Τετάρτη, Οκτωβρίου 26, 2005

Ο σκληρός χωρισμός

(Απρίλιος 1982)

Ήμουν για σένα ο διαβάτης που περνά
Ήσουν για μένα το νερό και η φωτιά

Γιάννης Θεοδωράκης


Παρακολουθούσαμε ξαπλωμένοι μπρούμυτα τον αγώνα που έκανε το μυρμηγκάκι, να σύρει το βαρύ του φορτίο, ένα άχυρο, μέχρι τη μυρμηγκότρυπα. Yπομονή, πείσμα και αντοχή, να τα χαρακτηριστικά του, ίδια με εκείνα του καλού επαναστάτη της εποχής ή απλώς του εργατικού ανθρώπου όλων των εποχών. Αντιστάθηκα για λίγη ώρα στον πειρασμό να το λειώσω με το δάχτυλο - και μετά το μυρμήγκι τέρμα.

Η Καλυψώ ανατρίχιασε με το τέλος που είχε ο ταπεινός εργάτης του χώματος.

«Αν υπάρχει κόλαση και αν είναι κοινή για ανθρώπους και μυρμήγκια, την έχεις βαμμένη» ψιθύρισε στ’ αυτί μου.

«Δεν υπάρχει κόλαση, αν υπήρχε, εσύ είσαι που θα έπρεπε να ανησυχείς…»

Τα χείλη μας ήταν σε ελάχιστη απόσταση και αρχίσαμε τα φιλιά, εν μέσω πλήθους λαού που λιάζονταν στο γρασίδι μπροστά από την Ιατρική. Ήταν μεσημεράκι, λιακάδα, βγήκαν όλοι από τα κτήρια και άραξαν στα γρασίδια περιμένοντας να πεινάσουν, για να πάνε στη Λέσχη, ακόμα και η Καλυψώ, που κατά κάποιον τρόπο είχε μπει στο ρυθμό ζωής της μεγάλης συντροφιάς.

Η Καλυψώ είχε αλλάξει ορισμένες συνήθειές της, για χάρη μου. Για να μην διαφέρει απελπιστικά από τις υπόλοιπες κοπέλες της παρέας περιόρισε στο ελάχιστο την κοκεταρία της, έβαλε τζιν και μαύρη μπλούζα, ανέστειλε για ευθετότερο χρόνο τη μυσταγωγία του μακιγιάζ, φόρεσε κοκάλινα χρωματιστά βραχιόλια και φτηνά σκουλαρίκια, έμαθε να πίνει ρετσίνα χύμα στις φοιτητικές ταβέρνες της πόλης, να ακούει τραγούδια του Καζαντζίδη, του Τσαουσάκη και του Τσιτσάνη. Τον πρώτο καιρό έκανε παρέα με τις άλλες, ιδιαίτερα με την Ισμήνη, αλλά αυτό δεν συνεχίστηκε γιατί της προξενούσαν πλήξη και οργή με τα όσα καταλάβαινε ότι έλεγαν πίσω από την πλάτη της. Γενικά όμως δεν θεωρούσε την κατάσταση ως αναγκαίο κακό, την έβλεπε περισσότερο ως γοητευτική εμπειρία.

Οι φίλοι μου την είχαν δεχθεί με ενθουσιασμό, μετά το πρώτο σοκ που προκάλεσε η ξαφνική εισβολή της. Είχαν εντυπωσιαστεί από την εμφάνιση και τον αέρα της, με μακάριζαν για την τύχη μου. Όσοι τη γνώριζαν καλύτερα έβλεπαν ότι αυτή η γυναίκα δεν ήταν μονάχα όμορφη, αλλά και έξυπνη, ζεστή, έκανε καλή παρέα. Έτσι όλοι κατέληξαν να μιλούν με τα καλύτερα λόγια γι’ αυτήν, γεγονός που εξόργιζε τις γυναίκες τους, οι οποίες επέμεναν να κουτσομπολεύουν το σκοτεινό παρελθόν της, την ηλικία της - ήταν τότε στα είκοσι πέντε- το ότι εκτόπισε τη Χρυσηίδα, παρόλο που καμιά δεν τη συμπαθούσε ιδιαίτερα, το ότι με είχε ξελογιάσει, το ότι ήταν «αστή μέχρι το κόκαλο» - ενώ όλες αυτές όχι. Η ασταθής ισορροπία που χαρακτήριζε τον κύκλο των γυναικών που βρισκόντουσαν κατά καιρούς γύρω από τη σταθερή παρέα των ανδρών είχε διαταραχθεί - και το κουτσομπολιό έδινε κι έπαιρνε. Μονάχα η Ισμήνη αισθανόταν συμπάθεια για την Καλυψώ, της μίλησε μάλιστα με κάθε ειλικρίνεια για τη ζωή και τους έρωτές της καθώς και για τα προβλήματα που είχε στη σχέση της με τον Διομήδη, προβλήματα τα οποία απέφευγε να συζητήσει απευθείας με τον αμέσως ενδιαφερόμενο, ο οποίος είχε μαύρα μεσάνυχτα.

Στο μεταξύ η συζήτηση είχε ανάψει για τα καλά ανάμεσα στον Διομήδη και τον Θεύδη, για το αν η πορεία που είχε προγραμματίσει, για την άλλη μέρα η ΦΕΑΠΘ, είχε λόγο να γίνει ή όχι. Μπήκε στη μέση η Σαπφώ και υποστήριξε τον Διομήδη. Ο Θεύδης εκνευρίστηκε και της είπε να μην ανακατεύεται, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν παίρνει πρέφα τι γίνεται, παρεξηγήθηκε ο Σοφοκλής, γιατί την είχε γκόμενα και ευτυχώς ο Ιούλιος βρήκε να πει κάποιο άσχετο ανέκδοτο και τα πνεύματα ηρέμησαν. Εκείνη την ώρα κατέφθασαν η Πηνελόπη και ο Δημόδοκος, με τσιγάρα και αναψυκτικά από το κυλικείο. Ο Θεύδης βρισκόταν σε μεγάλη φόρμα.

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ζώον από το φοιτητή!»

Του απάντησα πως τον συγχαίρω για τη γενναία αυτοκριτική του, αλλά δεν είναι σωστό να μας βάζει όλους στο σακί.

«Ξέρω τι λέω και θα σας το αποδείξω!»

«Εγώ λέω πως το μεγαλύτερο ζώο είναι ο ελέφας!» πετάχτηκε η Πηνελόπη, κοπέλα απελπιστικά χαζή, για την οποία όλοι απορούσαν, πως κατάφερε να περάσει στην Ιατρική.

«Ιδού η απόδειξη, ζωντανή... Πηνελόπη σε ευχαριστώ, άλλο πράγμα συζητάμε. Λοιπόν, κατέληξα στο συμπέρασμα αυτό μετά τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών, μετά τα αποτελέσματα της Φυσιολογίας και μετά τα αποτελέσματα του ΠΡΟΠΟ. Σε όλα πιάσαμε εκ των τριών, το πλέον επίμηκες...»

«Και τι σχέση έχει το ένα με το άλλο;» ρώτησε κάποιος.

«Όση σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο!» είπε ο Θεύδης σε θριαμβευτικό τόνο. «Ακριβώς γιαυτό το συμπέρασμά μου είναι πρωτότυπο και σατανικό!»

Όλος ο κόσμος έκραξε, απειλήθηκε και κάποια καρπαζιά. Ο Θεύδης αγανάκτησε και πέρασε στην αντεπίθεση.

«Άξεστοι χωρικοί! Όχλε! Να πως υποδέχεστε μια μεγάλη αλήθεια που έρχεται να αμφισβητήσει την ωραιοπάθειά σας... Τι είπα; Είπα, ο φοιτητής είναι μεγάλο ζώον και το στήριξα σε ακλόνητα επιχειρήματα. Πρώτον, οι εκλογές, όπου ενώ οι Πασοκτζήδες και οι σταλινικοί προκόψανε, εμείς καταποντιστήκαμε. Τι περιμένεις από ανθρώπους με τέτοιες πρωτόγονες πολιτικές λογικές; Μετά εγώ κόπηκα στο Εμπορικό Δίκαιο, ο Ιουστίνος και ο Κατιλίνας κοπήκανε στη Φυσιολογία, γιατί; Διότι δεν είχαμε διαβάσει. Γιατί δε διαβάσαμε; Διότι ή τρέχαμε για τις εκλογές ή μπεκροπίναμε. Σα να μη φτάνει αυτό, όχι μόνο ξεφτιλίζουμε την αξιοπρέπειά μας παίζοντας ΠΡΟΠΟ, αλλά το χειρότερο είναι ότι δεν είμαστε ικανοί να πιάσουμε ούτε εντεκάρι. Τι συμπεραίνουμε; Έχουμε χυλόπιτα πολιτική, χυλόπιτα φοιτητική, χυλόπιτα και στο τζόγο, χάνουμε δηλαδή απ’ όλες τις μπάντες. Οι χυλόπιτες αφορούν το ίδιο υποκείμενο, τον φοιτητή, εμένα, εσάς τα ζώα... Καταλάβατε τώρα; Αμφιβάλλω...Πως να καταλάβουν άνθρωποι που δεν είναι βουκόλοι...»

«Τι να είναι, λέει;» έκανε ο Σοφοκλής.

«Βουκόλοι, η τέταρτη και πλέον αξιόλογη κατηγορία στην διαστρωμάτωση των φοιτητικών μαζών» απάντησε σοβαρά ο σπουδαστής των μυστικών της Θέμιδος – και της Πανσέμνης.

«Ποιες κατηγορίες;» ρώτησε η Πηνελόπη.

«Δεν τα ξέρεις;» αναφώνησε ενθουσιασμένος ο Θεύδης.

«Θεύδη, προς Θεού!» γκρίνιαξε ο Διομήδης. «Τάχεις πει τουλάχιστον τέσσερις φορές!»

«Και θα τα ξαναπώ, διότι εκτός των άλλων τα λέω πολύ ωραία… Λοιπόν οι φοιτητές διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες: Οι κυριλέ, οι κλασσικοί, οι ταλαίπωροι και οι βουκόλοι. Οι κυριλέ έχουν χρήμα, ύφος και μαλακία με το τσουβάλι, οι περισσότεροι έχουν και αμάξι, δώρο του μπαμπά. Προς το παρόν είναι λίγοι, αλλά απαίσιοι... Ουσιαστικά είναι οι αστοί και οι νεόπλουτοι που δεν έφυγαν για σπουδές έξω. Παράδειγμα ο Πάρις που έρχεται στα εργαστήρια με γραβάτα...».

«Είναι ωραίος τύπος» παρατήρησε η Σαπφώ.

«Απορώ με το γούστο σου...» έκανε ο Θεύδης με ειλικρινή έκφραση αηδίας στο πρόσωπό του. «Προχωρώ στους κλασσικούς, το μεγαλύτερο ποσοστό της φοιτητικής μάζας, μικροαστοί ή αγρότες, έχουν μεγάλη ιδέα για την παρουσία τους στο πανεπιστήμιο, ψηφίζουν ΚΝΕ και ΠΑΣΟΚ νομίζοντας ότι κάνουν κάτι σοβαρό, γράφονται και στις νεολαίες, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων χωριανών τους, της γκόμενας ή του γκόμενου. Και τι δε βρίσκεις ανάμεσά τους... Σπάστες, ταβερνόβιοι, καμάκια, ερωτευμένοι, κουλτουριάρηδες, αθλητές, ονειροπαρμένοι, χειμερινοί κολυμβητές, θαμώνες του Ντορέ, ταβλομάχοι, θεατρόφιλοι, πλασιέδες, νοικοκυρεμένοι, χαϊφιντελίστες, ψιλοροκάδες, υποχονδριακοί, ατημέλητοι, υποψήφιοι γαμπροί και νύφες, αναγνώστες των ΝΕΩΝ, μηχανόβιοι και ούτω καθ' εξής... Οι ταλαίπωροι πάλι, είναι μικρή κατηγορία, εξόχως ανομοιογενής. Να φανταστείτε μπουζουκτσίδες, μπασίστες, ψυχοπλακωτικοί ή βλαμμένοι, αναρχικοί, επαναστάτες σε οργανώσεις της ρεζίλως, χριστιανοί, μοναχικοί, ακοινώνητοι, μπατίρηδες, ραϊχικοί, κουτσοί, με μεσογειακή αναιμία, αλλήθωροι, απένταροι κλπ. Γενικά είναι συμπαθής κατηγορία. Και μείνανε οι βουκόλοι...»

Ο Θεύδης είχε καταφέρει να αποσπάσει την προσοχή του ακροατηρίου. Όλοι περίμεναν τη συνέχεια – άλλο που δεν ήθελε κι αυτός.

«Βουκόλος είναι αυτός που βόσκει τις αγελάδες στα λιβάδια της Αρτζεντίνας και της Βραζιλίας. Τρέχει πάνω σε άλογα, άσσος στο λάσο, τον μαδάνε οι πόρνες όταν κατεβαίνει στο σαλούν. Τη βγάζει με φασόλια και καφέ και συνήθως πεθαίνει νέος... Γιατί γελάς ρε Σοφοκλή;»

«Δε μπορώ να σε φανταστώ καβάλα σε άλογο να σαλαγάς γελάδια... Θα τσακιζόσουνα σε τρία δευτερόλεπτα...»

«Προσπάθησε να ενεργοποιήσεις το μυαλό σου, για να καταλάβεις τη βαθιά συμβολικότητα του όρου και των αναφορών του, αλλιώς χάνεις!»

«Για λέγε», είπε η Πηνελόπη, «εμείς εδώ τι είμαστε;».

«Ας το παίξουμε διαφορετικά, για να ‘χει περισσότερο τζόγο. Ας αξιολογήσει καθένας τον εαυτό του και μόνο κι ας μας πει. Τι λέτε;»

Κανένας δεν έδειξε πρόθυμος να αρχίσει.

«Παράτησέ το»

«Όχι, δεν το παρατάω! Κίμωνα είσαι κυριλές, κλασσικός, ταλαίπωρος ή βουκόλος;»

«Βαριέμαι τώρα..»

«Έλα, έλα...»

«Έστω. Όπως σου έχω εξηγήσει χιλιάδες φορές, αλλά εσύ δεν εννοείς να το καταλάβεις, οι ταξινομήσεις είναι κατάλληλες για μανιτάρια ή λουκάνικα, όχι όμως για τους ανθρώπους, ακόμα κι αν πρόκειται για φοιτητές»

«Όχι, δεν...»

«Μη διακόπτεις! Αφού με έκανες και βγήκα από την ησυχία μου, θα σου αποδείξω, με το προσωπικό μου παράδειγμα, ότι μας ζάλισες με ασυναρτησίες, γεγονός συνηθισμένο βέβαια... Λοιπόν αισθάνομαι τόσο αντιφατικός, όσο και ο ανεμοδείκτης του αστεροσκοπείου εδώ δίπλα. Εργατικός και τεμπέλης, κρύος και ζεστός, σπάταλος και απένταρος, ειλικρινής και ψεύτης, αυθόρμητος και προγραμματισμένος, ευχαριστημένος και γκρινιάρης, ώριμος και ανώριμος, σεμνός και χυδαίος, ευγενικός και είρωνας, απροσάρμοστος και χαμαιλέοντας, ελιτίστας και φίλαθλος, παραδομένος και ψύχραιμος, ιδιοφυής και βλάκας, γοητευτικός και βαρετός, αναρχικός και εξουσιαστής, φαλλοκράτης και φεμινιστής, εχέμυθος και κουτσομπόλης, σκληρός και ανασφαλής, αθλητής και μπέκρος, θετικός και χαρτοπαίχτης και πάει λέγοντας, με μερικές δεκάδες δίπολα ακόμα, που δεν μούρχονται τώρα… Αν λοιπόν περιοριστώ να χρησιμοποιήσω τη μίζερη κοινωνιολογική σου κατάταξη, που γίνεται μόνο με εξωτερικά χαρακτηριστικά, είμαι υποχρεωμένος να δηλώσω κλασσικός, με αριστοκρατικές τάσεις και βουκολικές εξάρσεις, εν μέσω συχνών διολισθήσεων προς την ταλαιπωρία, λόγω αψιλίας. Αυτά»

«Μας κούφανες, ως συνήθως… Ξέρεις τι μου τη δίνει με σένα; Είσαι πολύ εγκεφαλικός τύπος ρε παιδάκι μου, δεν έχεις φαντασία! Αντί να αφεθείς σ' ένα αθώο παιγνίδι, κάθεσαι και το φιλοσοφείς ως τα έσχατα και στο τέλος θολώνεις τα νερά, εμφανίζεσαι να είσαι το παν, όλα μαζί. Αυτή είναι, εξάλλου η αδυναμία σου και στην πολιτική και στα άλλα, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το κύριο και τα δευτερεύοντα και να ασχοληθείς με το κύριο, αφήνοντας τις φιλολογίες!»

«Γιατί να το κάνω;»

«Έε;»

«Λέω, γιατί να ψάχνω το κύριο, κι αν το βρω, γιατί να ασχολούμαι μ' αυτό; Μήπως κάτι τέτοιο είναι δείγμα ισχυρής φαντασίας; Απόδειξέ μου ότι είναι και τότε θα αρχίσω να σκέφτομαι όπως εσύ, έχοντας κάθε φορά στο μυαλό μου ένα πράγμα, συνήθως ανόητο... Αυτή η λατρεία του κύριου είναι που φτιάχνει τους οπαδούς, τους δογματικούς, τους φιλάθλους της κακιάς ώρας!»

«Αν δε σε ήξερα, θα γινόμουν έξω φρενών...»

«Έγινες...»

«Ρ' άει... τέλος πάντων, ας μη φεύγουμε από το θέμα μας. Διομήδη αγόρι μου, η σειρά σου»

«Πρώτα πρώτα», είπε σοβαρά ο Διομήδης, «θα διαφωνήσω με τον Κίμωνα, σχετικά με την υποτίμηση του κύριου χαρακτηριστικού: Η σωστή αξιολόγησή του είναι ακριβώς ό,τι τραβάει τον κόσμο μπροστά!».

«Σοβαρολογείς τώρα;»

«Βεβαίως!»

«Καλά κρασιά…»

«Λοιπόν μάγκα, έχει δίκιο ο Θεύδης, σπας αρχίδια! Συγνώμη κορίτσια. Εσύ, μη διακόπτεις, εντάξει; Λοιπόν το πρωί ξύπνησα με έντονη διάθεση αυτοκριτικής, γιαυτό δηλώνω, τώρα που το έφερε η κουβέντα, ότι είμαι υπέρ το δέον εγωιστής και δεσποτικός...»

«Ο Θεός να με φυλάει από την κριτική, την αυτοκριτική τη φέρνω στα μέτρα μου! Γιανγκ-Τσε», σχολίασα.

«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε η φιλομαθής Σαπφώ.

«Επιτελής του Μάο, από τους θεωρητικούς τους βαρβάτους... Δεν τον ξέρεις;»

«Α, ναι μωρέ, θυμήθηκα...» είπε η Σαπφώ απορώντας γιατί ο Σοφοκλής, ο Διομήδης, ο Θεύδης κι εγώ ξεσπούσαμε σε ακράτητα γέλια. Η Σαπφώ γύρισε στον Σοφοκλή και τον ρώτησε τι τρέχει. Αυτός της έκανε νόημα, ότι θα της εξηγήσει αργότερα και ο Διομήδης ξαναπήρε τον λόγο.

«Πάντα επίκαιρος ο Γιάνγκ-Τσε, και πολυδιαβασμένος βλέπω... Οι φοιτητές σήμερα είναι μεν θετικοί σε ορισμένα θέματα, τους λείπει όμως η συνοχή, η βαθιά συνειδητοποίηση, που χαρακτηρίζει την εργατική τάξη...»

Στη συνέχεια επιτέθηκε στην απολιτικότητα των φοιτητών, στην κυβέρνηση, στην ΕΟΚ, στην κοινωνία όλη, για να συμπεράνει, ότι η κυρίαρχη αντίληψη, αντίληψη μικροαστική, υποβάλλει ειδικά στους φοιτητές της ιατρικής τη νοοτροπία του γιατρού, του ειδήμονα, του εκλεκτού, κι αυτή η νοοτροπία δηλητηριάζει την κοινωνική τους συνείδηση, προετοιμάζοντας τους αυριανούς βολεμένους απαίσιους τύπους.

«Όλα αυτά κάνουν ένα χαρακτηριστικό κλασικό βουκόλο…»

Το μπαλάκι πήγε στον Σοφοκλή. Αυτός δήλωσε εξαρχής κλασσικός και είπε πως, αν αντιστοιχίσουμε τους ανθρώπους με τους καφέδες, ο ίδιος θα ήταν μέτριος βαρύς. Δεν είναι μεν γλυκός, αλλά ούτε και σκέτος. Περιέγραψε την μέχρι τώρα πορεία του - ήταν τελειόφοιτος και βρέθηκε στην παρέα λόγω της φίλης του, ως ήσυχο αν και κουραστικό δρομολόγιο.

«Έχω βαρεθεί… Όταν θα φθάσετε στο πτυχίο θα το δείτε κι εσείς πως όλα αρχίζουν και ζορίζουν...»

Ήρθε η σειρά του Ιούλιου, αλλά άργησε να αρχίσει γιατί ήταν ντροπαλός, όταν μιλούσε σε πολύ κόσμο χωρίς να έχει πιει. Είπε πως αυτή η ζωή δεν τον ευχαριστεί («παρατεταμένη αγαμία» είχε διαγνώσει ο Θεύδης) αλλά προσπαθεί να βλέπει τα πράγματα από την εύθυμη και αισιόδοξη πλευρά της. Πήγε να πει κάτι για το πως φαντάζεται ότι τον βλέπουν οι άλλοι, τα μπέρδεψε όμως και σταμάτησε, δηλώνοντας πως είναι ευρωβουκόλος κατά το ευρωκομουνιστής.

Ο Θεύδης παρατήρησε πως μιλάνε συνέχεια οι άντρες, ας πάρει το λόγο κάποια γυναίκα. Η Καλυψώ, η Πηνελόπη, η Σαπφώ δεν έδειξαν την παραμικρή διάθεση. Ο Δημόδοκος θύμισε πως η λέσχη θα έκλεινε σε λίγο.

«Ας μην πάμε» ψιθύρισε η Καλυψώ, «πάμε στο Όλυμπος-Νάουσα, κερνάω εγώ»

«Δεν ξέρω πόσο ειλικρινείς ήταν όσοι μίλησαν», είπε ο Θεύδης. «Εγώ όμως σας το λέω ξεκάθαρα, αισθάνομαι απροσάρμοστος σ' αυτόν τον κόσμο. Όλα τα βλέπω βάναυσα, βάρβαρα, απαίσια... Η μια μέρα φεύγει πίσω από την άλλη κι εγώ εξακολουθώ να βράζω με το ζουμί μου, κάνοντας μια άνοστη σούπα, που δεν τρώγεται με τίποτα... Άντε, πάμε για φαϊ»

* * *

Περπατούσαμε πιασμένοι χέρι-χέρι ώσπου φτάσαμε στο εστιατόριο της λεωφόρου Νίκης. Καθίσαμε και προσήλωσα το βλέμμα στο πρόσωπο της Καλυψώς. Αυτή χαμογέλασε και με ρώτησε με τα μάτια, προς τι.

«Ακόμα δεν ξέρω τίποτα για σένα...»

«Ξέρεις τα βασικά»

«Όχι...»

«Ναι... Εξάλλου και συ, προφανώς από ένστικτο, κρατάς κάποια πράγματα στο σκοτάδι»

«Μα όχι, γιατί να το κάνω;»

«Γιατί τα θεωρείς απολύτως προσωπικά, άρα απαραβίαστα. Εξάλλου αυτό σε βοηθάει να φτιάχνεις κάτι το μυστηριώδες, να αισθάνεται ο άλλος ότι δεν σε έχει ακόμα εξερευνήσει»

«Εγώ το κάνω αυτό;»

«Μη μου κάνεις εμένα το χαζό... Άφησε λοιπόν και μένα να κρατάω κάποιες μικρές λεπτομέρειες..»

Η αλήθεια ήταν ότι η Καλυψώ είχε μιλήσει αρκετά για τον εαυτό της. Ζούσε στην Κηφισιά, στο ίδιο σπίτι με τη μαμά της, ο πατέρας της είχε φύγει όταν ήταν ακόμα μικρή. Στην πρώτη τάξη του γυμνασίου, την αποπλάνησε μια νεαρή φιλόλογος, η οποία στη συνέχεια τη γνώρισε και στον εραστή της. Η μαμά της διαμαρτυρήθηκε γιατί δεν ήθελε να αρχίσει η κόρη της τόσο μικρή, αλλά η αντίδρασή της δεν είχε το παραμικρό αποτέλεσμα. Η συνεχής ερωτική δράση της δεν την εμπόδισε να κάνει δώδεκα χρόνια πιάνο, να μιλάει άψογα τρεις γλώσσες και ικανοποιητικά άλλες δυο, να τελειώσει την αρχιτεκτονική, να σκέφτεται να δουλέψει. «Δεν έχει καμιά ανάγκη, κανένα ζόρι να τρέχει πίσω από τη δουλειά» σκεφτόμουν, με μεγάλη δόση ταξικής ζήλιας.

Η Καλυψώ είχε συνηθίσει να ζητάει ό,τι της χτυπούσε στο μάτι, ακόμα και τον παλιό φίλο του Αλκιβιάδη, που είδε σε φωτογραφίες. «Αντικειμενικά, είναι κακομαθημένη και καταδικαστέα» σκεφτόμουν. «Καμιά υπευθυνότητα, δεν έχει δουλέψει ποτέ από ανάγκη, δέχτηκε τις άνετες συνθήκες της ζωής της, ως κάτι φυσικό, κι από πάνω αλλάζει τους εραστές σα να ‘τανε πουκάμισα... Κι όμως, πόσο τη δικαιώνει η πραγματικότητα! Δεν υποκρίνεται, δεν κάνει νάζια, είναι γεννημένη για τον έρωτα. Η διαφθορά της φαίνεται φυσική, αναπόφευκτη, φυσικό φαινόμενο λες, δεν σοκάρει... Ίσως αυτή είναι η διακονία της επί της γης, να ομορφαίνει τους εραστές της, να μετουσιώνει τη μιζέρια σε ευφορία, την κακομοιριά σε δημιουργικότητα, την αδιαφορία σε αισθησιασμό... Και τώρα είναι δική μου, με ξυπνάει τη νύχτα η αίσθηση της παρουσίας της και τρελαίνομαι...»

Μετά την Χρυσηίδα ήταν επόμενο παραδοθώ άνευ όρων στην Καλυψώ. Η παλιά μου φίλη απέφυγε να με δει, ήρθε όμως η Δήμητρα, με έβρισε καλά - καλά και ζήτησε εξηγήσεις. Αναγκάστηκα να πω διάφορες ανοησίες και στο τέλος, πως ήθελα να μείνουμε με τη Χρυσηίδα δυο καλοί φίλοι - στην πραγματικότητα, δεν έδινα δεκάρα. Μετά από αυτό, έλαβα ένα φλογερό γράμμα από τη Χρυσηίδα, η οποία, αφού παραπονιόταν πικρά, δήλωνε πως αυτή με αγαπούσε και θα με αγαπούσε για πάντα - και θα με περίμενε. Την άφησα να περιμένει όσο της έκανε κέφι και εξακολούθησα να κολυμπάω στα βαθιά νερά της Καλυψώς. Ποτισμένος ως το μεδούλι με την υγρή αίσθηση της νίκης αντιμετώπισα την καημένη την Χρυσηίδα με τη μεγαλύτερη δυνατή αδιαφορία. Ήταν σα να μην υπήρξε ποτέ και αποπάνω έφταιγε γι’ αυτό.

«Είσαι διεφθαρμένη και υπέροχη...»

«Και συ είσαι γλύκας... Ξέρεις, απόψε φεύγω για Αθήνα, το πρωί πήγα και έβγαλα εισιτήριο, πετάω στις οχτώ»

«Γιατί έτσι ξαφνικά;»

«Είναι λίγο δύσκολο να σου το πω, αλλά τελείωσε, φεύγω...»

«Τι τελείωσε;»

«Εμείς, χαρά μου...»

Η Καλυψώ με άφησε κι έφυγε, χωρίς να εξηγήσει τίποτε περισσότερο. Έμεινα με την αηδιαστική γεύση της ήττας και την εμπειρική γνώση, πως η ευτυχία μπορεί να γλιστρήσει, όπως η άμμος ανάμεσα στα δάχτυλα.

5 Comments:

At 1:28 μ.μ., Blogger Ημίαιμος-Imiaimos said...

Καλά να πάθεις! Το μυρμήγκι τι σού 'φταιξε;
Τώρα, αν σου πώ ότι έχουμε ζήσει πολλά κοινά πράγματα...(μόνο που δεν έχω σκοτώσει μυρμήγκι)

 
At 8:18 μ.μ., Blogger Πάνος said...

Ημίαιμε, σου θυμίζω οτι διαβάζεις ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ και όχι απομνημονεύματα - μη μπερδεύεις εμένα με τους ήρωες της ΚΑΛΥΨΩΣ!

Εγώ είμαι (μονάχα - και απλώς) ο συγγραφέας.

 
At 12:57 π.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

Ερχομαι αύριο.Ετοίμασε μαύρα Jonny.
Ηλίας

 
At 9:02 π.μ., Blogger Ημίαιμος-Imiaimos said...

Μας έπεισες!!(περί μυθιστορήματος)
Μαύρα Jhonny η παρέα βλέπω. Κατάλοιπα από τη θητεία στη ΚΝΕ;

 
At 8:15 μ.μ., Blogger Πάνος said...

Κατάλοιπα από τη θητεία στο διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα "Το καλό αλκοόλ" - που συνεχίζεται

(μέχρι να μας το κόψουν...)

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home