Τετάρτη, Οκτωβρίου 26, 2005

Λιβάδι

(Ιούνιος 1982)


ωραία μουσική φέρνουν οι άντρες απ' τα καράβια
κι απ' τις γλυκές πλαγιές τους οι γυναίκες.

Διονύσης Καρατζάς


Ιούνιος του 82, στη Νέα Κρήνη, δίπλα στη θάλασσα, είχαμε μαζευτεί περισσότεροι από τριάντα άνθρωποι και αφορμή ήταν ο Σοφοκλής, που πήρε το πτυχίο του. Υπήρχαν ορισμένοι καινούριοι, αλλά οι πιο πολλοί είμαστε γνωστοί από καιρό. Ο Καλιγούλας, χωρίς πολλά πολλά, έβγαλε τα ρούχα του και μπήκε στα νερά. Ο ταβερνιάρης έβαλε τις φωνές, πως τα νερά ήταν βρώμικα και μολυσμένα, ο Καλιγούλας βγήκε τρέμοντας και χώθηκε στην κουζίνα της ταβέρνας για να ξεπλυθεί, όσο μπορούσε.

Καθόμουν στην ηπειρωτική άκρη του τραπεζιού, με τον Θεύδη και τον Διομήδη, συζητούσαμε, πως θα περάσει ο καθένας το καλοκαίρι και αν υπάρχει πιθανότητα να συναντηθούμε σε κάποιο νησί. Ο Θεύδης είδε κάτι και ταράχτηκε. Προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε κάτι περίεργο, αλλά δεν τα καταφέραμε.

«Αυτή τη στιγμή γίνεται χαμός!» δήλωσε ο Θεύδης.

«Όταν λες χαμός, τι ακριβώς εννοείς;» τον ρώτησα.

«Μπερδέματα, όλοι εδώ έχουν μπερδέψει τα μπούτια τους...»

Ο Διομήδης τον έκοψε:

«Μην αρχίσεις πάλι το κουτσομπολιό!»

Αλλά ο Θεύδης είχε αποφασίσει να μας ενημερώσει.

«Άσε ρε Διομήδη, τώρα τελευταία έχεις γίνει πολύ κρύος! Εγώ θα τα πω στον Κίμωνα, εσύ μην ακούς»

«Σκάσε και λέγε!» ήταν η απάντηση του Διομήδη - και ο Θεύδης ξεκίνησε την περιήγηση στα πάθη της συντροφιάς.

«Λοιπόν, το βλέπετε αυτό το ξανθό παιδάκι, το καινούριο; Του κάνουν καμάκι τέσσερις απόψε: Ο Καλιγούλας, που θέλει να προσθέσει άλλη μια χυλόπιτα στη συλλογή του. Του την έδωσε πριν - και από τη μούρλα του έπεσε στα νερά... Ο Σοφοκλής, που θέλει να τη σπάσει στη Σαπφώ έστω και τώρα, την τελευταία στιγμή. Ο Ιούλιος όπως πάντα - και ο Κατιλίνας, για λόγους αρχής. Φυσιολογικά θα έπρεπε να είναι εκεί ο Διομήδης, αλλά προτιμάει να το παίζει απαρηγόρητος χήρος...»

Ο Διομήδης αντέδρασε, όπως πάντα, όταν ερχόταν σ' αυτόν η κουβέντα:

«Το βλέπεις το πιρούνι;»

«Το βλέπω, πάρτο από κει. Λοιπόν, αυτή η ξανθούλα πιτσιρίκα γουστάριζε τον Αγαμέμνονα, ο οποίος, ως γνωστόν, είναι παγίως ερωτευμένος με τη Σαπφώ»

Τον διέκοψα ρωτώντας αν η μικρή εξακολουθεί να γουστάρει τον Αγαμέμνονα.

«Περίμενε και θα δεις. Πάει χθες το ξανθό στην Πηνελόπη και της λέει πως θέλει να την προξενέψει, η Πηνελόπη, με τον Αγαμέμνονα, ο οποίος πετάει τη σκούφια του, καθότι άγαμος από καιρό. Η Πηνελόπη όμως είναι όρθιο ζώον, όπως ξέρετε, πάει και τα ξεφουρνίζει όλα στην Πανσέμνη, η οποία είναι κολλητή με τη Σαπφώ. Η Σαπφώ μαθαίνει τους στόχους και εδώ είναι ο πρώτος κόμπος: Σκεφτότανε ότι, τώρα που ο Σοφοκλής πηγαίνει φαντάρος, είναι καιρός να ανανεωθεί και είχε σχεδόν αποφασίσει για τον Αγαμέμνονα, όπως είπε στην Πανσέμνη, που το είπε σε μένα. Αυτό να μην το μάθει ο Σοφοκλής για κανένα λόγο... Ο Αγαμέμνονας ήδη το ξέρει αυτό, από κάποιο παράπλευρο κύκλωμα που αγνοώ, η Σαπφώ ξέρει ότι ο Αγαμέμνονας το ξέρει και οι δυο τους περιμένουν να ξεκουμπιστεί ο Σοφοκλής για να τα βγάλουν στη φόρα. Ο Αγαμέμνονας όμως θέλει να κερδίσει πόντους, να το παίξει ωραίος, ξέρω γω, και τσιμπάει με τη μία για το μικρό...»

Ρώτησα αν ο Σοφοκλής είχε ιδέα για όλα αυτά.

«Άγνωστο, είναι έξυπνος άνθρωπος, κάτι θα έχει μυριστεί, αλλά σε τελευταία ανάλυση, η Σαπφώ δεν τον ενδιαφέρει. Σου λέει, κάτσε να πάω φαντάρος κι από κει και πέρα βλέπουμε, ας καμακώσω, ας πούμε, το νέο πρόσωπο, την ξανθιά... Που είχαμε μείνει;»

«Έμαθε η Σαπφώ πως ο Αγαμέμνονας πάει να τα φτιάξει με την ξανθιά…»

«Α, ναι. Γίνεται σκύλα από το κακό της. Εν ψυχρώ πάει χθες το μεσημέρι στο σπίτι του και του λέει πως είναι μαλάκας και να πάει να κουρεύεται. Ο Αγαμέμνονας παθαίνει την πλάκα του και τρέχει στην Πηνελόπη να μάθει, γιατί βγήκε η βρώμα έξω. Αυτό το ζώον του λέει, πως τη βρώμα την έβγαλε η Πανσέμνη. Ο Αγαμέμνονας συνειδητοποιεί πως τον κουτσομπολεύει η μισή Θεσσαλονίκη και γίνεται Τούρκος. Έρχεται να καθαρίσει με την Πανσέμνη και την αποκαλεί, πάνω στην κουβέντα, ‘κλώσα’. Τ' ακούω εγώ και τον βουτάω απ' το γιακά. Να μην τα πολυλογούμε, δαρθήκαμε λίγο και μετά μας χωρίσανε»

«Πότε, ρε, γίνανε όλα αυτά;» ρώτησε, για πρώτη φορά με ενδιαφέρον, ο Διομήδης.

«Χθες το βράδυ. Στο μεταξύ, ενώ εμείς δερνόμαστε, η Πηνελόπη έχει πάει στο ξανθάκι και της σφυρίζει πως κάτι τρέχει με τον Αγαμέμνονα. Έρχονται οι δυο τους στο σπίτι μου, μπας και μάθουν τίποτα μέσω της Πανσέμνης, αυτή είναι έξω φρενών με τον Αγαμέμνονα που την είπε κλώσα, ξερνάει τα πάντα και βγάζει για τον Αγαμέμνονα τέτοιες βρώμες, να σου σηκώνεται η τρίχα, μέχρι κουνιστό τον έβγαλε. Η μικρή τσιμπάει στην προβοκάτσια και δηλώνει ευτυχής που πρόλαβε κι έμαθε πριν προχωρήσει μ' αυτόν τον κάφρο»

Ο Θεύδης ήπιε ένα ποτήρι μπύρα μονορούφι και συνέχισε, ενώ εμφανίζονταν σταγόνες ιδρώτα στη ράχη της ευμεγέθους μύτης του:

«Απόψε κορυφώνεται το δράμα, εδώ μπροστά στα αθώα μάτια σας... Ο Αγαμέμνων βρίσκεται σε οικτρή κατάσταση, γιατί βλέπει τον έρωτά του για τη Σαπφώ να ναυαγεί και ταυτοχρόνως η μικρή να μην τον ζυγώνει. Κάθεται στη γωνιά του και πίνει... Η Σαπφώ τρώγεται με τα ρούχα της, βλέποντας μάλιστα ότι ο Σοφοκλής τριγυρίζει την πιτσιρίκα. Αν προσέξατε, από την αρχή που ήρθαμε εδώ, έχει κολλήσει στον Κατιλίνα, προφανώς για να τη σπάσει σε όλο τον κόσμο. Ο Κατιλίνας ξέρει πολύ καλά, ότι ο Αγαμέμνονας γουστάρει τη Σαπφώ και βέβαια δεν έχει ιδέα για τα χθεσινά παρατράγουδα. Επειδή είναι άντρας με αρχές, αποκλείεται να ενδώσει στη Σαπφώ και να κάνει χαλάστρα στο φίλο του!»

Ο Διομήδης ρώτησε τι θα απογίνει η μικρή.

«Για της ορφανής τον κώλο, έχει ο Θεός μεγάλο ψώλο, λέει ο σοφός λαός. Προς το παρόν, προφανώς βρίσκεται σε απορία, τι μπορεί να κάνει. Ο Αγαμέμνων είναι, προς το παρόν πάντοτε, καμένο χαρτί, τον Καλιγούλα και τον Ιούλιο δεν τους γουστάρει, συμφωνώντας με την συντριπτική πλειοψηφία των ομοφύλων της. Τον Σοφοκλή είναι δύσκολο, γιατί ξέρει ότι τάχει με τη Σαπφώ και δεν έχει το κουράγιο να μπει σφήνα, τον Κατιλίνα δε μπορεί γιατί τον έχει διπλαρώσει η Σαπφώ και δεν τον αφήνει να κουνηθεί ρούπι. Εγώ και ο Κίμωνας αποκλειόμαστε, γιατί είναι μπροστά οι γυναίκες μας. Ο Διομήδης θα μπορούσε άνετα να προκόψει αλλά είναι μεγάλο κορόιδο... Άρα, το ξανθάκι δεν πρόκειται να πηδηχτεί ούτε κι απόψε, αν και το θέλει πολύ. Ο Αγαμέμνονας έχασε το ξανθάκι, χάνει τη Σαπφώ, τσακώθηκε με την Πηνελόπη, την Πανσέμνη και με μένα. Ο Κατιλίνας πάλι, που θα μπορούσε να πηδήξει τη Σαπφώ δεν θα το κάνει, από αλληλεγγύη στον Αγαμέμνονα, δυστυχώς γι αυτόν δεν θα πηδήξει και το ξανθάκι, τουλάχιστον απόψε, γιατί δεν έχει δυνατότητα προσπέλασης. Η Σαπφώ τώρα… Αυτή είναι το πλέον τραγικό πρόσωπο, έχασε με μιας σε όλα τα μέτωπα και αισθάνεται απαίσια, αλλά καλά να πάθει. Και ο Σοφοκλής θα μείνει πιστός στη Σαπφώ, γιατί τον πρόλαβαν οι καταστάσεις. Ως κωμική νότα στο δράμα, ο Καλιγούλας και ο Ιούλιος αλληλοϋποβλέπονται, χωρίς να υπάρχει λόγος... Νευρικότητα, χάος!»

Ο Ιούλιος έκανε πρόποση για τον Σοφοκλή, με συγκινητικές κορώνες για τη μεγάλη αξία της παρέας, της παρέας που δέχεται βαρύ πλήγμα, με την αποχώρηση του Σοφοκλή. Ευχήθηκε καλή θητεία και κάθισε μέσα σε σφυρίγματα, χειροκροτήματα και φωνές.

«Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας» είπα. «Έστω ότι δεν έμπαινε στη μέση η Πηνελόπη, που ήταν ο καταλύτης της αλυσιδωτής αντίδρασης, την οποία μας περιέγραψε, με γλαφυρό ύφος, ο κουτσομπόλης Θεύδης. Ας πούμε ότι ο Αγαμέμνων τα έφτιαχνε με το ξανθό κοριτσάκι. Τι θα γινόταν τότε;»

«Θα το ξέσκιζε!» είπε ο Διομήδης.

«Αυτό είναι αυτονόητο, άλλο θέλω να πω. Θα φτιαχνόταν καινούρια κατάσταση ασταθούς ισορροπίας, η οποία θα κινδύνευε, ανά πάσα στιγμή, να γκρεμιστεί με το φύσημα του ανέμου. Τώρα θα δρομολογηθούν νέοι συνδυασμοί, θα καλλιεργηθούν άλλα πάθη και τον Σεπτέμβρη ο Θεύδης θα μας περιγράφει, με την έκπληξη να χρωματίζει τη φωνή του, τα καλοκαιρινά μπερδέματα. Με άλλα λόγια το τυχαίο έχει σχεδόν εκμηδενισθεί, μπορεί κανείς να πιθανολογήσει από τώρα, όλα όσα θα συμβούν»

«Οι ανατροπές είναι πάντα ενδιαφέρουσες» είπε ο Θεύδης, «και στο τέλος τέλος, παιγνίδι είναι, όσο περισσότερο τζόγο έχει, τόσο πιο ενδιαφέρον γίνεται…»

«Κάποια στιγμή θα βρεθούμε όλοι ρέστα και ταπί μ' αυτές τις μαλακίες» είπε ο Διομήδης, κατσούφης, εριστικός, απογοητευμένος.

Ο Σοφοκλής έφερε το ποτήρι του και δυο γεμάτα μπουκάλια.

«Τι λέτε ρε σεις τόση ώρα;»

«Κάτσε να μας πεις, πως νοιώθει ένας πτυχιούχος»

«Παπάρια»

«Δε φαίνεσαι στα πάνω σου...»

«Απόψε τερματίζεται επίσημα η φοιτητική μου σταδιοδρομία, κάνω λοιπόν απολογισμό και δυστυχώς, μου βγαίνει μηδέν στο πηλίκον...»

«Σώπα μωρέ!»

«Έτσι είναι... Τι έκανα εφτά χρόνια στο πανεπιστήμιο; Ήθελα να γίνω καλός γιατρός, φεύγω μαλάκας, έκανα τις κλινικές με κοπάνες και πέρασα τα μαθήματα με αντιγραφές... Από το κόμμα με διαγράψανε ως φραξιονιστή, θυμάται ο Διομήδης, τα πράγματα πήγαν κατά διαβόλου... Γουστάριζα να γαμήσω πολλές και καλές γυναίκες, ούτε αυτό έγινε... Σε όλους τους τομείς δεν έπιασα ούτε τη βάση. Και τώρα πάω να περάσω δυο χρόνια ευχάριστα και δημιουργικά, φαντάρος...»

Στο μεταξύ, η ατμόσφαιρα είχε ζεσταθεί πολύ. Η Σαπφώ δίδασκε τσιφτετέλι πάνω στο τραπέζι, ο Κατιλίνας ξερνούσε πλάι στο κύμα, ο Καλιγούλας με τον Ιούλιο είχαν πετάξει τα πουκάμισα και χόρευαν σαν αφιονισμένοι δερβίσηδες, οι άλλοι χτυπούσαν παλαμάκια και η Καλυψώ κουβαλούσε στην τουαλέτα την ξανθιά κοπελίτσα, που δε μπορούσε πια να σταθεί στα πόδια της. Είχαν τελειώσει τα τσιγάρα μου, έτσι πήρα το πακέτο του Αγαμέμνονα, όπου είδα γραμμένο από πίσω, με κεφαλαία γράμματα

«ΕΓΩ, Ο ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΑΡΙΣΤΟΓΕΙΤΟΝΟΣ, ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΣ...»

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, η Καλυψώ ξάπλωσε, εγώ πήγα να κάνω καφέδες. Έκανε ζέστη, ανοίξαμε τα παντζούρια. Πρόσεξα πως με κοίταζε παράξενα.

«Είσαι εντάξει;»

Είπα πως δεν είχα πιει πολύ και απάντησε πως δεν εννοούσε αυτό.

«Πέρασες όλο το βράδυ συνωμοτώντας με τον Διομήδη και τον Θεύδη... Κουτσομπολεύατε; Ξέρεις γιατί γελάω; Όταν οι γαμπροί μέθυσαν και ξεκόλλησαν από την Ευρυδίκη, αυτή ήρθε κοντά μου και με ρώτησε αν σε ξέρω. Ήταν φέσι η καημένη... Μου εξομολογήθηκε ότι σε γουστάρει, αλλά δεν ξέρει γιατί την αποφεύγεις. Τι έχει μεσολαβήσει;»

Εξήγησα ότι προχθές είχε έρθει στη σχολή, μαζί με την Πηνελόπη και γνωριστήκαμε. Η Πηνελόπη έφυγε και ως πολιτισμένος άνθρωπος έμεινα μαζί της στο κυλικείο όσο να πιει τον καφέ της. Αυτό ήταν όλο. Η Καλυψώ ήδη γνώριζε περισσότερα:

«Αυτή μου είπε πως σου την έπεσε κανονικά, αλλά εσύ την αγνόησες»

«Λάθος μου… Θα το διορθώσω»

Με κοίταξε μ' ένα λαμπερό βλέμμα και χαμογέλασε πλατιά.

«Μη σκοτωθείς κιόλας...»

Ξάπλωσα δίπλα της, ακούμπησα στον τοίχο και άναψα τσιγάρο. Αυτή έστριβε ένα τσιγαριλίκι.

«Να ξέρεις, είναι το τελευταίο που καπνίζω… Από αύριο, τέρμα!»

Ήξερε ότι εκνευριζόμουν όταν κάπνιζε μαύρο, αλλά συνέχιζε. Δεν σχολίασα τη δήλωσή της και αυτή εξακολούθησε να χαμογελάει, ένα χαμόγελο πλατύ, χαρούμενο.

«Δεν έχεις κέφια απόψε, αλλά θα σου πω κάτι για να σου φτιάξω τη διάθεση...»

«Γιατί τόση ευφορία; Ξεκίνησε καινούριο φορτίο χασίς απ' το Αφγανιστάν;»

Με κοίταξε πάλι στα μάτια και δήλωσε πως έχει να μου ανακοινώσει κάτι σοβαρό.

«Το πιάσανε;»

Έβαλε τα γέλια, γελούσαμε κι οι δυο.

«Επιτέλους, άκουσέ με! Η φύση δούλεψε ρολόι και σε λίγους μήνες θα γίνεις μπαμπάς»

Την κοιτούσα, χωρίς να το έχω ακόμα συνειδητοποιήσει και ρώτησα αφελώς «εγώ;»

«Εσύ, κατά πάσα πιθανότητα…»

Συνήλθα και είπα πως δεν ήμουν ψυχολογικά προετοιμασμένος και η Καλυψώ με καθησύχασε:

«θα σε προπονήσω εγώ!»

«Και μετά;»

«Μετά θα περάσουμε πολύ όμορφα οι τρεις μας»

«Είσαι σίγουρη;»

«Είμαι. Έλα τώρα, που σε θέλω πολύ…

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

4 Comments:

At 11:47 π.μ., Blogger Ημίαιμος-Imiaimos said...

Επί του περιεχομένου, ύφους, περιγραφής κλπ τα σχόλια περιττεύουν (για να μη το πάρεις κι επάνω σου), το "Λιβάδι", όμως, πού κολλάει;

 
At 9:19 μ.μ., Blogger Πάνος said...

Αν τα εξηγεί όλα ο συγγραφέας, τι θα μείνει για τη φαντασία του αναγνώστη;

 
At 10:38 μ.μ., Blogger Areth said...

σωστά

 
At 1:14 π.μ., Blogger Πάνος said...

Με την Αρετή το ΝΗΣΙ συμπλήρωσε έξι (6) εξακριβωμένους αναγνώστες /αναγνώστριες!

Αυτό είναι σουξέ, πρέπει να ετοιμάσω γρήγορα τα κεφάλαια του δεύτερου μέρους για "ανέβασμα"

(πριν χάσω κανέναν...)

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home