Κυριακή, Οκτωβρίου 09, 2005

O "Προμηθέας"

(Φεβρουάριος 1982)

Κύριε, όχι μ΄ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.

Γιώργος Σεφέρης


Το «οινοφροντιστήριον ο Προμηθεύς» λειτουργούσε λάθρα σε κάποιο δρομάκι της Τριανδρίας. «Προμηθεύς» ήταν το επίσημο όνομά του, αν μπορεί κανείς να μιλήσει για επισημότητες σ ένα τέτοιο υπόγειο. Οινοφροντιστής, ιδιοκτήτης, μάγειρας, γκαρσόνι και πρώτος πελάτης στα κρασιά του ήταν ο Φιλοκτήτης, ένας γεροδεμένος εξηντάρης πόντιος, έξω καρδιά. Με κατέβασε εκεί ο Οδυσσέας, ανώτατο στέλεχος μιας μικρής ακροαριστερής σέχτας, με σκοπό να με δελεάσει πολιτικά και δια του αλκοόλ.

Ο «Προμηθεύς» ζήτημα να ξεπερνούσε τα τριάντα υπόγεια τετραγωνικά. Πέντε μικρά τραπεζάκια - ή ένα μεγάλο. Ίσως ήταν το μοναδικό ταβερνείο της Θεσσαλονίκης που στους τοίχους του έβλεπες να κρέμεται ο Στάλιν. Υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να ονομαζόταν «Τα μουστάκια του Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς». Ορισμένοι πελάτες του κάθε τρεις και λίγο προσέφεραν σπονδές στη μνήμη του, αναφωνούντες σεμνά τις πρώτες βραδινές ώρες ή ωρυόμενοι τις πρώτες πρωινές «Γεια σου Στάλιν, αρχηγέ!»" και άλλες παρόμοιες προσφωνήσεις που έκοβαν την ανάσα των μη σταλινικών πελατών, όσων καταλάβαιναν περί τίνος πρόκειται. Οι περισσότεροι δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για πολιτική, καθώς έπιναν ακούγοντας Καζαντζίδη και Διονυσίου. Οι άλλοι υπομέναμε το γιγαντιαίο πορτραίτο και τις βροντερές επιδείξεις σταλινικού θυμικού, για δυο λόγους: ο Φιλοκτήτης διέθετε το καλύτερο κρασί στην κατηγορία των λαϊκών ταβερνείων και επιπλέον έφτιαχνε νοστιμότατο καγιανά, με συνταγή που είχε μάθει στη φυλακή, από έναν Πελλοπονήσιο σύντροφό του. Αυτός τούτος ο Μωραϊτης έστελνε από την Αμαλιάδα στον πόντιο οινοφροντιστή διάφορα καλούδια: παστό, λουκάνικα, λαλάγγια, πλακόπιτες, δίπλες, βαρελίσια σφέλα, ξινόγαλο του Νότου και άλλα εξαίσια εδέσματα. Ως τέκνο της γειτονικής Αρκαδίας εκτιμούσα ιδιαιτέρως την παραγωγή του παλαιοσταλινικού γεωργού από την Αμαλιάδα, αν και απεχθανόμουν τον επί του τοίχου μουστακαλή Γεωργιανό.

Αλλά και ως αυθόρμητος θιασώτης της αρμονικής συνύπαρξης των πολιτισμών τιμούσα επίσης δεόντως και τις ποντιακές σπεσιαλιτέ της κυρίας Ερατώς, πιστής συντρόφισσας του Φιλοκτήτη εν όπλοις, επί τραπέζης και κλίνης και εν τη ταβέρνα: σαρμαδάκια, φούστρο, βερένικα, πισία (προφέρεται με παχύ σίγμα), μουχλαμάς και άλλα πολλά. Η γευστική πανδαισία ολοκληρωνόταν με το ήδη αναφερθέν εξαιρετικό βαρελίσιο κρασί από τα ευλογημένα αμπέλια του πατρός Νικοδήμου, αδελφού της Ερατώς, ο οποίος ήταν καλόγερος στο Άγιον Όρος και εξασκούσε το εργόχειρον του αμπελουργού. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την εξαιρετικά ευπροσήγορη φιλοξενία του ζεύγους των ταβερνιάρηδων δημιουργούσαν μια άκρως θελκτική ατμόσφαιρα. Ειδικά σε μένα, επεφύλασσαν πάντοτε ιδιαίτερη περιποιητικότητα και ενδιαφέρον, στοργή μάλλον. Υπέθετα ότι αυτό συνέβαινε επειδή ήμουν ο νεότερος πελάτης του καταστήματος, ώσπου μια μέρα που ο Φιλοκτήτης μου παρουσίαζε το ένα πιάτο μετά το άλλο, εξαντλώντας κάθε περιθώριο του στομαχιού και της τσέπης μου, δόθηκε μια άλλη διάσταση.

«Μη στεναχωριέσαι για τίποτα, σύντροφε! Έχω κι εγώ δυο παλικάρια σαν και σένα που σπουδάζουν στη Μόσχα!».

«Εμ, που θα σπούδαζαν οι γιοι του Φιλοκτήτη, στο Πρίνστον ή στην Οξφόρδη;» σχολίασε ο Κριτίας, πελάτης του «Προμηθέα» και στέλεχος του ΚΚΕ, και συνέχισε: «Τους γνώρισα πέρυσι το καλοκαίρι…».

Δεν έκανε άλλο σχόλιο, αλλά από το ύφος του κατάλαβα πως οι νεαροί με τα σταλινικά και τα ποντιακά γονίδια δεν ήταν του γούστου του, αντίθετα με τον πατέρα τους.

Αξίζει να καταγραφεί η δίκην ανεκδότου αφήγηση του Φιλοκτήτη ως προς το πορτραίτο του Στάλιν και τους τοπικούς χωροφύλακες. Αυτοί ήξεραν βέβαια τις πολιτικές αντιλήψεις του ταβερνιάρη ως «κομμουνιστικές», γενικώς. Δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζουν τις λεπτές αποχρώσεις τις πλούσιας αριστερής πανίδας, πολύ περισσότερο να αναγνωρίσουν ποιος ήταν αυτός με τα μουστάκια. Αφού προβληματίστηκαν αρκετά με τη λύση του αινίγματος, ένας από δαύτους ρώτησε στα ίσια:

«Ποιος είναι αυτός, ρε, ο Λένιν;»

Ο Φιλοκτήτης απάντησε με αθώο ύφος:

«Όχι κύριε αστυνόμε, αυτός είναι ο Φλέμινγκ, ο γιατρός που ανακάλυψε την πενικιλίνη…»

Ο χωροφύλακας δεν κώλωσε:

«Τον ξέρω, ρε. Του Κόμματος κι αυτός, γιατρός άνθρωπος!»

Εννοείται ότι διαφύλαξα το μυστικό του «Προμηθέως» ως κόρην οφθαλμού. Επειδή απεχθανόμουν να τρώω και να πίνω μόνος, τις περισσότερες φορές πήγαινα στο ταβερνείο με γυναικεία παρέα: Οι κυρίες αυτές έτσι κι αλλιώς δεν επέστρεφαν ποτέ χωρίς εμένα στο υπόγειο του Φιλοκτήτη. Αν το έπαιρναν χαμπάρι οι ορδές των φοιτητών θα το κατέστρεφαν μέσα σε δυο βδομάδες. Υπήρχε περίπτωση να αλλαξοπιστήσει ακόμα κι ο Φιλοκτήτης, με το δέλεαρ του κέρδους, και να μεταμορφωθεί από κάπελα - συμπότη, σε στυγνό επιχειρηματία. Πάντως αποκλείεται να κατέβαζε τον Στάλιν από τον τοίχο: τον είχε στην καρδιά του ήδη σαράντα χρόνια, μετρώντας από την ένταξή του στο Κόμμα, στα 1942.

Στο υπόγειο αυτό σταλινικό άντρο δεν συνάντησα ποτέ καμιά γνωστή φυσιογνωμία από το πανεπιστήμιο, πλην του Κριτία. Αυτός ήταν φοιτητής της Νομικής, λίγα χρόνια μεγαλύτερος, στέλεχος του ΚΚΕ και ακαταπόνητος αγκιτάτορας. Τον είχα γνωρίσει πολύ πριν τον συναντήσω στον «Προμηθέα», αλλά εκεί άρχισε να αναπτύσσεται και φιλική σχέση μεταξύ μας, παρόλο το πολιτικό χάος που μας χώριζε. Αναρωτιόμουν τότε τι ήταν πιο ουσιαστικό, η πολιτική μας διαφωνία ή η συναντίληψη μας για το ζεϊμπέκικο. Στην αρχή με παραξένευε που ο Κριτίας ερχόταν σ ένα τέτοιο υπόγειο, χωρίς άλλους Κνίτες. Σύντομα διαπίστωσα ότι έκανε κι αυτός ό,τι κι εγώ: κατέβαινε πάντα με γυναικεία παρέα. Οι γυναίκες που τον συνόδευαν ήταν πάντοτε φοιτήτριες, ενώ οι δικές μου συνήθως ήταν νεαρές εργαζόμενες. Φαινόταν επίσης ότι ο χρόνος τον πίεζε γιατί ποτέ δεν τον είδα να εμφανίζεται πριν τις μία το πρωί.

Ο Κριτίας χόρευε με απαράμιλλη τέχνη και αίσθημα - ήταν ο καλύτερος χορευτής που είχα δει ποτέ. Όταν σηκωνόταν, με το τσιγάρο αναμμένο και το μάτι να γυαλίζει, οι καρέκλες κολλούσαν στους τοίχους, τα τραπεζάκια σερνόντουσαν πίσω, για να του κάνουν χώρο και οι πελάτες του Φιλοκτήτη απολάμβαναν το χορό του με σεμνό θαυμασμό: με το πέρας, κατέφθαναν στο τραπέζι του κερασμένα μισόκιλα. Ώσπου ένα βράδυ το τζουκ μποξ έπαιζε «τα ματόκλαδά σου λάμπουν» είχα πιει και ήταν μαζί μου η Καλυψώ, την είχα γνωρίσει λίγες μέρες πριν. Ένοιωθα, μέσα στο υπόγειο, πως ήθελα να πετάξω. Σηκώθηκα, χόρεψα και κάθισα - τελειωμένος - δίπλα της. Μήνες αργότερα ο Κριτίας χόρεψε ξανά και προς μεγάλη μου έκπληξη άκουσα τον Φιλοκτήτη να λέει «καλός, σύντροφε, αλλά αυτός ο νεαρός αντιδραστικός, σου βάζει τα γυαλιά!». Ο Κριτίας έμεινε με την απορία. Αλλά, μια και είμαστε ακόμα στην αρχή, ας αφηγούμαι τα γεγονότα με τη σειρά τους.

Εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη, λοιπόν, βρέθηκα στην Τριανδρία για χαρτί, στου Βελισάριου. Αυτός σπούδαζε Οδοντιατρική, ο συγκάτοικός του Δάμωνας ιατρική, τον Κλεομένη και τον Αντίγονο δεν τους γνώριζα, αλλά ήταν κι αυτοί μέλλοντες οδοντίατροι, όλοι Πασόκοι, από τα Γρεβενά και την Καστοριά. Είχαμε παίξει κι άλλες φορές στην Τριανδρία, στο δωμάτιο του Βελισάριου, υπό το βλέμμα του Τσε Γκεβάρα (αφίσα πάνω από το κρεβάτι), του Ανδρέα Παπανδρέου (μεγενθυμένη φωτογραφία στον δυτικό τοίχο, σε χειραψία με τον Βελισάριο, μετά από κάποια κομματική εκδήλωση στην Καστοριά) και της εντυπωσιακής ξανθιάς Φάρα Φώσετ, που έπαιζε στους «Άγγελους του Τσάρλυ» (πόστερ δίπλα στην μπαλκονόπορτα). Το τραπέζι που χρησιμοποιούσε ο Βελισάριος ως γραφείο στρωνόταν με πράσινη τσόχα, τα τασάκια γέμιζαν με γόπες σε χρόνο μηδέν, όπως και η ατμόσφαιρα με σύννεφα καπνού, τα πεντακοσάρικα και τα κατοστάρικα άλλαζαν με κοκάλινες μάρκες, τα χαρτιά μοιραζόντουσαν με δεξιοτεχνία κρουπιέρη από τον Βελισάριο και από μένα ή ερασιτεχνικά, από τους άλλους. Κάθε μισή ώρα ανοίγαμε τη μπαλκονόπορτα, να φύγουν τα ντουμάνια και την κλείναμε γρήγορα, γιατί τα καλοριφέρ της πολυκατοικίας δεν δούλευαν μετά τις δέκα και μισή το βράδυ.

Το παιχνίδι ήταν κούκος μονός, το φύλλο δεν με ήθελε, κατά τις μια έχασα τα ρέστα μου μ’ ένα φουλ του βαλέ έναντι φουλ της ντάμας, του Δάμωνα. Κι αυτός δεν το χάρηκε, γιατί στο επόμενο κόλπο έβαλε τα ρέστα του πάνω σε τρεις άσσους και τα έχασε από το Βελισάριο, που έπαιζε τρία οχτάρια στο χέρι κι ένα κάτω. Αποχώρησα και βγήκα στο αγιάζι.

Δεν ήμουν χαρτοπαίχτης από πεποίθηση, αλλά εκείνα τα χρόνια ο τζόγος με γοήτευε, προσφέροντάς μου τη συγκίνηση που μόνο το ρίσκο μπορεί να δώσει: Η αίσθηση των εκατόν εβδομήντα χιλιομέτρων την ώρα με τη μηχανή, η προσέγγιση αγνώστων γυναικών, το αλκοόλ και τα χαρτιά ήταν οι διαφυγές μου. Για να το πω πιο καθαρά, ως παίχτης, πότης, κυνηγός και οδηγός, ένοιωθα την αδρεναλίνη να κυλάει στις αρτηρίες μου ορμητικά και τρελαινόμουν. Ωστόσο, όπως και να το έβλεπες, ήμουν ένας πολλά υποσχόμενος νέος των γραμμάτων. Μελετούσα με ζήλο τα μαθήματα της σχολής - και απεριόριστα ό,τι μου κινούσε το ενδιαφέρον. Αλλά κάτι η καταγωγή μου, κάτι οι συναναστροφές μου, διαμόρφωναν σιγά-σιγά έναν τύπο, όπου η ακατανίκητη έλξη προς τις τυπωμένες σελίδες συγκρουόταν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα με έντονες παρορμήσεις για ρίσκο και ένταση - και τα βιβλία υποχωρούσαν άνευ όρων. Μετά από λίγο τα πράγματα επέστρεφαν στην ήρεμη κοίτη τους – κι εγώ στα βιβλία μου.

Έπιασε να ψιχαλίζει και τρύπωσα στο άνοιγμα μιας βιτρίνας. Χάζεψα λίγο και είδα ξαφνικά να με κοιτάζει, μέσα από το γυαλί, το είδωλό μου: Γενειοφόρος, μαλλιά ως τους ώμους, νυσταγμένος, αρχαίο τζιν, ξεχειλωμένο πουλόβερ, μαύρο Μοντγκόμερι, συναχωμένος, απένταρος, με πονοκέφαλο, φαρυγγίτιδα, στομαχικά άλγη, με πλήρη επίγνωση της αθλιότητας του χαρτοπαιγνίου, αλλά, παρόλα αυτά, κεφάτος και αισιόδοξος. Αναρωτήθηκα, προς τα που θάπρεπε να κατευθυνθώ. Το σπίτι μου δεν είχε θέρμανση, ήταν τρομερά ακατάστατο, ιατί κανένας δε συμμάζεψε μετά το προχθεσινό γλέντι, και -το σημαντικότερο- δεν υπήρχε εκεί πεντάρα τσακιστή. Αν όμως πήγαινα στη Χρυσηίδα θα έκανα μπάνιο, θα έπινα καφέ, θα έβρισκα καθαρά ρούχα και θα έπαιρνα καναδυό χιλιάρικα δανεικά. Το τίμημα θα ήταν να υποστώ κλάψα και γκρίνια, αλλά δεν είχα σοβαρά περιθώρια επιλογής.

Πήρα το δρόμο προς το κέντρο, οδός Δεσπαιρέ. Ξαφνικά μου ήρθαν τα λόγια του γέρου μου «άσε ρε τα πολιτικά, να κοιτάς τη δουλειά σου, να διαβάζεις, να γίνεις καλός γιατρός! Εμείς γι’ αυτό αγωνιζόμαστε…». Χαμογέλασα όταν σκέφτηκα πως αν με έβλεπε ο πατέρας σ’ αυτό το χάλι, θα αναρωτιόταν μήπως η ενασχόληση με τα πολιτικά δεν είναι το χειρότερο, που μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο. Ήξερα ότι εκείνη την ίδια ώρα, στη Στεμνίτσα, ο πατέρας κοιμόταν βαθιά. Λίγο πριν χαράξει, θα πεταγόταν από το κρεβάτι του ζωηρός, για να ξεκινήσει μια ακόμα παραγωγική μέρα, προξενώντας το σχόλιο της εξίσου εργατικής μάνας μου «που πας χριστιανέ μου, σκοτάδι ειν’ ακόμα…». Αυτός θα απαντούσε: «μεσημέριασε, Κλειώ!» και θα έπιανε να ετοιμάζει τους πρωινούς τους καφέδες. Όταν βρισκόμουν εκεί, η Κλειώ μουρμούριζε «τουλάχιστο μη κάνεις φασαρία, θα ξυπνήσεις το παιδί…». Ο πατέρας συμμορφωνόταν, αλλά το «παιδί» είχε κιόλας ξανακοιμηθεί.

Περπατούσα με γρήγορο βήμα και σταθερό κέφι. Σκοτάδια, λασπουριά παντού, ψιλόβροχο, τσουχτερό κρύο, σταγόνες βροχής στο πρόσωπό μου. Κι ακόμα, το αριστερό παπούτσι είχε ξηλωθεί στο πλάι και έμπαζε νερά. Διαπίστωσα για μια ακόμα φορά πως πρώτα μου χαλούσαν τα αριστερά παπούτσια. Το προηγούμενο είχε τερματίσει πέρυσι το καλοκαίρι, λίγο πριν τις εκλογές. Τότε όμως είχα λεφτά γιατί για μήνες γύριζα στα χωριά της Μακεδονίας πουλώντας άχρηστα εμπορεύματα και αγόρασα, με τα λίγα που απόμειναν από την αγορά της μηχανής, αυτό εδώ το ζευγάρι που αχρηστεύτηκε τώρα, μέσα σε χειμώνα και απενταρίες.

Τα βήματά μου με φέρανε στο στενό του «Προμηθέα». Τα τζάμια ήταν θαμπωμένα, αλλά ακουγόταν ως το δρόμο η φωνή του Καζαντζίδη. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ, κατέβηκα τα σκαλιά. Ήταν τέσσερις όλοι κι όλοι, ο Φιλοκτήτης, ο Οδυσσέας, ο Αντίνοος - ένας τριαντάρης λογιστής και η Καλλιστώ, μια σγουρή μαυρομάτα κομουνίστρια, μεγαλύτερη από είκοσι έξι και μικρότερη από τριάντα. Με καλωσόρισαν και μου έκαναν χώρο να καθήσω.

«Έλα, γιατρέ, να μας λύσεις τη διαφορά!» είπε ο Αντίνοος.

«Σιγά!» τον έκοψε ο Οδυσσέας. «Πρώτα να τσιμπήσει κάτι, να πιει και δυο τρία ποτήρια…».

Η Καλλιστώ έβαλε τα γέλια. Τα μάτια της γυάλιζαν περισσότερο από των αλλωνών.

«Μάλιστα! Άμα πιει και έρθει εκεί που είμαστε εμείς τώρα, θα είναι έτοιμος να λύσει όλα τα θεωρητικά προβλήματα της επανάστασης!».

Την κοίταξα χαμογελαστός, ενώ σκεφτόμουν αν και πότε θα συνέβαινε κάτι μεταξύ μας.

«Γιατί όχι, καπετάνισσα; Κι αν ζαλιστώ εγώ, τι πειράζει; Σοφόν το της αμπέλου ξύλον, όπως είπε ένας παλιός θεωρητικός…»

Με κοίταξαν και οι τέσσερις δύσπιστα, κοιτάχτηκαν και μεταξύ τους: Δεν το θυμόντουσαν αυτό το τσιτάτο, ούτε καν το καταλάβαιναν. Αφού τους άφησα για λίγο να ψάχνονται, τους φανέρωσα αυτόν που το είπε - και την αιτία- και γελάσαμε όλοι. Στο μεταξύ ο Φιλοκτήτης έφερε μεζέ, ποτήρι και κρασί.

Ο Αντίνοος έθεσε σοβαρός το ερώτημα:

«Έχει πιθανότητα νίκης ο σοσιαλισμός;»

Όλοι με κοιτούσαν λες και η υπόθεση του σοσιαλισμού θα εξαρτιόταν από την απάντηση που θα έδινα. Άδειασα μονορούφι το ποτήρι μου, το άφησα ζωηρά στο τραπέζι και είπα:

«Έχει!».

Ο Φιλοκτήτης και ο Οδυσσέας πανηγύρισαν, ο Αντίνοος και η Καλλιστώ σούφρωσαν τα μούτρα. Ξεκίνησε μια σχοινοτενής και καθόλου αξιομνημόνευτη συζήτηση, κατά την διάρκεια της οποίας διατυπώθηκαν οι πλέον απίστευτες παραδοξολογίες. Και οι πέντε του υπογείου παίρναμε ζεστά την προοπτική του σοσιαλιστικού μέλλοντος και, βοηθούντος του οίνου, αναλύαμε με μεγάλη άνεση τις σοσιαλιστικές λεπτομέρειες στον μελλοντικό κόκκινο κόσμο.

Η δική μου περίπτωση, αντίθετα με τους νυχτερινούς συνομιλητές μου, ήταν, μάλλον, ιάσιμη. Και καλά ο Φιλοκτήτης, αυτός είχε μείνει για πάντα στο βουνό, με τα φυσεκλίκια - γεγονός απολύτως φυσιολογικό και δικαιολογημένο. Αλλά οι νεότεροι Οδυσσέας, Αντίνοος και Καλλιστώ είχαν μονάχα εφτά - οχτώ χρόνια έντονης δράσης, σε ήπιες συνθήκες, με τη νεοσταλινική τους σέχτα - η οποία είχε ήδη διασπαστεί δύο φορές. Ωστόσο, η δυνατότητά τους για απόλυτη διαστρέβλωση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος ήταν ανεξήγητα ακαταμάχητη. Πέρα από την ειλικρινή συμπάθεια του συμπότη, συζητούσα μαζί τους με ενδιαφέρον γιατί, ασυνείδητα ακόμα, σπούδαζα τους ανθρώπους - στην περίπτωσή τους τον τρόπο που το φαντασιακό υποκαθιστά πλήρως οποιαδήποτε μετριοπαθή προσέγγιση της πραγματικότητας.

Εκείνα τα χρόνια πώς θα γινόταν να προσεγγίσει κανείς την πραγματικότητα με μετριοπάθεια; Ήμουν ακόμα μαθητής, στη δεύτερη τάξη του Λυκείου της Τριπολιτσάς, όταν η Ασφάλεια φρόντισε να μάθω ότι μου είχαν κάνει φάκελο, επειδή, λέει, υποστήριζα κομμουνιστικές θέσεις μέσα στο σχολείο μου. Η αλήθεια ήταν ότι αντιδρώντας στις εξόφθαλμες αρκουδιές που μας σερβίριζαν ο φιλόλογος λυκειάρχης και ο θεολόγος, διατύπωνα ορισμένες αφελείς σκέψεις, εμπνευσμένες απ’ όσα είχα τότε καταλάβει διαβάζοντας Ράιχ, Καζαντζάκη, Νίτσε, Ντοστογιέφσκι και Έλληνες ποιητές. Τα ελάχιστα βιβλία με μαρξιστικό περιεχόμενο που είχα ξεφυλλίσει, δεν αρκούσαν για να μεταστρέψουν αυτό που διέθετα ως γονική παροχή: Εξακολουθούσα να παραμένω αυθεντικός απόγονος αριστοκρατών της υπαίθρου, με ό,τι θετικό και αρνητικό μπορεί να σημαίνει αυτός ο όρος, ο οποίος έχει τόση συνάφεια με οποιασδήποτε μορφής κομμουνισμό όση και ο φάντης με το ρετσινόλαδο. Αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα για τους ασφαλίτες της Τριπόλεως, οι οποίοι υλοποιώντας το σοφό δόγμα «πας μη δεξιός, κομμουνιστής!» με φακέλωσαν κανονικά και έβαλαν έναν φίλο και συμμαθητή μου, δεξιών φρονημάτων, να με πληροφορήσει δήθεν εμπιστευτικά περί αυτού, προφανώς για να κιοτέψω και να συμμορφωθώ.

Ήταν η πρώτη ευκαιρία που είχα να αντιληφθώ από πρώτο χέρι την αθλιότητα και την ηλιθιότητα του κρατικού μηχανισμού της πατρίδας μου. Λίγα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση το κράτος, που άρχιζα να γνωρίζω, ήταν πια εκλεπτυσμένο σε σχέση με εκείνο των προηγούμενων δεκαετιών, τότε που τα πράγματα ήταν άγρια, ωμά, και δεν ετηρούντο ούτε τα προσχήματα, όπως μαθαίναμε σε εμπιστευτικές συζητήσεις με ορισμένους παλαιούς αριστερούς - και μας σηκωνόταν η τρίχα. Ωστόσο, η απαξιωμένη λόγω χούντας κρατική μηχανή συνέχιζε, εν μέρει από κεκτημένη ταχύτητα, εν μέρει υλοποιώντας την ανομολόγητη πολιτική βούληση της κυβέρνησης Καραμανλή, να φακελώνει ό,τι εκινείτο. Τότε ήμουν πολύ νέος για να έχω σχηματίσει μια στοιχειωδώς επαρκή εικόνα, όμως με είχε ενοχλήσει βαθύτατα το γεγονός ότι κάποιοι του κρατικού μηχανισμού συγκέντρωναν στοιχεία για το άτομό μου, ότι τα ερμήνευαν αυθαίρετα -και λάθος!- και μου κολλούσαν ετικέτα με συγκεκριμένο χαρακτηρισμό, προφανώς για να τη χρησιμοποιήσουν μελλοντικά εις βάρος μου, ευκαιρίας δοθείσης. Η αποκάλυψη του φακελώματος έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επεδίωκαν οι ασφαλίτες: Έγινα έξαλλος και η αισθητική κυρίως ενόχληση που ένοιωθα από την συγκεκριμένη αγροτο –εμπορο –μικροαστική κοινωνία της Τρίπολης μετατράπηκε σε αηδία, οργή και συνολική απαξίωση της καπιταλιστικής κοινωνίας.

«Είναι δυνατόν» έλεγα στον κολλητό μου, τον Αλκιβιάδη, «να έχουν αυτοί οι κάφροι την άνεση να βγάζουν συμπεράσματα για τη δική μου ιδεολογία και κοσμοθεωρία; Έτσι μούρχεται να μπω στη λογική τους και να γραφτώ στην οργάνωση του σχολείου!»

Στο Λύκειό μας λειτουργούσαν δυο οργανώσεις, η ΚΝΕ και το ΠΑΣΟΚ. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο το ΠΑΣΟΚ μου προξενούσε ισχυρά αρνητικά συναισθήματα ήδη από το 76 -77, που το γνώρισα ως κόμμα: κάθε φορά που τους άκουγα να ρητορεύουν, από τον αρχηγό τους έως τον τελευταίο χωριατοπασόκο, μου ανακατευόταν το στομάχι. Ο Αλκιβιάδης, ήδη διαγραμμένος από την ΚΝΕ, με συμβούλεψε να το σκεφτώ καλύτερα. Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι αυτή η οργάνωση εξαφανίζει την δημοκρατία, στο όνομα του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού». Εγώ είχα τότε μιαν αυθεντικά αναρχική αντίληψη περί δημοκρατίας, η οποία ήταν απόρροια της αφετηρίας μου - αριστοκράτης της υπαίθρου. Έτσι, παρόλη την αηδία μου για το δεξιό κράτος και την επιθυμία μου να το συντρίψω, δεν έκανα το βήμα προς τα εκεί, όπου θα μου συνέβαινε με τη θέλησή μου, ό,τι προσπαθούσε να πετύχει η δεξιά χωρίς τη θέλησή μου: θα είχα πάνω από το κεφάλι μου κάποιον να με ελέγχει. Έτσι, αφού μου πέρασε κάπως η τσαντίλα επέστρεψα δριμύτερος στις ασχολίες και τα διαβάσματά μου – και χάθηκε η πρώτη ευκαιρία να ενταχθώ στις οργανωμένες στρατιές της επανάστασης σοβιετικού τύπου.

Η δεύτερη παρουσιάστηκε όταν βρέθηκα φοιτητής στη Θεσσαλονίκη. Η Ιατρική έσφυζε τότε από πολιτική και συνδικαλιστική κίνηση, που παρακολουθούσα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γνώρισα και έκανα παρέα με παλιότερους ή συνομηλίκους φοιτητές, που με διεκδικούσαν ο καθένας για την οργάνωσή του. Επιπλέον, ήταν ο καιρός που στοίχισα ολόκληρα ράφια γεμάτα από πρώιμη, κλασσική, σοβιετική, ευρωκομμουνιστική και εγχώρια μαρξιστική βιβλιογραφία - και να μη λησμονάμε και την αναρχική. Γοητεύθηκα από την ιστορία και τις μέρες της Οκτωβριανής επανάστασης, έψαξα και βρήκα ό,τι κυκλοφορούσε τότε για τον ελληνικό Εμφύλιο. Συζήτησα άπειρες ώρες με πλήθος μεγαλύτερους ή συνομήλικους αριστερούς, κάθε πιθανής και απίθανης παραλλαγής. Παρακολούθησα τις διαλέξεις που γίνονταν κάθε λίγο και λιγάκι από στελέχη των κομμάτων στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, ακόμα και τους Πασόκους. Σύντομα διαπίστωσα εμπειρικά τη μονομέρεια των εκάστοτε αριστερών ομιλητών και συνομιλητών: Μονομέρεια πολιτική, ιστορική, αισθητική. Με δυσαρεστούσε όλο και περισσότερο η ευκολία με την οποία θυσίαζαν την ποικιλία, την πολυμορφία, τη μειοψηφική άποψη, δηλαδή την Δημοκρατία όπως την καταλάβαινα, έναντι κάποιου σκοπού, έστω κι αν αυτός δεν ήταν τίποτα λιγότερο από το ευτυχισμένο και φωτεινό μέλλον της ανθρωπότητας. Αλλά για μένα ο σκοπός δεν αγίαζε ποτέ τα μέσα.

Αντιλαμβανόμουν ενστικτωδώς, με τη βοήθεια της παιδείας που είχα πάρει από το σπίτι μου, ανεπαισθήτως, ότι η ποιότητα του επιτευχθέντος σκοπού είναι ευθέως ανάλογη με τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξή του. Ένα σύνθημα σε τοίχο της σχολής με εύρισκε απολύτως σύμφωνο: «το μάχεσθαι δια την ειρήνην, ισούται με το γαμείν δια την παρθενίαν». Το μεταποιούσα σε «κάθε υποστολή της δημοκρατίας οδηγεί σε οριστική άρνησή της και ο ούτω πως επερχόμενος σοσιαλισμός δεν μπορεί παρά να είναι σταλινισμός». Μετά από όλα αυτά αποφάσισα να παραμείνω ανένταχτος και αποτέλεσα για πολύν καιρό στόχο των οργανώσεων της Ιατρικής, που ήθελαν σώνει και καλά να με στοιχίσουν στις γραμμές τους.

Πιο επίμονοι ήταν οι Κνίτες. Αφού είδαν κι απόειδαν εκλήθη ο Κριτίας, ένας από τους αρχηγούς, να δώσει χέρι βοηθείας στην περίπτωσή μου, αν και φοιτητής της Νομικής.

«Η εργατική τάξη πρέπει να μας παραδειγματίζει!» μου έλεγε, στην πρώτη μας συνάντηση, πέρυσι τέτοιον καιρό. «Πρέπει να το κάνουμε μπούσουλα στη ζωή μας, κάθε μέρα: Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να μας παρασέρνει ο μικροαστικός εκφυλισμός...»

Είχα απαντήσει τότε πως η εργατική τάξη δεν μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη ως επαναστατική δύναμη’ ότι δεκαετίες ολόκληρες διάφοροι σαλτιμπάγκοι καταφέρνουν να τη σέρνουν από τη μύτη’ ότι το υποτιθέμενο επαναστατικό κόμμα στην Ελλάδα έχει ως ηγεσία μια ομάδα αμόρφωτων ανθρώπων, με βαθύτατα συντηρητική σκέψη, που δεν είναι ικανοί ούτε καν να μιλάνε στρωτά ελληνικά. Ο Κριτίας είχε εξαγριωθεί με την προκλητική στάση μου απέναντι σ' αυτό που ο ίδιος θεωρούσε την πεμπτουσία της επανάστασης, την ηγεσία του Κόμματος. Ωστόσο συγκρατήθηκε και επανέφερε τη συζήτηση γύρω από τον ιστορικό ρόλο της ελληνικής εργατικής τάξης. Αντιστεκόμουν πεισματικά, υποστηρίζοντας, αφελώς, πως μονάχα οι διανοούμενοι είναι σε θέση να αναλύσουν την πραγματικότητα, όσο για να την αλλάξουν - αυτό, έλεγα, είναι άλλη ιστορία, έχει να κάνει με το είδος, τη μορφή του σοσιαλισμού που αντιλαμβάνεται κανείς ως επιθυμητή.

Τσακωθήκαμε άγρια τότε οι δυο μας και αλλάξαμε βαριές κουβέντες, ως να επρόκειτο για διάλογο φιλάθλων του ΠΑΟΚ και του Ολυμπιακού, ήμαστε έτοιμοι να πιαστούμε στα χέρια, αλλά ο αποκάτω άρχισε να χτυπά νευριασμένος το πάτωμα με τη σκούπα. Βγήκε κατόπιν στη σκάλα της οικοδομής φωνάζοντας, ότι είναι εργαζόμενος άνθρωπος και θέλει να κοιμηθεί. Μας αποκάλεσε μάλιστα, ολοκληρώνοντας τις διαμαρτυρίες του «κακομαθημένα κωλόπαιδα». Ο Κριτίας έγινε μπαρούτι, γιατί ο εκπρόσωπος της εργατικής τάξης στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας του χάλασε με τις φωνές του την τεκμηριωμένη με τσιτάτα του Λένιν απόδειξη, πως η ελληνική εργατική τάξη θα οδηγήσει τη χώρα στο σοσιαλισμό, κυρίως όμως γιατί αναγκάστηκε να παραδεχθεί πως η συγκεκριμένη πολιτική συνεδρία κατάληξε σε φιάσκο. Σύντομα επανήλθε. Όταν το είχε πάρει πια απόφαση πως δεν θα συμφωνούσαμε, με συνάντησε στο υπόγειο του «Προμηθέα». Από τότε οι πολιτικές συζητήσεις μας γινόντουσαν σε εντελώς διαφορετική βάση.

4 Comments:

At 3:36 μ.μ., Blogger Ημίαιμος-Imiaimos said...

Ουδέν σχόλιο! Θα χαλούσε η ατμόσφαιρα.
Να ρωτήσω αν έχεις τολμήσει να τα εκδώσεις;

 
At 11:44 μ.μ., Blogger Πάνος said...

Μα αυτό ακριβώς κάνω!

 
At 8:30 π.μ., Blogger Ημίαιμος-Imiaimos said...

Αυτό που κάνεις είναι το σπάσιμο του κουκουλιού, η εκτόνωση, η αναζήτηση κοινού τόπου, η εξομολόγηση των ενοχών (κατά βάθος) για το τι έκανες και τι δεν έκανες.
Μακάρι το "Ιστολόγιο" να γίνει κάποτε ηλεκτρονικό βιβλίο με μεγάλη αναγνωσιμότητα. Χαίρομαι γιατί, από σύμπτωση, βρέθηκα κι εγώ στην παρέα.

 
At 12:33 μ.μ., Blogger άγγελοςεξάγγελος said...

Εντάξει, άργησα λίγο να γνωρίσω την 'Καλυψώ' σου, αλλά τώρα με έβγαλε ο δρόμος μου στο blog σου! Μπορώ να ρωτήσω πως προέκυψε η επιλογή αποκλειστικά αρχαίων ελληνικών και κυρίως μυθολογικών ονομάτων για τους ήρωές;

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home