Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2005

Ερμής ΙΙ

Ο Ερμής θεωρούσε αυτονόητο ότι η έξοδος θα ξεκινούσε από τον «Προμηθέα», όπου η κοσμογυρισμένη μποέμισα Σιμόν εντυπωσιάστηκε από όσα είδε, άκουσε και γεύτηκε. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε αποχώρηση γύρω στα μεσάνυχτα, αλλά τελικά η παρέα μας έκλεισε το μαγαζί μαζί με τον Φιλοκτήτη, στις έξι το πρωί. Στο μεταξύ φάγαμε πολύ, ήπιαμε απεριόριστα, χορέψαμε αρκετά και συζητήσαμε ελάχιστα.

Η τετράδα συναντήθηκε και πάλι νωρίς το απόγευμα στο «Μακεδονία» αλλά σύντομα οι γυναίκες αποχώρησαν.

«Δε μπορώ να πω, έχεις φοβερό γούστο στις γυναίκες!»

Δεν απάντησα, συλλογίστηκα όμως ότι δεν ήμουν εγώ που επέλεξα την Καλυψώ, το αντίθετο συνέβη - και μάλιστα με είχε ήδη στείλει στην Κόλαση απ’ όπου επέστρεψα, με αναστολή.

«Είσαι τυχερός, τέτοιες γυναίκες είναι σπανιότατες… ακόμα πιο σπάνιο, από άποψη μαθηματικών πιθανοτήτων, είναι να σε ερωτευτούν».

Είδε τα μάτια μου να αστράφτουν και συμπλήρωσε:

«Η Καλυψώ είναι ερωτευμένη μαζί σου… Φρόντισέ το».

Δεν κρατήθηκα.

«Μα τι πρέπει να κάνω;».

Ο Ερμής άνοιξε το στόμα να μιλήσει, αλλά το μετάνιωσε. Χαμογέλασε, σήκωσε τους ώμους.

«Είδες, έξις - δευτέρα φύσις… Σαν πρώτη, αυθόρμητη αντίδραση, ο παλιός ξερόλας καθοδηγητής βλέπεις, πήγα να σου δώσω συμβουλές, τάχα ότι έχω διαμορφωμένη άριστη εικόνα για την Καλυψώ και τις γυναίκες, γενικά… Ευτυχώς με συγκράτησε η πολύχρονη άσκηση στην εξορία… και την ήττα. Τι πρέπει να κάνεις; Η μόνη σοβαρή συμβουλή που μπορώ να σου δώσω είναι να το χαίρεσαι, να τη χαίρεσαι, χωρίς όρια… Αλλά νομίζω ότι αυτό το κάνεις ήδη… Που θα πάμε σήμερα; Μόνο μη μου μιλήσεις ξανά για φαΐ και πιοτό, αν συνεχίσουμε έτσι θα χρειαστεί να κάνω τρέχοντας το γύρο της Γαλλίας για να συνέλθω…».

Πήγαμε στο λιμάνι, κοντά στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό και καθίσαμε σ΄ ένα καφενεδάκι, λίγα μέτρα από το νερό και τη φασαρία των εργατών που φόρτωναν ένα ρώσικο φορτηγό.

«Τέλεια…Πως το ήξερες ότι θα μου άρεσε εδώ;».

Του απάντησα ότι σχεδόν οι μισοί από όσους πίνακές του είχα δει είχαν θέμα τα λιμάνια.

«Τους ανθρώπους που κυκλοφορούν στα λιμάνια… Πολύ σωστά το έπιασες, είναι το αγαπημένο μου θέμα και τα λιμάνια είναι χώροι που χαίρομαι να τριγυρίζω».

«Αν μου επιτρέπετε, δε μπόρεσα να διακρίνω στα έργα σας καμιά αναφορά στα γεγονότα της δεκαετίας του ΄40, η οποία προφανώς είναι η πιο συγκλονιστική δεκαετία της ζωής σας… Ισχύει αυτό ή απλώς εγώ δεν είδα;».

Ο Ερμής με κοίταξε κάπως ξαφνιασμένος, σκέφτηκε λίγο και απάντησε πως θα μπορούσα να διαμορφώσω πληρέστερη εικόνα αν έβλεπα και τα έργα που παρέμεναν εκτός εκθέσεων και εκτός εμπορίου.

«Αυτό μπορεί να συμβεί αν δεχτείς την πρόσκληση που σου κάνω, να με επισκεφτείς στο Παρίσι. Και σταμάτα πια αυτόν τον πληθυντικό, με κάνει να αισθάνομαι πιο αρχαίος απ΄ όσο είμαι στην πραγματικότητα…».

«Συλλογιζόμουν όσα μου αφηγήθηκες χθες, καθώς και τις θέσεις που παίρνεις απέναντι σ΄ εκείνα τα γεγονότα… Διαπιστώνω ότι η αντικειμενική προσέγγιση είναι πολύ δύσκολη…».

Ο Ερμής παρατήρησε ότι η αντικειμενική προσέγγιση δεν είναι απλά δύσκολη, είναι αδύνατη, αφού ο παρατηρητής είναι τμήμα του κόσμου που μελετά.

«Δεν πρέπει να έχουμε τόσο υψηλές προσδοκίες στην ανάλυσή μας. Εμένα μου αρκεί η προσέγγιση να γίνεται χωρίς ιδεολογική ή συναισθηματική φόρτιση, που σημαίνει με ανοιχτό μυαλό, χωρίς παρωπίδες. Αλλά και αυτό προφανώς έχει τα όριά του… Ποια είναι η πρώτη ερώτηση που θα μου κάνεις σήμερα;».

Ρώτησα αν το ΕΑΜ ήταν κυρίως εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση ή ήταν ταυτόχρονα και πολιτικό κίνημα για κοινωνική επανάσταση. Ο Ερμής είχε κατασταλαγμένη άποψη:

«Το ΕΑΜ δεν ήταν απλά και μόνο η οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ήταν ταυτόχρονα ο φορέας της κοινωνικής επανάστασης. Είναι αστείο να το αρνείται κανείς σήμερα. Πάντως τότε, στα 1943 – 44, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι Έλληνες δεν είχαν την παραμικρή αμφιβολία γι αυτό. Η τόσο ξεκάθαρη αντίληψη των τότε δεξιών δυνάμεων δεν είναι δυνατόν να υπήρξε προϊόν μαζικής αυθυποβολής ή προπαγάνδας. Άλλωστε το σύνθημα του ΕΑΜ ‘λαοκρατία’ ήταν αρκετά σαφές από μόνο του. Ωστόσο δε μπορούμε να πούμε ότι το ΕΑΜ είχε έτοιμο κανένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα σοβιετικού ή μαρξιστικού τύπου. Μάλλον εξέφραζε τον αγροτικό χαρακτήρα του αντάρτικου κινήματος, αφού οι αγρότες έτρεφαν πάντοτε μεγάλη αντιπάθεια για το καταπιεστικό και φορομπηχτικό κράτος της Αθήνας. Από την άλλη μεριά, μόνο οι πολιτικά αφελείς δεν έβλεπαν την πλήρη και αναντίρρητη καθοδήγηση του ΕΑΜ από το ΚΚΕ. Και μονάχα οι πολιτικά άσχετοι δεν γνώριζαν την απόλυτη ταύτιση του ΚΚΕ με τα συμφέροντα, την πολιτική και την ιδεολογία της Μόσχας, άρα η κατεύθυνση προς μια πολιτική επιλογή σοβιετικού τύπου ήταν κάτι παραπάνω από προφανής. Θα ήταν ανεξήγητη η μαζική ένταξη της αγροτικής Ελλάδας στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ, εάν αυτές οι οργανώσεις ήταν απλά αντιστασιακές, με στόχο την απελευθέρωση της χώρας από τους κατακτητές. Δε φτάνει, δεν είναι αρκετό. Την αντίσταση την έβλεπαν ως απαραίτητη προϋπόθεση για την επερχόμενη ‘λαοκρατία’ - και πολύ καλά έκαναν. Αυτό που δεν έγινε το 1821 και τα επόμενα 120 χρόνια, άρχισε να φαίνεται πραγματοποιήσιμο, επιτέλους, μέσα στην κατοχή, όταν ο λαός βρέθηκε με τα όπλα στα χέρια. Σου έχω αναφέρει ήδη την Πελοποννησιακή Συνδιάσκεψη του ΕΑΜ, που έγινε τον Ιούνιο του ΄44 στη Στρέζοβα, κοντά στα Καλάβρυτα. Η απόφαση της Συνδιάσκεψης ανέφερε, δεν ξέρω αν αποδίδω επακριβώς τις λέξεις, αλλά είμαι σίγουρος για το νόημα: ‘…στα ερείπια του προδοτικού κράτους του Ράλλη, ξεπηδάνε τα πρώτα έμβρυα του αυριανού Λαοκρατικού Κράτους, με τη μορφή του θεσμού της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης, που αποτελεί το μεγαλύτερο απόχτημα του Ελληνικού Λαού της 120χρονης ζωής του…’. Εδώ είναι το κουμπί!»

«Παρόλο που το ΕΑΜ είχε ξεκάθαρα αντικρατική και αντιβασιλική, αν όχι σοσιαλιστική πολιτική κατεύθυνση, είχε καταφέρει να κατακτήσει τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού…»

«Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια… Ούτε καν την σχετική πλειοψηφία δεν είχε, με εξαίρεση τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία.. Είχε όμως τεράστιες πολιτικές δυνατότητες. Με αυτό που λέω εννοώ πως αν το ΕΑΜ έπαιρνε την εξουσία και στη συνέχεια προκήρυσσε εκλογές, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κυριαρχούσε και εκλογικά, γιατί στην αίγλη της Αντίστασης θα είχε προστεθεί και το ακαταμάχητο δεδομένο της νίκης… Αυτό δεν συνέβη, αλλά όντως το ΕΑΜ είχε πολλά πλεονεκτήματα έναντι του δεξιού μπλοκ. Είχε ήδη διαμορφώσει συμμαχία με κόμματα, κινήσεις και προσωπικότητες, διέθετε χιλιάδες αφοσιωμένα στελέχη, είχε στα χέρια του την τρομερή δύναμη του ΕΛΑΣ. Το μόνο που έλειπε ήταν η ολοκλήρωση της πορείας, δηλαδή η κατάληψη της εξουσίας, αλλά καθώς αυτό δεν έγινε όταν έπρεπε, τα πλεονεκτήματα ακυρώθηκαν ένα προς ένα… Θέλω όμως να καταλάβεις πως τα χιλιάδες μέλη και στελέχη του ΕΑΜ τα συνέδεε με ισχυρότατους δεσμούς ο φόβος και πολλά από αυτά μια ανομολόγητη συνενοχή…».

Ξαφνιάστηκα μ΄ αυτό που άκουσα.

«Δεν το καταλαβαίνω αυτό… Τι θα πει ‘φόβος και συνενοχή’;»

Ο Ερμής προσήλωσε για λίγο το βλέμμα στην κίνηση του λιμανιού και άναψε τσιγάρο.

«Όσα στελέχη που έδρασαν, ας πούμε εξτρεμιστικά, στην Κατοχή, δεν ήταν απλές μονάδες. Ο Οδυσσέας, ο Ζόγκος, ο Στάθης και τόσοι άλλοι ήταν επικεφαλής εκατοντάδων και χιλιάδων αγωνιστών, τους οποίους κατέστησαν συνενόχους στα πολιτικά τους εγκλήματα, γιατί τους χρησιμοποίησαν ως φυσικούς αυτουργούς σε αυτά. Οι αγωνιστές αυτοί έδρασαν με ενθουσιασμό και πολιτική αφέλεια, το αποτέλεσμα όμως ήταν ότι χρεώθηκαν προσωπικά με έναν ή πολλούς φόνους, με συλλήψεις και ξυλοδαρμούς αντιπάλων, πυρπολήσεις σπιτιών, πλιάτσικο… Όσο το ΕΑΜ ήταν δυνατό, ήταν η μοναδική κάλυψη που είχαν από όσους επιζητούσαν εκδίκηση – γιαυτό και ήταν πολύ δύσκολο να το εγκαταλείψουν, ακόμα και αν είχαν διαφωνήσει πολιτικά μαζί του. Με την αλλαγή των συσχετισμών εις βάρος της αριστεράς, όσοι μπορούσαν να λουφάξουν το έκαναν, αλλά πάρα πολλοί δεν είχαν τέτοια δυνατότητα. Ίσως είναι κι αυτή μια εξήγηση γιατί κάθισαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι να τους πιάσουν σαν αρνιά και να τους φυλακίσουν οι δεξιοί, πέρα από τη βασική ευθύνη της κομματικής ηγεσίας και γιαυτή την εξέλιξη, αλλά και γιατί χιλιάδες άλλοι συνέχισαν…»

Ο Ερμής έστρεψε προς το μέρος μου, περιμένοντας να εκφράσω και πάλι κάποια αντίρρηση. Έμεινα σιωπηλός και συνέχισε.

«Είπαμε πως η ανάπτυξη του ΕΑΜ, υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ, υπήρξε καταπληκτική και η δράση του επίσης. Οι δυνάμεις της αστικής τάξης, ας το δεχθούμε σχηματικά, υπέστησαν συγκλονιστική ήττα από το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, δεν μπόρεσαν να στεριώσουν στρατιωτικά και πολιτικά. Στις δυνάμεις αυτές πρέπει να συμπεριλάβουμε ευρύτατες αντικομουνιστικές, φιλοβασιλικές, συντηρητικές λαϊκές μάζες. Ήταν εμφανής, από κάποιο σημείο και μετά, η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, για πολιτικούς λόγους - εφ΄ όσον την εξουσία διεκδίκησαν και κατέκτησαν de facto οι ηγέτες του ΚΚΕ. Η εξουσία αυτή ήταν, όπως ήδη σου ανέφερα, άκρως ανατρεπτική για την λεγόμενη καθεστηκυία τάξη, άρα, μοιραία, αυτή θα αναζητούσε μια απάντηση. Είχαμε δηλαδή, κατά τη διάρκεια της κατοχής, στην κατεχόμενη Ελλάδα, από τη μια το ΕΑΜ, δηλαδή το ΚΚΕ - και από την άλλη…».

Σταμάτησε και με κοίταξε ερωτηματικά.

«Τους Γερμανούς!»

«Ακριβώς, τους Γερμανούς… Οι Γερμανοί προσπάθησαν με κάθε τρόπο να αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ, που τους έκανε τη ζωή δύσκολη στην ύπαιθρο και ο προσφορότερος τρόπος ήταν να δημιουργήσουν ένοπλα αντιεαμικά τμήματα, τα περίφημα Τάγματα Ασφαλείας. Με τον τρόπο αυτόν υποστασιοποιήθηκε ο αντίπαλος πολιτικός και συνάμα στρατιωτικός πόλος και το αποτέλεσμα ήταν ότι η προσχώρηση του πληθυσμού στα Τάγματα υπήρξε μαζική. Στα Τάγματα δεν προσχωρούσαν μονάχα μεμονωμένοι πολίτες, αλλά και ολόκληρα χωριά, ολόκληρες περιοχές».

Δε μπόρεσα παρά να εκφράσω την αγανάκτησή μου:

«Μα είναι δυνατόν, να συνεργάζεσαι με τους κατακτητές;…».

Ο Ερμής δε σχολίασε άμεσα την παρατήρησή μου.

«Αν μελετήσουμε την ιστορία παράλληλα με τη γεωγραφία, θα δούμε ότι τα Τάγματα δημιουργήθηκαν και μαζικοποιήθηκαν ακριβώς εκεί που δρούσε το ΕΑΜ. Η δράση του ΕΑΜ σε μια περιοχή οδηγούσε στην αντίδραση, την μαζική προσχώρηση στα Τάγματα. Παράδειγμα η ΕΚΚΑ, η αντιστασιακή οργάνωση που δημιούργησε το τάγμα 5/42 στη Ρούμελη…»

«Την εξόπλισαν και την έλεγχαν οι Άγγλοι…»

«Φυσικά… Ήταν όμως αγκάθι στο μάτι του ΕΛΑΣ, ο οποίος ήθελε ντε και καλά να τους εντάξει στη δύναμή του ή να τους διαλύσει… Στην ΕΚΚΑ συμμετείχαν δεκάδες αξιωματικοί του στρατού, δεν ήταν αστεία υπόθεση. Λοιπόν, τον Απρίλη του 44 ο ΕΛΑΣ διέλυσε με τα όπλα το 5/42, αιχμαλώτισε τον αρχηγό του αντισυνταγματάρχη Ψαρρό, ο οποίος δολοφονήθηκε λίγο αργότερα καθ’ οδόν, από έναν αξιωματικό του ΕΛΑΣ, στέλεχος του ΚΚΕ. Αυτή ήταν η πρώτη αυτοκτονική ενέργεια του ΕΑΜ, για τη δεύτερη θα μιλήσουμε αργότερα. Με τη δολοφονία του Ψαρού έχασε το ηθικό προβάδισμα – με τη δεύτερη εγκληματική ενέργεια έμεινε πίσω και παρέδωσε οριστικά την ηθική υπεροχή στους δεξιούς αντιπάλους του… Άμεσο αποτέλεσμα της αδικαιολόγητης δολοφονίας του Ψαρρού ήταν ότι έστειλε στα Τάγματα Ασφαλείας δεκάδες αξιωματικούς και άντρες που λογικά δεν είχαν καμιά δουλειά να πάνε σ΄ αυτά. Όσοι από το 5/42 γλίτωσαν, πήραν τα εγγλέζικα όπλα τους και τράβηξαν για την Πάτρα, όπου κατατάχτηκαν στο εκεί Τάγμα Ασφαλείας»

«Δεν το ήξερα αυτό, αλλά…»

«Πριν τους καταδικάσεις σκέψου τις εναλλακτικές λύσεις που είχαν: ένταξη άνευ όρων στον ΕΛΑΣ που μόλις είχε δολοφονήσει εν ψυχρώ τον αρχηγό τους, άμεσος θάνατος ή ένταξη στα Τάγματα… Είναι αφελές να μιλήσει κανείς για μειωμένη εθνική συνείδηση, προδοσία κλπ. Η αλήθεια είναι άλλη: Αν δεν προσχωρούσαν στο ΕΑΜ, πράγμα αδιανόητο γι αυτούς, κινδύνευαν πραγματικά! Το ΚΚΕ που κυριαρχούσε απόλυτα στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να εξοντώσει τους ‘αντιδραστικούς’ - όπως και το έκανε, σε μαζική κλίμακα. Το αδιέξοδο αυτό ξεπεράστηκε με τον μόνο διαθέσιμο τρόπο: αναζήτησαν την σωτηρία, αλλά και την πολιτική επικράτηση εις βάρος του ΕΑΜ, εκεί που υπήρχε η δυνατότητα, στους Ιταλούς και στη συνέχεια στους Γερμανούς, οι οποίοι φυσικά τους υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες. Πρακτικά δεν υπήρχε άλλη λύση για τους εκατοντάδες φιλοβασιλικούς, αντικομουνιστές αξιωματικούς, αλλά και τα στελέχη της χωροφυλακής του Μεταξά, τους τοπικούς πολιτικούς παράγοντες κλπ. Ή με τους Γερμανούς ή με το ‘αυριανό Λαοκρατικό Κράτος’ του ΚΚΕ! Έτσι οι δεξιοί Έλληνες έδωσαν με τραγικό τρόπο λύση στο αδιέξοδό τους. Το ότι η τακτική συνεργασία με τους Γερμανούς είναι αφελές να χαρακτηριστεί ως ‘προδοσία’ γίνεται ξεκάθαρο από τη στάση απέναντί τους εκείνων τους οποίους, υποτίθεται, ζημίωναν: Οι Άγγλοι όχι μόνο συχώρεσαν τα Τάγματα Ασφαλείας, αλλά και τα χρησιμοποίησαν χωρίς κανένα δισταγμό εναντίον του ΕΑΜ. Από την άποψη αυτή, η στάση των ‘δεξιών’ υπήρξε συνεπής: Βρέθηκαν σταθερά απέναντι στο ΚΚΕ. Αντίθετα, η κατάσταση των αριστερών υπήρξε παρανοϊκή: Πολέμησαν με ενθουσιασμό και μεγάλη αποτελεσματικότητα στο πλευρό των Εγγλέζων, ουσιαστικά για λογαριασμό τους, τους Γερμανούς και τους Έλληνες συνεργάτες τους. Όταν αποχώρησαν οι Γερμανοί, οι Άγγλοι στράφηκαν ανοιχτά εναντίον τους, μετατρεπόμενοι από ‘συμμάχους’ σε ‘κατακτητές’. Ενώ το ΕΑΜ είχε τη ρεαλιστική δυνατότητα να πάρει τότε την εξουσία, εξαιτίας της πολιτικής και ιδεολογικής νομιμοφροσύνης του ΚΚΕ στην Σοβιετική Ένωση και των συμφωνιών του Στάλιν με τους Άγγλους όχι μόνο δεν το έκανε, αλλά αφόπλισε μονομερώς τον ΕΛΑΣ και οδήγησε το μεγάλο επαναστατικό κίνημα σε συντριβή. Όσο για τις λαϊκές μάζες που τους πίστεψαν και τους ακολούθησαν, έμειναν απροστάτευτες και μακελεύτηκαν από τη νέα εξουσία…»

Δεν είχα τίποτα να πω και ο Ερμής συνέχισε.

«Με τούτα και με κείνα τα Τάγματα άρχισαν να δυναμώνουν και να γίνονται υπολογίσιμη δύναμη. Άρχισαν να κυριαρχούν σε μεγάλες περιοχές, στη Νότια και κεντρική Ελλάδα. Πόσοι ήταν; Στο τέλος της Κατοχής περίπου 8000 καλά εξοπλισμένοι άντρες και ανάμεσά τους πάρα πολλοί επαγγελματίες αξιωματικοί, χωρίς να υπολογίσουμε τους πολυάριθμους ενόπλους που παρέμειναν εκτός»

«Μα καλά, οι αξιωματικοί δεν ήταν με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και το βασιλιά, άρα με τους Άγγλους;»

«Φυσικά… Στην αρχή οι Άγγλοι αντέδρασαν και έριχναν φυλλάδια εναντίον τους, αλλά η ελληνική κυβέρνηση και το Φόρεϊν Όφις τους έβλεπαν ήδη ως μελλοντικούς πολύτιμους συμμάχους κατά του ΕΛΑΣ. Έτσι, από τον Ιούνιο του 44 και μετά τα αεροπλάνα σταμάτησαν να ρίχνουν φυλλάδια»

«Καλά οι αξιωματικοί, αλλά οι απλοί οπλίτες…»

«Πολλούς τους έσπρωξε η απελπισία της φτώχειας και της πείνας να πάνε στα Τάγματα. Οι περισσότεροι όμως πήγαν από αντίδραση στο ΕΑΜ. Στη Θεσσαλία για παράδειγμα, κατατάχτηκαν εκατοντάδες νεαροί αγρότες στα Τάγματα, για προσωπικούς λόγους: Είχε προηγηθεί η δράση του ΕΑΜ και οι καταστροφικές πολιτικές κατά των ‘αντιδραστικών’, των ‘αγγλόφιλων’ κλπ. Θυμήσου να μιλήσουμε κάποια στιγμή ειδικότερα για τη Βόρειο Ελλάδα. Τώρα όμως θα σου θέσω εγώ ένα ερώτημα: Το ΚΚΕ ήθελε την εξουσία;».

Τινάχτηκα από τη θέση μου.

«Ορίστε; Δεν κατάλαβα…»

Ο Ερμής επανέλαβε την ερώτηση:

«Ήθελε το ΚΚΕ να κατακτήσει την εξουσία στην Ελλάδα, όχι μόνο ως προοπτική, μέσα στην κατοχή, αλλά και μετά την απελευθέρωση, ως τη Βάρκιζα; Γιατί μετά τη Βάρκιζα το ερώτημα είχε μόνο φιλολογική σημασία…»

Τον κοιτούσα απορημένος.

«Σ΄ αυτό το συμπέρασμα έχω καταλήξει. Εννοείται ότι αυτό δεν το είχε πάρει κανείς είδηση τότε, πέρα από τη στενή ηγετική ομάδα… Εμείς σκοτωνόμαστε και σκοτώναμε για τη λαϊκή εξουσία, δηλαδή την εξουσία του ΚΚΕ, και η ηγεσία του δεν την ήθελε αυτήν την εξουσία…».

Εκείνη την ώρα αυτό ξεπερνούσε τις αντιληπτικές μου δυνατότητες.

«Μα πως μπορεί να γινόταν κάτι τέτοιο; Γιατί να μη θέλουν την εξουσία;»

«Είναι η μόνη λογική συνεπαγωγή… Αλλιώς δεν εξηγούνται απανωτές ανεξήγητες ενέργειες της ηγεσίας, επί σειρά ετών. Αν δεν το δεχτούμε αυτό, ότι στην πραγματικότητα δεν ήθελαν την εξουσία, τότε απομένουν οι εξής δύο εκδοχές: Είτε ήταν τρελοί, είτε ήταν πράκτορες των Άγγλων. Αλλά και οι δυο αυτές εκδοχές δεν μπορούν να σταθούν».

Για λίγη ώρα επικράτησε σιωπή.

«Αν ισχύει αυτό που λες, τότε το ερώτημα είναι γιατί…»

Ο Ερμής σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε ίσια στα μάτια. Στο μέτωπό του σχηματίστηκαν ρυτίδες, αλλά το βλέμμα του παρέμενε ήρεμο και σταθερό.

«Αυτό το ‘γιατί’ με κυνηγούσε χρόνια ολόκληρα… Τώρα νομίζω ότι μπορώ να δώσω την απάντηση και ζητώ προκαταβολικά συγνώμη αν θεωρητικολογήσω λιγάκι… Λοιπόν, υπήρχε μια χρόνια υστέρηση, λόγω της δικτατορίας του Μεταξά στις λαϊκές διεκδικήσεις. Ήρθε ο πόλεμος και η Κατοχή, ήρθε η μαύρη πείνα το χειμώνα του 41, μεγάλες μάζες ήρθαν σε απόγνωση και ριζοσπαστικοποιήθηκαν, έφτασαν στο σημείο να ακούνε ακόμα και για κομμουνισμό χωρίς να τινάζονται… Οι μάζες αυτές ήταν η άφθονη πρώτη ύλη για την πολιτική του ΕΑΜ, τους νέους θεσμούς και την μελλοντική ‘λαοκρατία’. Τα στελέχη του ΚΚΕ ξαφνικά βρέθηκαν επικεφαλής ενός τεράστιου λαϊκού ρεύματος, το οποίο όμως δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να κυριαρχείται από καθαρόαιμες κομμουνιστικές αντιλήψεις. Η ηγεσία του Κόμματος ήταν για τα μπάζα, ανίκανη να χαράξει καθαρή γραμμή πάνω σ΄ αυτό το καίριο ζήτημα της προοπτικής. Αναπόφευκτα λοιπόν οι κομμουνιστές που δρούσαν στο ΕΑΜ χωρίστηκαν σε επαναστάτες που ήθελαν την εξουσία για το ΕΑΜ και το Κόμμα, όταν θα έφευγαν οι Γερμανοί και σε μετριοπαθείς, ας πούμε, που προτιμούσαν τη συνεργασία με τα άλλα κόμματα του ΕΑΜ και τους Βρετανούς. Οι δυο γραμμές, εντελώς αντιδιαμετρικές και αλληλοαποκλειόμενες, είναι ξεκάθαρες σήμερα, δεν ήταν όμως καθόλου ευδιάκριτες σε μας, τότε. Το δράμα συντελέστηκε εξαιτίας του ότι εφαρμοζόντουσαν ταυτόχρονα και οι δύο. Στην πρώτη κατηγορία αναμφίβολα κορυφαίος είναι ο Άρης Βελουχιώτης, στη δεύτερη η ηγετική ομάδα –ειδικά το μοιραίο δίδυμο Ιωαννίδη και Σιάντου… Δυστυχώς όμως η επιλογή τους δεν ήταν ξεκάθαρη, ταλαντευόντουσαν ανάμεσα στην πίεση της λαϊκής βάσης και στις συμφωνίες που είχαν κάνει με τους Άγγλους. Αν είχαν επιλέξει μια ξεκάθαρη πολιτική στάση, όποια από τις δύο δυνατές, οι εξελίξεις θα ήταν εντελώς διαφορετικές και το λαϊκό κίνημα θα παρέμενε παντοδύναμο μετά την απελευθέρωση. Καίριο σημείο μιας συνεπούς πολιτικής θα ήταν η αποδοχή της δυνατότητας των μη Εαμικών οργανώσεων να σχηματίζουν ένοπλα σώματα και να δρουν στην ύπαιθρο. Αν υπήρχε η βούληση, τα τεχνικά ζητήματα της συνύπαρξης και της συνεργασίας με τον ΕΛΑΣ θα ήταν εύκολο να αντιμετωπισθούν – και φυσικά οι σχέσεις του ΕΑΜ με τους Άγγλους θα έμπαιναν σε εντελώς διαφορετική βάση…»

«Αυτό θα σήμαινε ιδεολογική και πολιτική υποχώρηση απέναντι στις παλιές, χρεοκοπημένες πολιτικές δυνάμεις και στο βασιλιά…»

«Από μια άποψη, ναι… Υπήρχε όμως και η άλλη, η επαναστατική επιλογή – αλλά βλέπεις αυτή ήταν σε αντίθεση με την πολιτική της Μόσχας, άρα δεν μπορούσε να εφαρμοστεί με συνέπεια, ως το τέλος»

«Καλά η υψηλή πολιτική… Η ηγεσία του ΚΚΕ είχε άμεσο έλεγχο των πραγμάτων σε τοπικό επίπεδο;»

«Καλή ερώτηση… Συζητώντας το θέμα με κάποιους παλιούς συντρόφους, υποστήριζαν ότι η Αντίσταση εξαρχής χαρακτηριζόταν από έλλειψη συγκεντρωτισμού και πολύ μεγάλη τοπική πρωτοβουλία, συνεπώς ήταν αδύνατον να οργανωθεί και να καθοδηγηθεί αποτελεσματικά από το ΚΚΕ. Προσωπικά δε συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη… Η ηγεσία του Κόμματος είχε σε όλες τις περιόδους και για όλες τις περιοχές εξουσία δεσμείν και λύειν – και την εξασκούσε. Παρενέβαινε διορθωτικά μονάχα όταν η κατάσταση εκτραχυνόταν υπέρ το δέον, όπως στον Έβρο, ή όταν κάποιος ισχυρός παράγοντας σαν τον Άρη τα έβαζε με κάποιο τοπικό κομματικό στέλεχος που το παράκανε, εξασκώντας τρομοκρατική πολιτική με τα όπλα του ΕΛΑΣ…»

Ο Ερμής αναστέναξε και συνέχισε.

«Το ΚΚΕ βρέθηκε ξαφνικά με τεράστια δύναμη, μέσω του ΕΑΜ. Τι να την κάνει αυτή τη δύναμη; Δεν ήξερε. Δεν υπήρχε πια και η άμεση καθοδήγηση από τη Μόσχα, η Κομιντέρν είχε διαλυθεί και σα να μην έφτανε αυτό κατέφθασε στο βουνό μια στρατιωτική αποστολή από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία ευθέως ή πλαγίως δε γνωρίζω, υποδείκνυε στους δυστυχείς παντοδύναμους ηγέτες του ΚΚΕ πως η Ελλάδα ανήκε στη Βρετανική σφαίρα επιρροής, άρα θα έπρεπε να μην τα σπάσουν με τους Άγγλους… Ως τότε η πολιτική του ΕΑΜ έδειχνε προς τα έξω αντιφατική. Εξόντωνε με σύστημα τις λοιπές αντιστασιακές δυνάμεις, εντασσόταν όμως στο συμμαχικό δυναμικό υπό την καθοδήγηση των Άγγλων. Δεν διακήρυττε πως ήθελε την εξουσία με τη βία, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, αμφισβητούσε όμως συνεχώς στους δρόμους την εξουσία της νόμιμης κυβέρνησης, στην οποία συμμετείχε…»

«Προφανώς εξαιτίας της σύγχυσης των δύο γραμμών…»

«Ναι. Ήταν η έκφραση στην πολιτική πράξη της εσωτερικής πραγματικότητας των δύο γραμμών. Προφανώς η γραμμή του Άρη είχε την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας των λαϊκών αγωνιστών και η ηγεσία του ΚΚΕ ήταν υποχρεωμένη από τα πράγματα να πατάει σε δυο βάρκες, μέχρι που ξεσκίστηκε – μαζί της και η αριστερά στο σύνολό της. Η ερμηνεία που δίνω εγώ είναι πως αυτή ήταν η πολιτική της ηγεσίας επειδή ήταν καλοί κομμουνιστές, πράκτορες ουσιαστικά των συμφερόντων της μητέρας – πατρίδας, της Σοβιετικής Ένωσης. Η Σοβιετική Ένωση ήθελε μεν να έχει μέσω του ΚΚΕ επιρροή και παρέμβαση στην Ελλάδα, σεβόταν ωστόσο μέχρις κεραίας τις διεθνείς της δεσμεύσεις, η Ελλάδα ήταν και θα παρέμενε στη Βρετανική σφαίρα επιρροής. Η συμφωνία της Γιάλτας απλώς επισημοποίησε αυτό το αυτονόητο».

«Είσαι σίγουρος πως στην πραγματικότητα το ΕΑΜ, καλύτερα το ΚΚΕ, είχε τη δυνατότητα να κατακτήσει την εξουσία;»

«Φυσικά την είχε, με ευνοϊκότερη στιγμή το δίμηνο από την αποχώρηση των γερμανών, τον Οκτώβριο του ΄44, μέχρι τον Δεκέμβρη».

«Τον Δεκέμβρη όμως όλα είχαν τελειώσει…»

«Καθόλου. Ακόμα υπήρχαν σοβαρότατες δυνατότητες. Ο ΕΛΑΣ εξακολουθούσε να ελέγχει όλη την ύπαιθρο, συμπεριλαμβανομένης της Θεσσαλονίκης. Η ηγεσία του ΚΚΕ αναίρεσε όλες τις δυνατότητες του κινήματος με τη συμφωνία της Βάρκιζας και τα παρεπόμενά της, το όργιο της τρομοκρατίας που ακολούθησε. Τότε, πράγματι, τελείωσαν όλα. Όχι όμως επειδή η άλλη πλευρά ήταν ισχυρότερη, αλλά γιατί η ηγεσία του ΚΚΕ έμεινε πιστή στην πολιτική της, να μην θέλει να διεκδικήσει την εξουσία, αλλά να έχει απλώς συμμετοχή και ισχυρή παρουσία στην πολιτική ζωή της χώρας, επειδή με άλλα λόγια έμεινε πιστή και υπάκουη στην πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης. Μετά τη Βάρκιζα το μόνο πραγματικό ερώτημα που ετίθετο ήταν με ποιόν τρόπο οι δεξιοί θα μας συντρίψουν – όχι μόνο πολιτικά, εννοώ τη φυσική εξόντωση των αγωνιστών του ΕΛΑΣ ή σωστότερα του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ δεν είχε πια τη δυνατότητα να πάρει οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την αποτροπή του εμφυλίου, εξωθήθηκε στον εμφύλιο, οι Άγγλοι το είχαν αποφασίσει και οι Έλληνες σύμμαχοί τους το αποδέχτηκαν πλήρως: Καμιά συνδιαλλαγή, κανένας συμβιβασμός, ολοκληρωτική εξάλειψη του κομμουνιστικού κινδύνου… Η μόνη ρεαλιστική λύση που είχε πλέον το ΚΚΕ ήταν να παραδοθεί στα χέρια τους άνευ όρων, πράγμα που έγινε εν μέρει στην πράξη, αλλά που δεν μπορούσε φυσικά να γίνει καθ΄ ολοκληρίαν, ήταν αδιανόητο. Προσπαθούσε λοιπόν, από τη Βάρκιζα και μετά, να αποτρέψει τον εμφύλιο χωρίς να εξοντωθεί από φυσική άποψη, θέμα που ήταν ήδη λυμένο από τους Άγγλους, τους Αμερικανούς και την ελληνική αντικομμουνιστική παράταξη. Άρχισε πια η εξόφληση των πολιτικών λαθών και εγκλημάτων που διεπράχθησαν ως τη Βάρκιζα, εξόφληση που συνεχίζεται ως τις μέρες μας…»

Όλα αυτά ήταν πολλά για να μην έχω αντιρρήσεις.

«Δεν είναι εύκολο να το δεχτώ αυτό, ότι μέσα σε τέτοιες κοσμογονικές καταστάσεις η ηγεσία του ΚΚΕ ήταν απλώς ιμάντας μεταβίβασης της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα…»

«Είναι φυσικό να μην μπορείς να το πιστέψεις, γιατί δεν έχεις ξεκάθαρες τις συνθήκες εκείνης της εποχής. Τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν τότε οργανώσεις σχεδόν στρατιωτικού τύπου, με ατσαλένια πειθαρχία και ακλόνητη πίστη στο αλάθητο της ηγεσίας, τελικά με ακλόνητη πίστη στο Στάλιν. Θεωρώ ότι ακόμα και την ώρα που διέπρατταν τα ολέθρια λάθη που οδήγησαν το κίνημα του ΕΑΜ στην καταστροφή, οι ηγέτες πίστευαν ότι έπρατταν το σωστό. Με μυστικιστικό τρόπο θεωρούσαν σωστό αποκλειστικά ό,τι νόμιζαν πως εξυπηρετούσε την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης… Φυσικά αυτό δεν τόλμησαν να το παραδεχθούν ποτέ ανοιχτά, με πρόσθετο δεδομένο ότι βρέθηκαν όλοι, μετά την ήττα, πρόσφυγες στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού….».

Καθόμουν και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω όσα μου έλεγε.

«Αυτό είναι χειρότερο από το να ήταν τρελοί…»

«Ασυγκρίτως χειρότερο! Ακόμα κι ένας βλάκας θα μπορούσε να καταλάβει τις καταστροφικές συνέπειες της επαμφοτερίζουσας πολιτικής τους, επαναλαμβάνω - επί σειρά ετών…».

Άθελά μου σηκώθηκα, έκανα μερικά βήματα προς την προβλήτα και επέστρεψα.

«Υπήρχαν αντιρρήσεις; Υπήρχε αντίδραση από τον κόσμο του ΕΑΜ;»

«Ο λαός που ακολουθούσε το ΕΑΜ μόλις κατάλαβε ότι δε γίνεται τίποτα, δηλαδή μετά τη Βάρκιζα, χώθηκε στο καβούκι του και προσπάθησε να επιβιώσει όπως μπορούσε, στις συνθήκες της παρακρατικής και της κρατικής τρομοκρατίας που ακολούθησαν τον αφοπλισμό. Τα κομματικά στελέχη όμως, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, υπάκουσαν ασυζητητί στις επιλογές της ηγεσίας. Εξάλλου η ατσάλινη πειθαρχία και η ακλόνητη πίστη στο αλάθητο του Κόμματος ήταν οι δυο ακρογωνιαίοι λίθοι στην διαπαιδαγώγηση των κομμουνιστών εκείνης της εποχής. Μονάχα μια εξαίρεση υπήρξε…»

Είχα ήδη ακούσει το όνομα από τα χείλη του Ερμή.

«Ο Άρης Βελουχιώτης… Ήταν ο άνθρωπος που δημιούργησε τον ΕΛΑΣ, ο φυσικός του ηγέτης, θρύλος για τους Εαμίτες, δαίμονας για την άλλη πλευρά… Ο Άρης είχε σαφή, ξεκάθαρη άποψη περί του πρακτέου και πριν και μετά τη Βάρκιζα, την οποία θεώρησε πολιτική αυτοκτονία – και έβλεπε βέβαιη την επερχόμενη φυσική εξόντωση των αγωνιστών του ΕΛΑΣ, όπως κι έγινε. Τα είπε όλα αυτά ξεκάθαρα στις 17 Νοεμβρίου του 44, στην πρώτη και τελευταία συνάντηση των κορυφαίων καπετάνιων του ΕΛΑΣ, στη Λαμία, αλλά δεν μπόρεσε να υπερνικήσει την κομματική νομιμοφροσύνη των υπολοίπων και το δέος που τους προκαλούσε η ηγεσία… Ήταν ο μόνος που αντέδρασε και η ηγεσία του ΚΚΕ φρόντισε να τον εξοντώσει, βασιζόμενη ακριβώς στην πειθαρχία και την πίστη των υπολοίπων στελεχών στο αλάθητο της ηγεσίας – και δεν ήταν δύσκολο να τα καταφέρει…»

«Τον είχες συναντήσει;».

Ο Ερμής έγνεψε καταφατικά.

«Όσο ήταν στην Πελοπόννησο, από τον Απρίλη του ΄44 μέχρι το φθινόπωρο είμαστε σε στενή επαφή… τον είδα και μιλήσαμε πολλές φορές…»

«Τι εντύπωση σου έκανε;»

Μια γκριμάτσα αμφιβολίας σχηματίστηκε στο πρόσωπο του Ερμή.

«Χμ, ανάμικτη… Μην ξεχνάς ότι ήμουν υψηλόβαθμο στέλεχος του Κόμματος, όσα σου ανέφερα πριν για τους άλλους, ίσχυαν και για μένα… Από τη μια ένοιωθα δέος για τον Άρη, το ζωντανό θρύλο, από την άλλη με έκανε δύσπιστο απέναντί του η κομματική νομιμοφροσύνη που με χαρακτήριζε… Όσο είμαστε μαζί στο Μωριά κυριαρχούσε ο θαυμασμός για αυτόν, λίγους μήνες αργότερα καταδίκαζα συνειδητά και δημόσια την ανεύθυνη και τυχοδιωκτική, αντικομματική του στάση…».

«Και τώρα;»

Ο Ερμής απάντησε ήρεμα:

«Τώρα είμαι πολύ μακριά… Φυσικά, από την άποψη του νικηφόρου κινήματος, ο Άρης είχε απόλυτο δίκιο, ήταν συνεπής στη γραμμή που ακολουθούσε και αν κατάφερνε να εισακουστεί οι εξελίξεις θα ήταν διαφορετικές… Σου έχω πει όμως πως θεωρώ τον μαρξιστικό σοσιαλισμό παραλλαγή του δυτικού παραδείγματος, άρα δεν θα έκανα ποτέ ξανά εμφύλιο πόλεμο για να τον επιβάλλω… και για να είμαι απολύτως σαφής, δεν θα έκανα ποτέ ξανά εμφύλιο πόλεμο για κανέναν – για κανέναν απολύτως! – λόγο…».

Ο Ερμής σηκώθηκε από την καρέκλα του.

«Πάω στα ενδότερα να τηλεφωνήσω στη Σιμόν»

Όταν επέστρεψε, τον πήγα μέχρι το ξενοδοχείο του και γύρισα στο σπίτι μου, όπου αντιμετώπισα την κατσάδα της Καλυψώς, όταν της ανέφερα τα θέματα που είχαμε συζητήσει.

«Μα είσαι με τα καλά σου; Έχεις την τύχη να μιλάς με τον σημαντικότερο Έλληνα εικαστικό και αντί να τον βάλλεις να σου μιλάει για το έργο του και τόσα άλλα ενδιαφέροντα πράγματα που συμβαίνουν σήμερα, κάθεσαι και ασχολείσαι με ιστορίες σαράντα ετών;».

Την κοίταζα με το πιο άνετο ύφος που μπορούσα να έχω.

«Κάθε πράγμα στον καιρό του! Θα μιλήσουμε για ζωγραφική σε λίγο καιρό, όταν θα τον επισκεφθούμε στο Παρίσι…».

Είχε ήδη ανοίξει το στόμα να συνεχίσει τις επικρίσεις, αλλά δεν πρόλαβε, έμεινε άγαλμα για λίγα δευτερόλεπτα και στη συνέχεια εκδήλωσε τον ενθουσιασμό της.

«Προς το παρόν πρέπει να κάνεις υπομονή, η ιστορία που συζητάμε με τον Ερμή δεν έχει τελειώσει ακόμα».

Αυτό δεν της άρεσε, αλλά η προοπτική του ταξιδιού δεν της επέτρεψε να πει τίποτα περισσότερο.