδεκα είχανε μείνει πανί με πανί, άντεχε μόνο ο Αλέξανδρος και ένας φυσικός, κάθισε και η μικρή να παίξει και τάχασε όλα... Σηκώθηκα να φύγω, την παίρνω παράμερα και την προσκαλώ να έρθει μαζί μου, να συνεχίσουμε το παιγνίδι κι αυτή παρατάει εν ψυχρώ τον γεωλόγο και ήρθε εδώ. Από τότε έχουμε σηκωθεί από τον οντά μόνο για να φτιάξουμε καφέδες ή να τηγανίσουμε κανένα αυγό, πράγμα που έχει θετική επίδραση στη λίμπιντο, όπως πολύ καλά γνωρίζεις...»

Τράβηξα τις κουρτίνες και το δωμάτιο λούστηκε στο γλυκό, τελευταίο, φως της μέρας. Κοίταξα προς το μέρος του Διομήδη και διαπίστωσα ότι φαινόταν ανήσυχος, νευρικός, άυπνος. Η Ανατολή μπήκε με το δίσκο και ρώτησε τι λέγαμε.

«Εξηγώ στον Διομήδη το παιγνίδι μας στα χαρτιά»

«Τελικά δε βγήκα χαμένη…»

«Ο γεωλόγος σου όμως τα έχασε όλα: λεφτά, γυναίκα, υπόληψη... Τι λες, θα ξαναπάς πίσω, νάχει τουλάχιστον το ένα από τα τρία;»

«Όχι, καλά είναι κι εδώ...»

Ο Διομήδης έπαιζε νευρικά τα δάχτυλά μου στο γραφείο.

«Είσαι αδιόρθωτος…. Θέλω να μιλήσουμε»

Κοίταξε την Ανατολή, την κοίταξα κι εγώ.

«Πάω να κάνω μπάνιο» αναστέναξε αυτή και βγήκε.

«Είναι τσουλάκι»

«Καλά κάνει! Μετά τα τελευταία μου παθήματα, για μένα τα τσουλάκια είναι οι γυναίκες εκλογής. Εσύ τι έχεις πάθει;»

Η φωνή του χαμήλωσε καθώς έλεγε «πέρασα από την Ισμήνη...». Ήταν προφανές γιατί είχε χάσει τα κλειδιά του. Το τρέχον δράμα ήταν ο χωρισμός του με την Ισμήνη. Αυτή η δουλειά τραβούσε καμιά δεκαριά μέρες τώρα.

«Τη βρήκα με την άλλη μαλακισμένη, τη Θέμιδα. Μόλις με είδαν, ξίνισαν τη φάτσα τους. Τέλος πάντων, μιλήσαμε»

Ήταν, ολοφάνερα, δυστυχής.

«Και τι βγήκε;»

«Το μάτι μου!»

Εξήγησε πως η Ισμήνη του σέρβιρε ξανά από την ίδια χυλόπιτα και, για παρηγοριά, ότι θέλει να μείνουνε πάντα δυο καλοί φίλοι...

«Σήκω και φύγε! Αξιοπρέπεια!»

«Δεν έχω… Μη με κατηγορείς, θυμήσου τα δικά σου…»

«Ε, ναι, αλλά… Είναι γνωστό το πάθος σου και σε καταλαβαίνω, αλλά μάλλον πρέπει να το πάρεις απόφαση. Την είδα την Ισμήνη στο πανεπιστήμιο, ήπιαμε καφέ και τα είπαμε, προσπάθησα να καταλάβω τι συμβαίνει, τρίχες. Θεραπεία μόνο δια της ομοιοπαθητικής. Γιατί δεν την πέφτεις στη Σαπφώ, που γουστάρει;»

«Άσε με τώρα, έρχομαι να μιλήσουμε σοβαρά και μου λες μαλακίες…. Τι να την κάνω τη Σαπφώ; Εγώ θέλω την Ισμήνη! Πίστευα ο ανόητος ότι θα είμαστε πάντα μαζί, μετά από μένα απαιτούσα να καλογερέψει, κι εγώ άλλωστε το ίδιο έκανα. Γυρίζω από το συνέδριο, πάω ίσια στο σπίτι της, ήτανε πολύς κόσμος εκεί κι ένας καινούριος που δεν τον ήξερα, ο Γηρυόνης μου λένε, γαμώ τα φελέκια μου... Καθόμαστε και βλέπω το Γηρυόνη ν' απλώνει το χέρι του και να πιάνει το δικό της, κόντεψα να πάθω συγκοπή... Ένας χαμένος, ένας λελές με αμάξι, είναι και δεξιός, ο πούστης! Πως έγινε αυτό; Τελειώσαμε, λέει η Ισμήνη, πνίγομαι κοντά σου, δεν αντέχω. Μα γιατί, τι πρόβλημα έχεις, να το συζητήσουμε, δε θέλω να σου πω, λέει, γιατί θα σε πληγώσω... Πάλι καλά που σκέφτεται μήπως με πληγώσει...»

Μείναμε για λίγο σιωπηλοί και ήρθε στο μυαλό μου η ιστορία της γνωριμίας τους, τον ήδη μακρινό Φλεβάρη του ’80.

* * *

Η Ισμήνη ήταν της φιλοσοφικής, ψηλή, λεπτή, καστανομελάχροινη, με όμορφα και γελαστά μάτια, γεμάτη δροσιά και περιέργεια, μακρινή εξαδέλφη της Λυδίας. Ο Θεύδης την είδε στο σπίτι της Λυδίας και σκέφτηκε να μου την γνωρίσει, τις έφερε λοιπόν στο σπίτι μου, για καφέ. Οι κοπέλες φυσικά αγνοούσαν ότι μόλις τα είχα φτιάξει με την Χρυσηίδα. Ο Θεύδης, ο οποίος το γνώριζε, δεν δίστασε καθόλου. Ο φίλος μου, πάντοτε τολμηρός αυτοσχεδιαστής, είχε παραλείψει να με ενημερώσει σχετικά.

Όλα συνηγορούσαν για την προσέγγισή μου με την Ισμήνη. Δεν είχα ακόμα εξασκήσει την αξιέπαινη δραστηριότητα της πολυγαμίας, αλλά ένοιωθα έτοιμος να ξεκινήσω, εδώ και τώρα! Διάφοροι αστάθμητοι παράγοντες ανέστειλαν την ευγενή μου πρόθεση, με πρώτον ότι δεν άρεσα στην Ισμήνη. Εκείνο το απόγευμα ήμουν από μεθύσι και ξενύχτι, άλουστος, αξύριστος, ταλαιπωρημένος. Έφτιαξα καφέδες για τους επισκέπτες και στη συνέχεια παρέμεινα σιωπηλός, δείχνοντας με τη στάση μου ότι ήταν μάλλον άτυχη ιδέα να με ξυπνήσουν πριν την ώρα μου. Η Ισμήνη μου άρεσε μεν, αλλά με απώθησε το γεγονός ότι ήταν αεικίνητη, γελούσε και μιλούσε συνέχεια, με τρόπο που έβρισκα ανάρμοστο για γυναίκα που θέλει να την πάρουν στα σοβαρά. Η συνάθροιση ήταν στο τσακ να τελειώσει άδοξα, όταν ήρθε στο σπίτι ο Διομήδης. Επωφελήθηκα και εξαφανίστηκα στο μπάνιο, αφήνοντας τους άλλους να συζητάνε για το επίκαιρο θέμα των προσεχών φοιτητικών εκλογών. Όταν επέστρεψα η Ισμήνη ξαφνιάστηκε, γιατί με αντίκρισε φρεσκοξυρισμένο και λαμπερό, αλλά ήταν πια αργά: Ήταν ήδη γοητευμένη με τον Διομήδη.

Ήταν ο καιρός όπου ο έρωτας και η πολιτική, δυο κορυφαίες απολαύσεις της ζωής, πήγαιναν χέρι χέρι. Ήταν φυσικό, αφού η πολιτική ήταν βασική απασχόληση για πολλούς φοιτητές. Έντονη «πολιτικοποίηση» και δραστηριότητα, οι νέοι πύκνωναν κατά χιλιάδες τις τάξεις των κομματικών νεολαιών του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ, κατά εκατοντάδες τις τάξεις των υπολοίπων – και περισσεύαμε κάμποσοι για να δηλώσουμε αυτόνομοι ή αναρχικοί. Το ΠΑΣΟΚ κάλπαζε προς την εξουσία, το ΚΚΕ βρισκόταν στη στιγμή της μεγαλύτερης απήχησής του από την δεκαετία του ΄50 και μετά, και τα πολυπληθή μέλη του «εσωτερικού» και του «Ρήγα» δούλευαν με ζήλο για τον ευρωκομμουνισμό και τον σοσιαλισμό «με ανθρώπινο πρόσωπο», αν και επικρατούσε η αντίληψη ότι οι Ρηγάδες και οι Ρηγίτισσες περισσότερο πηδούσαν, παρά δούλευαν για τους πολιτικούς τους στόχους. Οι ποικίλες ομάδες της περιθωριακής αριστεράς - μαοϊκοί, χοτζικοί, γένη τροτσκιστών - είχαν αξιοπρόσεκτη παρουσία. Όλοι τα έβαζαν με την κυβέρνηση - «να φύγει η δεξιά!» - ενώ την ίδια στιγμή διεξαγόταν ανάμεσά τους άγρια κλωτσοπατινάδα - την έλεγαν «πολιτική πάλη».

Αν στην ελληνική κοινωνία του ΄80 ήταν καταφανής η επέλαση του ΠΑΣΟΚ, στα πανεπιστήμια έμοιαζε να έχει συντελεσθεί η κυριαρχία της αριστεράς. Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση του Γ. Ράλλη αναγκάστηκε να αποσύρει ορισμένες διατάξεις του περίφημου νόμου «815», για χάρη του οποίου, υποτίθεται, είχαν γίνει πολυήμερες καταλήψεις των σχολών, τον Δεκέμβριο του ΄79. «Υποτίθεται» διότι η κινούσα δύναμη ήταν το βαθύ αντιδεξιό μένος της κοινωνίας και ιδιαίτερα των φοιτητών. Η τότε κυβέρνηση επέδειξε υψηλό δείκτη αυτοκαταστροφικής ροπής. Αλλά και αν επινοούσε τον πλέον σοσιαλιστικό και χαλαρό νόμο για τα πανεπιστήμια, πάλι θα γινόντουσαν οι καταλήψεις και πάλι θα υποχωρούσε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Παρόλο που η κατάληψη, εκείνη την εποχή, φαινόταν σοβαρή πολιτική πράξη και ενείχε κάποιους κινδύνους, η κυριαρχία του «δεξιού παραδείγματος» ήταν ήδη τελειωμένη υπόθεση. «Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω!» φώναζε στα γλέντια των καταλήψεων ο ενθουσιώδης Πασόκος της Οδοντιατρικής Κατιλίνας, εμπνευσμένος από σκυλάδικο σουξέ της εποχής.

Ενώ ετοιμαζόμουν, άκουγα την δυναμική συζήτηση των Θεύδη – Διομήδη, μαζί με την υπόλοιπη πολυκατοικία και τις γύρω οικοδομές. Ο Διομήδης ήταν από τα πλέον δραστήρια στελέχη της ΚΝΕ στο Μαθηματικό, το επονομαζόμενο «Μικρή Κούβα». Ο Θεύδης ως μαθητής είχε ήδη περάσει από το ΠΑΣΟΚ και το Ρήγα, χωρίς να σταθεί πουθενά. Αντιπαθούσε ιδιαιτέρως την ΚΝΕ, διότι ο σταλινισμός του προξενούσε φρίκη, είτε ως ιδεολογία είτε ως πρακτική. Οι δυο νέοι ήταν καλοί φίλοι, αλλά η πολιτική τους διαφωνία τους οδήγησε να αγνοήσουν απολύτως την Λυδία και την Ισμήνη και να επιδοθούν σε άγρια μονομαχία. Θέματα της αντιπαράθεσης ήταν η σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν και το εργατικό κίνημα στην Πολωνία. Ο Θεύδης υποστήριζε ότι και τα δύο εξέφραζαν τη χρεοκοπία του υπαρκτού σοσιαλισμού, το πρώτο γιατί ήταν καθαρά ιμπεριαλιστική εισβολή και το δεύτερο γιατί εξέφραζε την απόλυτη αντίθεση των εργαζομένων της Πολωνίας απέναντι στο καταπιεστικό, δικτατορικό καθεστώς του κομμουνιστικού κόμματος. Έλεγε πως εκείνο που έχει σημασία είναι ο σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο και καταδίκαζε αυστηρά το σοβιετικό σταλινικό μοντέλο. Ο Διομήδης, επιδέξιος ομιλητής, πεπεισμένος βαθύτατα για την ιστορική ανωτερότητα του σοβιετικού συστήματος, υποστήριζε τη σοβιετική πολιτική, επεξηγώντας ότι πρόκειται για διεθνιστική βοήθεια προς την επανάσταση του Αφγανικού λαού, επιβεβλημένη από την προηγηθείσα βοήθεια του ιμπεριαλισμού προς τους αντεπαναστάτες. Ότι το εργατικό κίνημα της Πολωνίας είναι προϊόν της δυτικής ανάμειξης, με την βοήθεια της αντιδραστικής καθολικής Eκκλησίας. Ότι η δημοκρατία στην Σοβιετική Ένωση έχει βρει την ανώτερη δυνατή έκφρασή της και τα σοβιέτ είναι η πρωτοφανής ιστορικά απόλυτη εξουσία των εργαζομένων μαζών.

Η Ισμήνη παρακολουθούσε τον οξύτατο διάλογο με έντονο ενδιαφέρον. Ο Θεύδης έκοβε τις φράσεις του, θεωρούσε πολλά ως αυτονόητα και δεδομένα και δεν έμπαινε στον κόπο να τα υποστηρίξει. Από την άλλη μεριά ο Διομήδης, έχοντας ως κοινό τις δυο κοπελιές μιλούσε απλά, συγκροτημένα και πειστικά. Τα επιχειρήματά του είχαν αυτό που έλειπε από τον Θεύδη: Λογική συνέπεια και συνοχή. Επιπλέον, πίστευε ειλικρινά όσα έλεγε, σε αντίθεση με τον Θεύδη, που είχε πάντοτε αμφιβολίες για τα πάντα. Ως αποτέλεσμα, είχε τη δυνατότητα να υποβάλλει στον μη ενημερωμένο ακροατή, την αίσθηση ότι υπεράσπιζε δίκαιες υποθέσεις. Τον βοηθούσε, εκτός από την άνεση του λόγου, το παρουσιαστικό του: Ψηλός, καλοφτιαγμένος, αθλητικός, πάντοτε φρεσκοκουρεμένος, με ντύσιμο προσεγμένο για τα δεδομένα της εποχής. Το παχύ μαύρο μουστάκι τον έκανε να φαίνεται μεγαλύτερος απ΄ ότι ήταν πραγματικά, δηλαδή δεκαεννέα ετών.

Ο Διομήδης… Από τις τελευταίες τάξεις του Λυκείου είχε ασχοληθεί έντονα με την πολιτική, υπό την επιρροή του εξαδέλφου του Ιππόλυτου, της λεγόμενης «γενιάς του Πολυτεχνείου», στέλεχος του ΚΚΕ. Έδινε έτσι διέξοδο στην ανήσυχη φύση και το θυελλώδες ταμπεραμέντο που τον χαρακτήριζε. Τα μαθηματικά, παρόλο που τα λάτρευε, δεν τον απασχολούσαν πλέον παρά ως «μαζικός χώρος», στον οποίο ήδη διέπρεπε ως οργανωτικός νους, αφήνοντας σε άλλους την αμφίβολη ευχαρίστηση του συνδικαλιστή. Η πολιτική δραστηριότητα τον απορροφούσε ολόκληρο, σε τέτοιον βαθμό, ώστε δεν είχε ως τότε ασχοληθεί με καμιά συγκεκριμένη γυναίκα. Άλλωστε του φαινόταν αδιανόητο να δει ερωτικά τις συντρόφισσες - συνέβαινε συχνά το αντίθετο - κοπέλες με τις οποίες περνούσε άπειρες ώρες, συνεδριάζοντας στα ποικίλα επιτελικά ή εκτελεστικά σχήματα της κομμουνιστικής νεολαίας. Απέδιδα αυτή τη συμπεριφορά στην αυστηρή, πουριτανική, ανατροφή του. Από συνήθεια λοιπόν, έβλεπε εκείνο το βραδάκι την Ισμήνη ως ακροατήριο και όχι ως τον μελλοντικό μεγάλο του έρωτα. Όταν ο Θεύδης πρότεινε να βγούμε για ταβέρνα ο Διομήδης δίστασε, γιατί είχε να δουλέψει την εισήγησή του για την αυριανή κομματική δουλειά, αλλά τελικά μας ακολούθησε.

Στην ταβέρνα πέρασα στην αντεπίθεση ως προς την κατάκτηση της Ισμήνης. Φρόντισα να καθίσω δίπλα της και άνοιξα συζήτηση για καθημερινά πράγματα, όπως τα μαθήματα και τους ανθρώπους της φιλοσοφικής, επί των οποίων η Ισμήνη μιλούσε ακατάπαυστα. Ως τότε δεν είχα αντιληφθεί ούτε την προτίμηση της Ισμήνης προς τον Διομήδη, ούτε το πρωτοφανές γεγονός ότι ο Διομήδης έδειχνε ανήσυχος και ενοχλημένος από τη συμπεριφορά μου. Ο συγκάτοικός μου ήταν πρακτικός άνθρωπος και έπαιρνε γρήγορα αποφάσεις. Σηκώθηκε χαμογελαστός, δήθεν για τηλέφωνο και επιστρέφοντας μου έγνεψε, ότι θέλει να μου μιλήσει.

«Τι γίνεται με την Ισμήνη;»

«Είναι καλό κοριτσάκι και θα προχωρήσω…».

Ο Διομήδης δήλωσε απερίφραστα ότι παίζει κι αυτός και εμμέσως με κάλεσε να αποχωρήσω από το πεδίο της μάχης, για να μην σκοτωθούμε μεταξύ μας. Κάνοντας μια υψηλή επίδειξη ιπποτικού πνεύματος απάντησα με τον στίχο «είμαστε φίλοι και δεν αξίζει / μία γυναίκα να μας χωρίζει» - και του άφησα ελεύθερο το πεδίο.

Όταν σχόλασε η ταβέρνα είμαστε όλοι μισομεθυσμένοι. Ο Θεύδης πρότεινε να πάμε για καφέ, οι άλλοι συμφώνησαν, εγώ δήλωσα ότι είχα πρωί –πρωί εργαστήριο Ανατομίας και δεν τους ακολούθησα. Οι τέσσερις πήραν ταξί και πήγαν στο σπίτι της Λυδίας, της οποίας η συγκάτοικος Ηρώ απουσίαζε στον αρραβωνιαστικό της. Μετά τον καφέ ο Θεύδης που είχε φυσικά αντιληφθεί τους ελιγμούς των φίλων του, τράβηξε τη Λυδία στο δωμάτιό της και άφησε τους άλλους στο δωμάτιο της Ηρώς.

Όταν έμειναν μόνοι έπεσε σιωπή. Κάπνιζαν και κοιτάζανε αμήχανοι τη διακόσμηση του δωματίου. Κάποια στιγμή συναντήθηκαν τα βλέμματά τους και χαμογέλασαν ο έναν στον άλλον. Λες και περίμενε αυτό το σινιάλο, ο Διομήδης σηκώθηκε και την πλησίασε. Σηκώθηκε και αυτή, βρέθηκαν πολύ κοντά. Ο Διομήδης είχε τρομερό τρακ εκείνη τη στιγμή, μεγαλύτερο ακόμα κι από το αν έβλεπε ξαφνικά τον ίδιο τον Λεωνίδα Μπρέζνιεφ να μπουκάρει, με όλα τα παράσημά του, στα γραφεία της ΚΝΕ.

Η Ισμήνη, ψυχολογικά προετοιμασμένη για ό,τι θα ακολουθούσε, χαλαρωμένη από το κρασί, δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση στα φιλιά και τα χάδια του ορμητικού νέου, μέχρι το σημείο που αυτός επιχείρησε να τη γδύσει. Εκεί τον σταμάτησε και ο Διομήδης, αν και ήταν φοβερά ερεθισμένος, δεν επέμεινε θεωρώντας εξαρχής ότι ήταν απίθανο, αλλά και ανάρμοστο, να κάνουν έρωτα λίγες μόνο ώρες μετά τη γνωριμία τους. «Θέλεις να φύγω;» τη ρώτησε και η Ισμήνη απάντησε γλυκά γλυκά πως όχι, ήθελε να μείνουνε μαζί, αλλά να καθίσει φρόνιμα και να κουβεντιάσουν.

Οι επόμενες ώρες κύλησαν σαν το νερό. Στο μεγαλύτερο διάστημα ο Διομήδης καθόταν στο κρεβάτι, με την πλάτη στον τοίχο και η Ισμήνη δίπλα του ή γερμένη πάνω του. Ο διάλογός τους είχε πολλές διακοπές, γιατί φιλιόντουσαν και χαϊδολογιόντουσαν όλη την ώρα, αλλά ο φίλος μου έδειχνε χαρακτήρα: παρ΄ όλες τις τρεις ρεύσεις που υπέστη εκείνο το βράδυ δεν επέμεινε για κάτι περισσότερο, ενώ η Ισμήνη ήταν ευτυχής, γιατί όπως του εξομολογήθηκε, ήταν τόσο τρυφερός μαζί της. Της μίλησε για τα παιδικά του χρόνια, το χωριό του και την Πάτρα, το σχολείο του, την πολιτική του δραστηριότητα και τα χόμπι του – φωτογραφία και σκάκι. Αυτή επέμενε να μάθει για την προσωπική του ζωή και της ομολόγησε ευθαρσώς ότι δεν είχε ποτέ ερωτευθεί και δεν είχε κάνει σχέση με κορίτσι. Δεν είπε τίποτα για τις επανειλημμένες, ηρωικές και γεμάτες ενοχές μαθητικές εξορμήσεις του στα μπουρδέλα της Πάτρας. Η Ισμήνη αποφάσισε να εξαφανίσει το ερωτικό της παρελθόν, αναφέροντας μονάχα έναν συντομότατο δεσμό, στις διακοπές της δευτέρας Λυκείου. Ακόμα κι αυτό τον έκανε να ζηλέψει και η Ισμήνη κατάλαβε πως ο Διομήδης πειράχτηκε, αν και δεν έκανε κανένα άμεσο σχόλιο. Σύντομα όμως, γοητευμένος από την όμορφη κοπέλα, κατάλαβε ότι ήταν υπερβολική η απαίτησή του να τη συναντήσει παρθένα, το ξεπέρασε και δεν έκανε ποτέ λόγο γι’ αυτό. Το επόμενο μεσημέρι μου αφηγήθηκε όλα όσα είχανε γίνει, στο κυλικείο της Ιατρικής. Ήταν εντελώς άυπνος, γιατί ξόδεψε το πρωινό φτιάχνοντας την εισήγησή του για τη βραδινή κομματική δουλειά, αλλά εξαιρετικά ευδιάθετος. Ολοφάνερο, ο εγελιανός, πουριτανός, μαρξιστής – λενινιστής (και προλεταριακός διεθνιστής) φίλος και συγκάτοικός μου ήταν ερωτευμένος μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

Ήξερα, από τον Θεύδη - που τα ήξερε από τη Λυδία - τα πάντα για το πλούσιο ερωτικό παρελθόν της Ισμήνης και πέρασε από το νου μου μήπως έπρεπε να ενημερώσω τον Διομήδη. Αυτό μου φαινόταν έτσι κι αλλιώς άπρεπο, αλλά ο βασικός λόγος που δεν είπα τίποτα ήταν η βεβαιότητά μου πως αν τα μάθαινε αυτός, ήταν ικανός να την παρατήσει στα κρύα του λουτρού και να πέσει με τα μούτρα στην επαναστατική εργασιοθεραπεία για να συνέλθει. Περιορίστηκα να τον συμβουλέψω να αφήσει την επανάσταση για αργότερα και να ασχοληθεί πλήρως και αποκλειστικά με την κοπέλα. Η συμβουλή μου απερρίφθη χωρίς κουβέντα – το πείσμα του Διομήδη ήταν γνωστό, όπως και η αφοσίωσή του στην υπόθεση του σοσιαλισμού. «Βρε άσε τις σέχτες και πιάσε τις βύζες!» είπα ως τελευταίο επιχείρημα, αλλά γέλασα μόνος μου.

* * *

Και να που έφτασε κιόλας το πλήρωμα του χρόνου για το χωρισμό. Φαινόταν ότι η Ισμήνη τον αγαπούσε ειλικρινά, τον ερωτεύτηκε γιατί της φάνηκε εξαιρετικός, τον προτίμησε άλλωστε από εμένα όταν τη συναντήσαμε για πρώτη φορά. Ήταν στην ηλικία που, έτσι κι αλλιώς θα ερωτευόταν -μόλις είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη, έτοιμη να ριχτεί στους ερωτικούς αγώνες και να κάνει πρωταθλητισμό. Γιατί θα έπρεπε να μείνει για πάντα με τον ίδιο άντρα, όταν αυτός έχανε σιγά - σιγά τη γοητεία του, δεν έδειχνε καινούριες πλευρές για εξερεύνηση, την περιόριζε στις επαφές και στις εμπειρίες, που ήθελε να αποκτήσει; Γύρω της κυκλοφορούσαν τόσοι διαφορετικοί τύποι, καθένας με το ενδιαφέρον του και ο Διομήδης έγινε η αλυσίδα που την κρατούσε δεμένη. Η Ισμήνη υπάκουσε στη φύση της - και έσπασε την αλυσίδα.

Είχε κι αυτός τα επιχειρήματά του και μου τα παρέθετε λογικά, παρόλη τη στεναχώρια του. Έλεγε πως το άλλοθι της εξερεύνησης του Άλλου, μέσω του έρωτα είναι πλαστό, είναι σόφισμα γιατί στην ουσία ανιχνεύουμε το Εγώ μας. Αν το κάνουμε αλλάζοντας εραστές, δε σημαίνει ότι θα το βρούμε. Ο έρωτας αξίζει – έλεγε- όταν καλλιεργείται εντατικά, με ποικίλες μορφές, επ' άπειρον, με πάθος και αφοσίωση. Ο ίδιος στον έρωτά του για την Ισμήνη προσπαθούσε να είναι συνεχώς εφευρετικός, ήταν ακούραστος, απόλυτος, δινόταν ολόκληρος και αντλούσε απ' αυτόν ζωντάνια και δύναμη. Μάταιος κόπος. Για να προκόψει ένας τέτοιος έρωτας, πρέπει να συμμερίζονται τις προδιαγραφές του και οι δύο. Εκείνες τις μέρες κάτι έσπασε μέσα του.

«Πρέπει να είμαστε ζογκλέρ, αν θέλουμε να κρατήσουμε κάποια γυναίκα» έλεγε ο Διομήδης, ως συμπέρασμα της συζήτησης. Είχα πάει στο παράθυρο και χάζευα τα πιτσιρίκια, που έπαιζαν μπάλα στην άσφαλτο. Από το βάθος του δρόμου είδα να ξεπροβάλλει η λιονταρίσια χαίτη του Θεύδη και από δίπλα η βεργολυγερή σιλουέτα της Πανσέμνης. Το είπα στον Διομήδη και ξίνισε τα μούτρα.

«Έχει καταντήσει ανυπόφορος πια, δεν ξεκολλάει από δαύτη. Πήγα χθες να του μιλήσω, φεύγω, μου λέει, πρέπει να πάμε με την Πανσέμνη σε κάτι γνωστούς. Ωραίος φίλος!»

«Ο αναμάρτητος ας τον βάλει πρώτος...»

Ο Θεύδης και η Πανσέμνη μπήκαν χαρωποί και ευχαριστημένοι από τη ζωή.

«Τα μάθατε τα νέα;» ρώτησε ο Θεύδης, σα να ήταν, τα νέα αυτά, ιδιαίτερα σημαντικά. «Ο Ιούλιος είναι πάλι καψούρης!».

Ο Διομήδης γέλασε, μάλλον γρύλισε.

«Πάλι; Σ' αυτή τη σεζόν έχει συγκεντρώσει έντεκα χυλόπιτες, με την καινούρια θα τις κάνει ντουζίνα και θα πάρει το βραβείο!»

Η Πανσέμνη τον μάλωσε.

«Δε ντρέπεσαι να μιλάς έτσι για τον Ιούλιο;»

«Όχι! Είναι φίλος μου, μιλάω όπως θέλω για δαύτον! Και να μην ανοίξω το στόμα μου για τον δικό σου, γιατί του τα ‘χω μαζεμένα...»

Για ν' αλλάξω κουβέντα, ρώτησα την Πανσέμνη, που, υποτίθεται, ήξερε από όνειρα, να μου εξηγήσει τι σημαίνει αυτό που είδα, ότι με σκότωσαν.

«Σημαίνει πως παράφαγες πριν κοιμηθείς» πρόφτασε ο Διομήδης.

«Τα όνειρα βγαίνουνε ανάποδα» δήλωσε η ονειροκρίτης, «αν δεις ότι σε σκοτώνουν σημαίνει ότι θα πάρεις μεγάλη χαρά».

Η Ανατολή διέκοψε απότομα τη συζήτηση περί ονείρων, καθώς μπήκε στο δωμάτιο φρεσκολουσμένη. Έγιναν οι συστάσεις και, λίγο αργότερα, ο Διομήδης άνοιγε καυγά με όλον τον κόσμο, χρησιμοποιώντας χυδαίες εκφράσεις, καταστρέφοντας οριστικά την καλή του εικόνα στα μάτια της Πανσέμνης, προξενώντας φόβο και αγανάκτηση στην Ανατολή, εκνευρισμό στο Θεύδη και σε μένα.

Χτύπησε πάλι το κουδούνι, η Ανατολή που ανέλαβε πια καθήκοντα οικοδέσποινας πήγε και άνοιξε.

«Τηλεγράφημα! Έλα να υπογράψεις»

Δεν ήταν παρά ελάχιστες λέξεις: "έντεκα, στο αεροδρόμιο. Καλυψώ".

2 Comments:

At 10:11 π.μ., Blogger Ημίαιμος-Imiaimos said...

Θα 'λεγα να το "ανεβάσεις" επιτέλους ολόκληρο γιατί λάου λάου το πηγαίνεις για ημίαιμες τσόντες...

 
At 5:39 μ.μ., Blogger Πάνος said...

Υπομονή...

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home