Πέμπτη, Νοεμβρίου 10, 2005

Ερμιόνη

(Ιούνιος 1983)


Το πρόβλημα του νερού παραμένει ανοιχτό

Τίτος Πατρίκιος


Καθόμαστε κι αγναντεύαμε. Ο Διομήδης είχε προτείνει ν’ ανεβούμε ως εδώ, τώρα έπαιρνε μικρές πέτρες από κάτω και τις εκσφενδόνιζε μακριά, λες και ήθελε να βομβαρδίσει τη Θεσσαλονίκη από την κορυφή του Χορτιάτη. Όταν κουράστηκε να πετροβολάει στάθηκε για λίγο αγναντεύοντας το δειλινό.

«Αισθάνομαι ηλίθιος» είπε κοιτάζοντας προς τα κάτω. «Ένας μαλάκας και μισός…»

Δε χρειαζόταν να εξηγήσει γιατί, το ήξερα: περνούσε τις πρώτες του μέρες ως τέως, δηλαδή τέως μέλος του Κόμματος και βρισκόταν ακόμα σε πλήρη πολιτική και διανοητική σύγχυση. Εκτός αυτού, σε μια χαρακτηριστική εκδήλωση σωματοτροπίας, από το άγχος είχε βγάλει ένα ψωριασικό έκζεμα σε ολόκληρο το κορμί του – και ξυνόταν όλη την ώρα.

«Τίποτα απ’ όσα πίστευα δεν ισχύει… Δεν ξέρω τι στην οργή να κάνω» είπε. Γύρισε προς τα μένα: «Είσαι φίλος και αδερφός… Τι λες κι εσύ;».

«Κάθε τέλος είναι μια καινούρια αρχή, ιδίως όταν δεν έχεις κλείσει ακόμα τα είκοσι τρία… Θα ξεκινήσεις λοιπόν από την αρχή, θα στοχαστείς, θα διαβάσεις, θα ζυγίσεις τα πράγματα…».

Τον έβλεπα που αδημονούσε.

«Αυτή είναι η διαφορά μας! Εσύ όλα τα αντιμετωπίζεις εγκεφαλικά, με το μυαλό, εγώ δες πως έγινα από τη στεναχώρια μου…, εγώ τα περνάω όλα από την καρδιά! Πονάω, ρε συ, το καταλαβαίνεις;».

Έβλεπα το έργο για δεύτερη φορά, η πρώτη ήταν μετά το χωρισμό του από την Ισμήνη.

«Καταλαβαίνω πως νοιώθεις, αλλά προσπάθησε να μην συμπεριφέρεσαι σα μωρό…».

Με κοίταξε ερωτηματικά, αναρωτιόταν που το πήγαινα.

«Εσύ ήσουν που έσπασες τους δεσμούς με το Κόμμα, με δική σου πρωτοβουλία - ωραία, πολύ καλά έκανες. Είχες επενδύσει, ο σοσιαλισμός και η Σοβιετική Ένωση ήταν οι αναφορές σου, εντάξει, αλλά σκέψου άλλους, σε παλαιότερες εποχές, που μετά από μια ζωή αφιερωμένη και αφοσιωμένη βρέθηκαν ξαφνικά στον τοίχο και δολοφονήθηκαν από τους ίδιους τους συντρόφους τους… Άλλοι που φυλακίστηκαν ή βασανίστηκαν από ανθρώπους που μέχρι εκείνη την ώρα ήταν εξίσου καλοί κομμουνιστές και επαναστάτες… Σκέψου και τον Πλουμπίδη, ενώ τον εκτελούσαν οι δεξιοί φώναζε ‘ζήτω το ΚΚΕ’ – και το ΚΚΕ τον κατήγγελλε ως χαφιέ… Εσένα δε σε βλέπω να κινδυνεύεις, δε σε καταδιώκει κανείς… Θέλω να πω, πρέπει να έχεις κάποιο μέτρο στις αντιδράσεις σου, κάποια στοιχειώδη κλίμακα…».

Κατάλαβε τι ήθελα να πω - και το δέχτηκε.

«Εντάξει, ας το αποδραματοποιήσουμε όσο γίνεται… Το πολιτικό ερώτημα παραμένει: γιατί ο σοσιαλισμός τα έκανε μπάχαλο;».

Πρόσφερα τσιγάρο, το οποίο, όπως πάντα, αρνήθηκε.

«Όλα τα κινήματα υπέρβασης του καπιταλισμού έχουν αποτύχει οριστικά -και ο μαρξιστικός σοσιαλισμός και ο αναρχισμός και ο ουτοπικός σοσιαλισμός και οι ποικίλες αριστερές εναλλακτικές εκδοχές, ο καπιταλισμός παραμένει ντούρος και ισχυρός…».

Ο Διομήδης τίναξε άλλη μια πέτρα προς τα κάτω.

«Ναι, έτσι είναι, αλλά γιατί; Τα καλύτερα μυαλά, γιγαντιαίες κινητοποιήσεις των μαζών, απίστευτες θυσίες, μια πλήρης, επεξεργασμένη επιστημονική θεωρία, το ένα τέταρτο του πλανήτη ήδη σοσιαλιστικό, κι όμως… Μπορείς εσύ, σοφέ μου αναλυτή, να μου το εξηγήσεις;».

«Φίλε, δεν είμαι ο πλέον αρμόδιος, αλλά σου το έλεγα χρόνια τώρα πως αυτό το πράγμα δεν είναι σοσιαλισμός, του λείπει αφόρητα η ελευθερία, η δημοκρατία, γι’ αυτό και απέτυχε παταγωδώς… Αλλά όταν το είπα αυτό στον Ερμή, όσα μου απάντησε με έστειλαν αδιάβαστο…».

Ο Διομήδης ξαφνιάστηκε και περίμενε με ενδιαφέρον να ακούσει.

«Σύμφωνα με τον καπετάν – Ερμή, η αποτυχία αυτή δεν είναι ιστορικό ατύχημα ή σφάλμα. Είναι το αποτέλεσμα μιας πρωταρχικής αστοχίας. Ποια είναι αυτή; Το λάθος στο οντολογικό πρόβλημα! Μη γελάς ρε, μιλάμε σοβαρά… Ο Ερμής ισχυρίζεται πως η οντολογική βάση του σύγχρονου καπιταλισμού είναι ο ιστορικιστικός μηδενισμός και η συνεπέστερη έκφραση αυτού του μηδενισμού είναι ο μαρξιστικός σοσιαλισμός… Συνεπώς, πως είναι δυνατόν να γίνει υπέρβαση ενός μοντέλου όταν το κίνημα της υπέρβασης βασίζεται στις οντολογικές αφετηρίες αυτού που θέλει να ανατρέψει;».

Ο Διομήδης ξέσπασε σε δυνατά γέλια.

«Αυτό είναι ανήκουστο! Ακούς εκεί, ο σοσιαλισμός έχει την ίδια οντολογική αφετηρία με τον καπιταλισμό… Μα ο ένας βασίζεται στην εκμετάλλευση του ανθρώπου και ο άλλος στο σάλπισμα της ελευθερίας του! Εσύ, τα πιστεύεις αυτά;».

«Θα σου πω… μετά. Προς το παρόν άκουσε πως ολοκληρώνει ο Ερμής το συλλογισμό του: Η πηγή της λογικής του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού είναι κοινή, είναι η ιουδαίο – χριστιανική εσχατολογία, ακριβέστερα ο τρόπος με τον οποίον την προσέλαβε η Δύση. Το κρίσιμο σημείο το συναντάμε όταν ο Διαφωτισμός άλλαξε τον θεοκεντρικό προσανατολισμό με τον ανθρωποκεντρικό, χωρίς ωστόσο να διαφοροποιήσει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της εσχατολογίας: παράδεισος, τέλος της ιστορίας, Μεσσίας κλπ. Ο μαρξιστικός σοσιαλισμός ήρθε και έβαλε στη θέση αυτών των προτύπων τα δικά του, κομμουνισμός, αταξική κοινωνία, Κόμμα, χωρίς να ξεφύγει ούτε εκατοστό από τα βασικά χαρακτηριστικά του μηδενισμού. Άρα οδηγήθηκε με μαθηματική ακρίβεια στην αποτυχία…».

Ο Διομήδης με κοίταζε δύσπιστα.

«Μη νομίζεις, κι εμένα δε μου κάθεται καλά αυτή η ερμηνεία. Αν ο σοσιαλισμός είναι η καθαρότερη εκδοχή της καπιταλιστικής σκέψης δεν είχε κανένα λόγο να αποτύχει, ίσα ίσα θα τα πήγαινε μια χαρά και προοδευτικά θα αντικαθιστούσε πλήρως τον ιστορικό του γεννήτορα. Η αδυναμία της ερμηνείας του Ερμή είναι ότι αντιμετωπίζει τα ιστορικά και πολιτικά φαινόμενα ως θεολογικά προβλήματα… Τα τελευταία χρόνια, όπως μου είπε ο ίδιος, προσεγγίζει την Ορθοδοξία, θα έχεις ακούσει για το ρεύμα των νέο – ορθοδόξων, βλέπει τα πράγματα μέσα από συγκεκριμένο πρίσμα, γεγονός που τον οδηγεί σε υποκατάσταση του ορθού λόγου από τον αποκαλυπτικό λόγο…».

Ο Διομήδης παρακολουθούσε τη μακρηγορία μου με ειλικρινές ενδιαφέρον.

«Μη χαίρεσαι… προς το παρόν δεν έχω διαμορφώσει δική μου άποψη… Ακούω τα πάντα, στοχάζομαι και …περιμένω. Βρίσκομαι ακόμα στο στάδιο της κριτικής αποδόμησης…».

Τον είδα να απογοητεύεται, ήθελε να έχει εδώ και τώρα μια πειστική απάντηση στα ερωτήματά του.

«Έχεις τακτική επαφή με τον Ερμή;»

«Τακτική όχι, αλλά κάθε φορά που γίνεται για μένα είναι σταθμός… Μου λύνει ένα πρόβλημα και μου δημιουργεί ένα καινούριο».

Ο Διομήδης αναρωτήθηκε γιατί δεν τα γράφει όλα αυτά που λέει προφορικά.

«Τον ρώτησα κι εγώ όταν τον είχα επισκεφτεί στο εργαστήρι του. Μου έδειξε με μια χειρονομία τα δεκάδες έργα γύρω και είπε πως αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος που έχει για να μιλάει. Υπάρχουν άλλοι, είπε, και θα υπάρξουν περισσότεροι στο μέλλον, που θα τα γράψουν αυτά πολύ καλύτερα απ’ ό,τι μπορεί να το κάνει αυτός. Αυτός δεν έχει πλέον πολύ χρόνο, όσος χρόνος του μένει είναι αφιερωμένος στη ζωγραφική…».

Ο ήλιος είχε πια βασιλέψει, τα φώτα της πόλης έκαναν την εμφάνισή τους μπροστά στο γαλάζιο του Θερμαϊκού.

«Κρατάω σημειώσεις σε κάθε συζήτηση που κάνουμε. Με συναρπάζει με τα λεγόμενά του, αλλά… είμαι κουμπωμένος. Έχω πρόβλημα, σύντροφε Διομήδη, με τους πιστούς, είτε είναι πιστοί του μαρξιστικού μεσσιανισμού, είτε της Ορθοδοξίας… Κάτι δε μου κάθεται καλά με δαύτους! Αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι η θέση του Ερμή για την ανάπτυξη είναι πολιτικά και ιδεολογικά ενδιαφέρουσα…».

Ο Διομήδης έγνεψε να του εξηγήσω τι εννοούσα.

«Ο Ερμής ισχυρίζεται ότι σήμερα κυριαρχεί στον πλανήτη μια λογική συλλογικού παρεμβατισμού. Στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη επιλέγουν τον κεϋνσιανισμό ως μέθοδο για την έξοδο από την κρίση, στη Μόσχα και το Πεκίνο, φυσικά, τον μαρξισμό. Πουθενά, λέει ο Ερμής, δεν κυριαρχεί κοινωνικά και πολιτικά κάποια οραματική διέξοδος από την κρίση και αυτό, λέει, είναι η βαθύτερη δυνατή κρίση».

Ο Διομήδης με διέκοψε για να παρατηρήσει πως σ’ αυτό το σημείο ο Ερμής έχει απόλυτο δίκιο. Διαφώνησα ριζικά: Όσοι έχουν οράματα πρέπει να τους δει γιατρός, δεν κάνουν για την πολιτική! Αν θέλουν, ας κλειστούν σε μοναστήρια με τους ομοίους τους, αλλά τα οράματα θεολογικού τύπου μακριά από την πολιτική!

«Το είπες αυτό στον Ερμή;» ρώτησε ο Διομήδης.

«Όχι, ομολογώ ότι μόλις τώρα το σκέφτηκα, ίσως γιατί βλέποντάς σε συνειδητοποίησα τι παγίδα είναι το όραμα και πόσο επικίνδυνο για τους ανθρώπους όταν αποκτήσει πολιτική υπόσταση και πολιτική δύναμη…».

«Χμ, καλά… Έλεγες όμως για τη θέση του Ερμή ως προς την ανάπτυξη…».

Περπατούσαμε στο μισοσκόταδο αγναντεύοντας το μαγευτικό παιγνίδι που έπαιζαν το τελευταίο φως, το πρώτο σκοτάδι και τα φώτα της πόλης.

«Ο Ερμής ισχυρίζεται πως μονάχα αφελείς, καληώρα, μπορούν να πιστεύουν ότι η καπιταλιστική ή η σοσιαλιστική ανάπτυξη μπορούν να λύσουν τα προβλήματα του ανθρώπου, μάλλον της ανθρωπότητας. Και όχι μόνο αυτές οι μορφές ανάπτυξης, κάθε είδους ανάπτυξη είναι ασύμβατη με τη λύση των καίριων προβλημάτων της εποχής μας…».

Ο Διομήδης σήκωσε τα χέρια ψηλά.

«Με όλο τον σεβασμό προς τον θρυλικό Ερμή, δεν καταλαβαίνω τις απόψεις του. Τι θα πει δεν υπάρχει αποδεκτή ανάπτυξη; Προτείνει μήπως να ξαναφορέσουμε προβιές και να τρώμε πάνω σε μια γυαλισμένη πέτρα, χωρίς μαχαιροπίρουνα;».

Γελάσαμε δυνατά και ο Διομήδης συνέχισε:

«Εντάξει, προφανώς απλοποιώ και εκχυδαΐζω τις απόψεις του, αλλά σε αυτόν τον πλανήτη υπάρχουν μερικά δισεκατομμύρια άνθρωποι που πρέπει να τραφούν, να μορφωθούν, να ανακατανείμουν ορθολογικότερα τα οφέλη από τη εκμετάλλευση της φύσης και την τεχνολογία… Βλέπεις, συγκρατιέμαι, δεν μίλησα καθόλου για επανάσταση… Πως θα τα κάνουν όλα αυτά αν θεωρήσουμε την έννοια της ανάπτυξης επιζήμια και βλαβερή;».

Δεν είχα να δώσω απαντήσεις, κι εγώ γύρω από τα τις ίδιες απορίες τριγύριζα.

«Πείνασα» δήλωσε ο Διομήδης.

«Είναι καιρός» είπα, «να σε κατεβάσω στο υπόγειο του ‘Προμηθέα’, υπό τον απαράβατο όρο της εχεμύθειας….».

* * *

Το βλάσφημο φάντασμα των απόψεων του Ερμή πλανιόταν στο αγαθό σταλινικό περιβάλλον του «Προμηθέα». Τις μετέφερα στον Διομήδη με όση πιστότητα μπορούσα:

«Ο καλύτερος σύμμαχος του καπιταλισμού στην προσπάθειά του να κυριαρχήσει στον πλανήτη, ήταν ο μαρξισμός! Λειτούργησε για ολόκληρες δεκαετίες ως όπιο των μαζών, οι οποίες άφησαν έτσι ήσυχο τον καπιταλισμό να κάνει τη δουλειά του… Μόνο που τώρα πια ο μαρξισμός καταρρέει, άρα φεύγουν από τη μέση οι μάσκες και τα άλλοθι, αναδύεται το πραγματικό πρόβλημα…».

«Προφανώς εννοεί το οντολογικό πρόβλημα…»

«Ω, ναι…».

Ο Διομήδης παράγγειλε κρασί και δήλωσε ότι αφού είχε μόλις οριστικοποιήσει την πεποίθηση ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός, στον οποίο αναφερόταν με ακλόνητη πίστη εδώ και δέκα χρόνια, είναι ένα τραγικό ιστορικό λάθος, δεν είναι πια σε θέση να απορρίψει ο,τιδήποτε.

«Αλλά!...» είπε αμέσως μετά ο καλά εκπαιδευμένος στον εγελιανό ορθολογισμό νέος, «οι θεωρίες του Ερμή μου φαίνονται εξωφρενικές…».

«Και που να ακούσεις το επόμενο: Για όλα φταίει …ο Διαφωτισμός. Το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ δεν είναι ξένα προς την ουσία του, είναι η κατ’ εξοχήν ουσία του!».

Ο Διομήδης έμεινε με το πιρούνι μετέωρο και το στόμα ανοιχτό. Ακούμπησε τον αχνιστό καβουρμά στο πιάτο και με κοίταζε για κάμποση ώρα άφωνος, με διασταλμένους τους οφθαλμούς.

«Κι εγώ έμεινα ξερός και χρειάστηκα καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση, συν απινίδωση, όταν το άκουσα, αλλά τι να πω; Όσο το σκέφτομαι πείθομαι ότι ο Ερμής κάνει λάθος. Δε φταίει ο Διαφωτισμός για τα Άουσβιτς και τα Γκουλάγκ, γιατί πολύ απλά όλη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι Άουσβιτς και Γκουλάγκ, από αρχαιοτάτων χρόνων, πολύ πριν την ιστορική παρουσία του Διαφωτισμού… Αλλά, ξέρεις τι γίνεται; Ο Διαφωτισμός είναι το πνευματικό αγλάισμα της Δύσης και το υπόβαθρο του καπιταλισμού - όπως και του σοσιαλισμού εξάλλου. Ο Ερμής, ως νεόκοπος ορθόδοξος, θέλει να κατεδαφίσει τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό, άρα είναι εύλογο να χτυπήσει απευθείας τις ρίζες τους, τον Διαφωτισμό δηλαδή, που φταίει για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας, ακόμα και για εκείνα που προϋπήρχαν της γέννησής του…».

Ο Διομήδης μάσησε τον τελευταίο μεζέ του καβουρμά.

«Απορώ γιατί συζητάς συστηματικά μαζί του…».

«Γιατί μου ανοίγει καινούριους δρόμους στη σκέψη, έστω κι αν δεν αποδέχομαι τα συμπεράσματά του. Παράδειγμα: Διάβασα εκατοντάδες σελίδες και δεν είχα βρει έναν ικανοποιητικό περιγραφικό ορισμό του καπιταλισμού. Δεν ξέρω αν αυτός που έδωσε είναι δικός του ή τον πήρε απ’ αλλού, αλλά είναι καλό εργαλείο…».

Ο φίλος μου φαινόταν απορροφημένος με την πελοποννησιακή δίπλα που έτρωγε, αλλά σήκωσε το βλέμμα και περίμενε με ενδιαφέρον.

«Ο καπιταλισμός έχει ορισμένες προδιαγραφές: Η λέξη κλειδί είναι η κατοχή, η ιδιοκτησία. Άρα ο νόμος συνδέεται με την κατοχή, είναι απρόσωπος, αντιμετωπίζει τους πάντες ως απρόσωπες μονάδες. Αυτό είναι όλο!».

Στο διπλανό τραπέζι καθόταν παρέα με μια ωραιότατη ξανθιά, ο Ανθέμιος, γνωστός καθηγητής της Φιλοσοφικής. Είχα προσέξει ότι εδώ και ώρα δεν ασχολείτο με τη νεαρή συνοδό του, αλλά είχε στήσει αυτί και παρακολουθούσε τη συζήτησή μας. Με τον Ερμείον ορισμό του καπιταλισμού δεν βάσταξε άλλο, γύρισε προς το μέρος μας, στερέωσε τα γυαλάκια του πιο ψηλά στη μύτη - και είπε με τη μπάσα φωνή του:

«Συγγνώμη που επεμβαίνω, αλλά ο ορισμός πάσχει…».

«Σας ακούμε…» είπε ευγενικά ο Διομήδης. Ήξερε πολύ καλά ότι ο Ανθέμιος βρισκόταν στον τρισκατάρατο χώρο του «εσωτερικού» - αλλά τώρα πια δεν είχε σημασία.

Ο Ανθέμιος γύρισε κανονικά την πλάτη του στην κοπέλα και είπε πως όταν μιλάμε για καπιταλισμό πραγματοποιούμε μια μεγάλη αφαίρεση, γιατί το σύστημα δεν είναι καθαρόαιμος καπιταλισμός, ούτε ήταν ποτέ, ούτε πρόκειται να γίνει ποτέ, πρόκειται για σύμμειξη συστατικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων βασικοί είναι οι σοσιαλιστικές επιρροές, οι θρησκείες, αλλά και οι ποικίλες παραδόσεις, λαϊκές και ανθρωπιστικές.

«Αν υπήρχε καθαρόαιμος καπιταλισμός, τότε πράγματι θα ίσχυαν οι προδιαγραφές που ανέφερες. Αλλά είναι προφανές λάθος να αποδίδουμε τους χαρακτήρες του μερικού στο όλον, ιδιαιτέρως όταν δια της συμμείξεως, τα πρωτογενή συστατικά τροποποιούνται δραστικά και αλλοιώνονται…».

Έστρεψε πάνω στην καρέκλα του για να πάρει το ποτήρι του, είδε την κοπέλα, μίλησε για λίγο μαζί της.

«Νοσταλγώ ήδη την αγία απλότητα του Φλωράκη και του Φαράκου…» είπε ο Διομήδης, ασυνήθιστος ακόμα να ακούει αιρετικές απόψεις από πρώτο χέρι, ενώ ο Ανθέμιος στρεφόταν και πάλι προς το μέρος μας.

«Γιατί δεν ενώνουμε τα τραπεζάκια; Θα συζητάμε όλοι πιο βολικά» πρότεινε ο Διομήδης και χαμογέλασε όσο πιο γλυκά μπορούσε στην Ερμιόνη.

Σε ελάχιστο χρόνο η πρότασή του είχε υλοποιηθεί από τον Φιλοκτήτη, ο οποίος σερβίριζε πανευτυχής που είχε τέτοια εκλεκτή πελατεία. Ο Ανθέμιος βρισκόταν σε μεγάλες φόρμες καθώς μας έδινε τη δική του εκδοχή για τη φύση του καπιταλισμού και την ιστορική αποτυχία του μαρξισμού. Παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τις σχοινοτενείς αναλύσεις του, αντίθετα ο Διομήδης και η Ερμιόνη βρήκαν την ευκαιρία να ανιχνεύσουν τη δική τους σύμμειξη, την οποία πραγμάτωσαν πανηγυρικά την επαύριο. Η Ερμιόνη οριοθέτησε χρονικά την έξοδο του Διομήδη από τον κόσμο του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και από τον αστερισμό της Ισμήνης. Σημειωτέον ότι πριν ακόμα ανεβούμε από το υπόγειο καπηλειό στην επιφάνεια της γης, το ψωριασικό έκζεμα που έμενε επίμονα απλωμένο σε όλο το κορμί του Διομήδη - είχε εξαφανιστεί, ως δια μαγείας!

* * *

Η Ερμιόνη είχε πάρει με άριστα, πριν από λίγο καιρό το πτυχίο του Νέο – Ελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής και προσπαθούσε να ξεκινήσει μεταπτυχιακές σπουδές στο σεπτό τέμενος των Μουσών του ΑΠΘ. Μας εξηγούσε ότι τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα, αλλά τη διευκόλυνε το γεγονός ότι ο μπαμπάς της, καθηγητής στη Φυσικομαθηματική, ήταν παλιός φίλος και σύντροφος του μεγάλου Ανθέμιου, από τον καιρό του 1 – 1- 4.

Ο δυστυχής Ανθέμιος ήρθε σε πολύ δύσκολη θέση καθώς πίστευε ότι το διδακτορικό πρέπει να είναι το επιστέγασμα μιας μακράς και επίπονης προσπάθειας. Ο φίλος του τον πίεζε με το εύλογο επιχείρημα «τέτοιες μαλακίες κάνουμε εμείς και αύριο θα αρπάξουν τις θέσεις τα τέκνα των Πασόκων και των δεξιών, που αντιμετωπίζουν το διδακτορικό ως μέσον και όχι ως σκοπό». Ο Ανθέμιος αντιστεκόταν με αυστηρά ακαδημαϊκά επιχειρήματα στην απόπειρα αριστερού νεποτισμού που αντιμετώπιζε, μέχρι που η Ερμιόνη τον κοίταξε με τα ωραία γαλανά της μάτια - για πρώτη φορά χωρίς να χαμηλώνει σεμνοπρεπώς το βλέμμα. Ο σεβαστός δάσκαλος της παρέδωσε παρευθύς την καρδιά του και μαζί μ’ αυτήν το θέμα της διδακτορικής της διατριβής.

Αντιμετώπισε με στωικότητα τα σχόλια των συναδέλφων του στη Σχολή – άλλωστε τους είχε προ πολλού γραμμένους, πιστεύοντας ακράδαντα στην απόλυτη υπεροχή της μεγαλοφυΐας του. Καταλάβαινε βέβαια ότι όλοι έβλεπαν πως παράβαινε οφθαλμοφανώς τις αρχές που ο ίδιος διακήρυττε – κι αυτό του κόστιζε πολύ. Δεν μπορούσε όμως να κάνει τίποτα, γιατί είχε να παλέψει ένα πολύ πιο επίφοβο θηρίο, τον απαγορευμένο έρωτα.

Η Ερμιόνη ήταν φοιτήτριά του – ένα κακό. Ο ίδιος ήταν παντρεμένος, ερωτευμένος από συνήθεια με τη γυναίκα του και είχε ήδη συμπληρώσει είκοσι έξι συναπτά έτη αψεγάδιαστης πίστης. Τρίτο και χειρότερο, ο μπαμπάς της Ερμιόνης ήταν φίλος, συνάδελφος, σύντροφος εδώ και μια ζωή. Κι αν γινόταν κάτι, ήταν βέβαιο πως θα το μάθαιναν όλοι, «η Θεσσαλονίκη είναι μια χεσιά τόπος» έλεγε – και η πανεπιστημιακή κοινότητα ακόμα μικρότερο πεδίο ασκήσεως.

Για τους λόγους αυτούς ο Ανθέμιος δεν προχώρησε, αν και συγκρατούσε τον εαυτό του με το ζόρι, καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια να αντισταθεί στον έρωτα και τον ίμερο που τον καταλάμβανε όταν η Ερμιόνη έμπαινε στο γραφείο του, αργά τα απογεύματα. Όταν η νέα αποχωρούσε, μετά από μια ή και δύο ώρες γόνιμης συνεργασίας, ο Ανθέμιος στεκόταν στο παράθυρο που έβλεπε στην Εθνικής Αμύνης και περίμενε να τη δει να περνά, βαδίζοντας προς τον Λευκό Πύργο, όπου ήταν το πατρικό της σπίτι. Έβλεπε τα ξανθά μαλλιά να ανεμίζουν, ανέπνεε ακόμα το άρωμά της, ψιθύριζε το όνομά της. Μια φορά παρά λίγο να πάθει εγκεφαλικό, όταν την είδε να περνά μ’ έναν άγνωστο νεαρό, κουβεντιάζοντας και γελώντας.

Και εκείνη; Τι σκεφτόταν; Ποια ήταν τα συναισθήματά της απέναντί του; Τι περίμενε απ’ αυτόν, πέρα από την ακαδημαϊκή του καθοδήγηση; Άγνωστο… Όσα ανέφερα ως εδώ μου τα αφηγήθηκε ο ίδιος ο Ανθέμιος, πάλι στο υπόγειο του «Προμηθέα», τύφλα στο μεθύσι, έχοντας μπροστά του ένα δράμα οντολογικών διαστάσεων: Είχε μάθει, τυχαία, ότι η Ερμιόνη «του» τα είχε με έναν επί πτυχίω φοιτητή του Μαθηματικού – τουτέστιν το Διομήδη.

«Δεν το περίμενα ποτέ… πίστευα πως είχα κλείσει το κεφάλαιο του έρωτα, είμαι πια πενήντα δύο ετών… και να που συνέβη… μη με ρωτάς πως και γιατί, ήταν κάτι πάνω από τις δυνάμεις μου, πέρα από τον έλεγχό μου… Μια φωνή μέσα μου λέει ευτυχώς που ήρθαν έτσι τα πράγματα μια δεν εκδηλώθηκα περισσότερο, να γίνω ρεζίλι σε ολόκληρη τη χερσόνησο του Αίμου… Αλλά έρχεται το άλλο κύμα, το μαύρο και με σπρώχνει να σηκωθώ επιτέλους από τη ρημάδα την πολυθρόνα της αξιοπρέπειας και να παλέψω για τον έρωτα, να τη διεκδικήσω…»

Με κοίταζε με αγωνία ίσα στα μάτια, λες και θα μπορούσα ποτέ να του λύσω εγώ τέτοιου είδους διλήμματα. Είχαμε συναντηθεί τυχαία στη Νομική, μιλούσε ο Κορνήλιος Καστοριάδης εκείνο το βράδυ. Καθώς έφευγα με πλησίασε εκείνος και άρχισε χωρίς πολλά πολλά να μου λέει τον πόνο του – προφανώς αναζητούσε κάποιον άνθρωπο έξω από το στενό του κύκλο για να μπορέσει να τα πει. Δε μπορούσε βέβαια να φανταστεί ποιος ήταν ο φοιτητής του Μαθηματικού που του πήρε την Ερμιόνη.

«Ντρέπομαι και σένα, που σου τα λέω… που με βλέπεις σ’ αυτό το χάλι…»

Έκρυψε το πρόσωπο με τις παλάμες και τότε ο Φιλοκτήτης βρήκε ευκαιρία να ρωτήσει με νοήματα «τι τρέχει μ’ αυτόν;». Του έγνεψα πως δεν τρέχει τίποτα και έδειξα με το χέρι μου αριστερά, στην καρδιά. Ο Φιλοκτήτης κούνησε το κεφάλι και λίγο αργότερα έφερε ένα γεμάτο κιλό, από το περίφημο αγιορείτικο κρασί του Νικόδημου.

«Κερασμένο!» είπε «να πάνε κάτω τα φαρμάκια…»

Το ήπιαμε, αλλά ο Ανθέμιος παρέμεινε απαρηγόρητος. Ένα μήνα αργότερα μάθαμε πως θα φύγει για τη Γαλλία, αλλά οι εξελίξεις στο μέτωπο της Ερμιόνης τον έκαναν να αλλάξει γνώμη και να μείνει στη Θεσσαλονίκη.

Μετά από εκείνη τη συγκινητική εξομολόγηση πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι την επόμενη συνάντησή μας.

* * *

Έβλεπα καθημερινά την Ερμιόνη, πανευτυχή στο πλάι του συγκρατημένου Διομήδη. Παράκαμψε με χαριτωμένη αλλά ακλόνητη επιμονή τις αντιρρήσεις του, συγύρισε και διακόσμησε το σπίτι μας, δηλαδή το σπίτι του, γιατί εγώ έμενα μόνιμα στο δυάρι της Καλυψώς, στην λεωφόρο Νίκης, δυο βήματα από την πλατεία Αριστοτέλους. Ο Διομήδης με πληροφόρησε ότι ήταν ο πρώτος άντρας της Ερμιόνης. «Ούτε καν αυτό δεν σε συγκινεί, ω βάρβαρε;» ρώτησα για να πάρω την απάντηση που περίμενα: Όχι.

«Γιατί σου αρέσει και την υποστηρίζεις;» ρώτησε μια μέρα η Καλυψώ. «Χαρά στη γκόμενα… Μια από το ευγενές είδος που προορίζεται να γίνει καθηγήτρια πανεπιστημίου…».

Με είδε που συνοφρυώθηκα, γιατί συμπαθούσα ειλικρινά την Ερμιόνη, και συνέχισε να με προβοκάρει:

«Τι απόγινε ο ορθός λόγος σου κατά των αστών; Η Ερμιόνη δεν ήταν καλύτερη από άλλους δεκαπέντε – είκοσι συμφοιτητές της, κι όμως αυτή είναι που θα κάνει πανεπιστημιακή καριέρα, χάρη στο μπαμπά, ενώ οι υπόλοιποι θα φάνε τη ζωή τους στα κωλογυμνάσια της επαρχίας και των συνοικιών…»

Η παρατήρηση της Καλυψώς με επανέφερε στην πραγματικότητα, ως προς τον αντιαστικό ορθό λόγο, αλλά ο χαρούμενος χωρικός που είχα μέσα μου εξακολουθούσε να συμπαθεί την αξιαγάπητη νεαρή Θεσσαλονικιά.

«Τι είναι καθεστώς; Ποιος είναι ο Καθεστώς;» ρώτησε ο Διομήδης ένα καλοκαιρινό βράδυ που καθόμαστε με μπύρες και Pink Floyd στο μπαλκόνι του.

Η Ερμιόνη και η Καλυψώ τον κοιτούσαν παραξενεμένες, εγώ σιωπούσα γιατί είχαμε κάνει οι δυο μας αυτή τη συζήτηση λίγες μέρες νωρίτερα.

«Είναι αυτός που πιστεύει ότι η κοινωνία, αυτή που υπάρχει είναι καλή και πρέπει να διατηρηθεί ως έχει. Συμφωνείτε ως εδώ;».

Οι κοπέλες έγνεψαν ότι συμφωνούσαν.

«Απέναντί του βρίσκεται ο Επαναστάτης, αυτός που πιστεύει πως η κοινωνία δεν είναι καλή και πρέπει να συντριβεί για να χτιστεί μια καινούρια… Αυτές είναι οι δυο πολιτικά οργανικές θέσεις, η συντήρηση και η πρόοδος».

Καταλάβαινα ότι η Καλυψώ διαφωνούσε ριζικά με τα λεγόμενα του Διομήδη, αλλά δεν βιαζόταν να επιτεθεί.

«Και γιατί να μας ενδιαφέρει εμάς ο Καθεστώς και ο Επαναστάτης;» ρώτησε ήρεμα.

«Γιατί αυτοί βρίσκονται σε σύγκρουση, από το αποτέλεσμα της οποίας εξαρτώνται τα πάντα: θα παραμείνει ο κόσμος ως έχει ή θα αλλάξει; Θα κερδίζει για πάντα ο Καθεστώς που επιβάλλει ανελευθερία, κυριαρχία, αλλοτρίωση, αδυσώπητη ακούσια προσαρμογή του ανθρώπου στις ισχύουσες προδιαγραφές; Ή θα κερδίσει ο Επαναστάτης που θέλει ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, αλλά και δημιουργικότητα, ιδιαιτερότητα, αμφισβήτηση…».

Η Καλυψώ τον διέκοψε με μόλις συγκαλυμμένη συγκατάβαση:

«Μα έχει λυθεί το πρόβλημα Διομήδη… Το είπε ο ίδιος ο Αλλάχ στον επαναστάτη πρίγκιπα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ… Γιατί επιμένεις;».

Ο Διομήδης κοίταξε την Ερμιόνη, πήρε θάρρος από το ερωτευμένο της χαμόγελο και συνέχισε:

«Ας λέει ό,τι θέλει ο Αλλάχ… Ο κόσμος κάποτε θ’ αλλάξει, έστω κι αν κρεμάσανε τον Κεμάλ, έστω κι αν κρεμάσανε χιλιάδες άλλους Κεμάλ, έστω κι αν σπάσανε τα μούτρα τους ο Κεμάλ και ο Διομήδης, η ιστορία συνεχίζεται!».

Η Καλυψώ γύρισε προς το μέρος μου και αναρωτήθηκε δυνατά «τι λέει αυτός, πάει καλά;».

Η Ερμιόνη αισθάνθηκε την ανάγκη να υπερασπιστεί τον καλό της:

«Συμφωνώ ότι η πάλη ανάμεσα στους δύο θα συνεχίζεται επ΄ αόριστον, αν και δεν είμαι καθόλου σίγουρη για το αποτέλεσμα. Γιατί αυτό που ο Διομήδης λέει Καθεστώς δημιουργεί έναν υπήκοο, ένα υποκείμενο που επιβιώνει πιστεύοντας ότι ελευθερία σημαίνει μιμητική υποταγή στην ανάγκη, είτε είναι φιλελεύθερος είτε σοσιαλιστής. Ένας τέτοιος άνθρωπος, γεννημένος από τον Διαφωτισμό, καθορίζεται από τις ανάγκες και τις επιθυμίες του και μόνον, άρα οι ηγέτες τον ελέγχουν προκαθορίζοντας τις ανάγκες και τις επιθυμίες του, τον χειρίζονται όπως ο αγωγιάτης που δένει μπροστά στο γάιδαρό του ένα καρότο και ο γαϊδαράκος τρέχει μάταια να το φτάσει… Αυτό το υποκείμενο εκχωρεί το ουσιαστικό αίτημα της ελευθερίας του στις ηγετικές ελίτ και τους δίνει έτσι τέτοια δύναμη ώστε να μπορούν να υποτάσσουν και να εκμεταλλεύονται τους λαούς του Τρίτου Κόσμου, να ληστεύουν τους φυσικούς τους πόρους, τις πρώτες ύλες… Παραχωρεί την ελευθερία έναντι της ψευδώνυμης ευημερίας, γεγονός που πολιτικά συνεπάγεται την επικυριαρχία του Βορρά επί του Νότου, εικόνα που μεταφέρεται και μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες του Βορρά. Ταυτόχρονα εξακολουθεί να ακούγεται η ρητορική – άλλοθι του Διαφωτισμού, ότι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, φορέας του Λόγου κλπ, αλλά στους σκεπτόμενους ανθρώπους δεν περνάει πια, το πρότυπο έχει φθαρεί ανεπανόρθωτα».

Η Ερμιόνη ήταν μεν προικισμένη μαθήτρια του Ανθέμιου, ο οποίος όμνυε πάντοτε στο όνομα του Διαφωτισμού, αλλά να τώρα που απέδιδε τα δεινά της ανθρωπότητας στον Διαφωτισμό, άποψη που είχα ήδη ακούσει από τον Ερμή.

Η Καλυψώ δεν περίμενε ότι η ξανθιά κόρη του μπαμπά θα διατύπωνε τόσο συγκροτημένες απόψεις. Η πολιτική και η φιλοσοφία δεν την ενδιέφεραν, αλλά ο εγωισμός της έθεσε σε πλήρη επιφυλακή το κοφτερό της μυαλό.

«Καλά το υποκείμενο του Διαφωτισμού, με τον άλλον, τον Επαναστάτη, τι γίνεται;».

Ο Διομήδης άφησε την Ερμιόνη να απαντήσει κι αυτή του έκανε μια φοβερή τρίπλα, σαν κι αυτές του Χατζηπαναγή στα γήπεδα:

«Ο Επαναστάτης για μένα δεν είναι ο κατεδαφιστής που περιέγραψε πριν ο Διομήδης. Αυτός δεν είναι παρά η άλλη όψη του Καθεστώτος, η αποκάλυψη της μεταμφίεσης είναι λογικά βέβαιη και θεωρητικά τεκμηριωμένη, το είδαμε άλλωστε με τον υπαρκτό σοσιαλισμό… Αυτός ο Επαναστάτης, Διομήδη, είναι πλέον απολίθωμα στο μουσείο της ανθρώπινης αυταπάτης».

Ο Διομήδης έμεινε να την κοιτάζει σιωπηλός και η Ερμιόνη συνέχισε:

«Το ζητούμενο είναι ο επανακαθορισμός του ανθρώπου, η απόδοση των πραγματικών του χαρακτηριστικών, μακριά από τη μέγγενη της ανάγκης που βαφτίζεται ελευθερία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με τα συμβατικά εργαλεία του Λόγου, χρειάζεται κάτι ριζικά διαφορετικό, ο άνθρωπος πρέπει να κατανοηθεί ως γεγονός σχέσης…».

Να που η Ερμιόνη άφηνε και πάλι πίσω τον Ανθέμιο και συναντούσε, φρέσκια και δροσερή, τις αντιλήψεις του κουρασμένου γέροντα Ερμή.

«Δεν είμαστε δεδομένες, οριστικές ατομικότητες, είμαστε εξελισσόμενα γεγονότα σχέσης. Ενσωματώνουμε την ποιητική εργασία, την ετεροποιό δημιουργικότητα, τη δημιουργική ετερότητα, που εμπλουτίζεται μέσα στο χρόνο. Δεν υποτασσόμαστε στην ανάγκη, στην επιβίωση, στον καταναγκασμό, εκφράζουμε τη δημιουργική μας φύση, δεν εξουσιάζουμε αλλά αγαπάμε, δεν θέλουμε να κυριαρχήσουμε αλλά να υπηρετήσουμε… Αυτό είναι για μένα επανάσταση, αλλά δεν μου αρέσει ο όρος, προτιμώ να μιλάω για διεκδικούμενες σχέσεις προσώπων…».

Η Ερμιόνη σταμάτησε και χαμογέλασε γλυκά στον έκπληκτο Διομήδη, του οποίου το σύστημα σκέψης βρισκόταν ακριβώς στους αντίποδες.

«Να υποθέσω ότι αυτός ο πρότυπος ελεύθερος άνθρωπος γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία;» ρώτησε ήρεμα η Καλυψώ.

Η Ερμιόνη κούνησε το κεφάλι επιβεβαιώνοντας. Η Καλυψώ άναψε τσιγάρο.

«Δεν είναι έτσι τα πράγματα… και συ και ο Διομήδης δημιουργείτε σχηματικούς τύπους, καρικατούρες, που καθορίζονται αποκλειστικά από αυτό που θεωρείτε Καλό και Κακό… Αλλά ο κόσμος δεν είναι πεδίο εφαρμογής του αγαθού ή ένα γήπεδο όπου το Καλό και το Κακό μονομαχούν ως το τέλος. Ούτε ο άνθρωπος είναι μονοσήμαντος, Καθεστώς, Επαναστάτης ή ρέον πρόσωπο μέσα από τις σχέσεις του. Πάντοτε επικρατεί το συναμφότερον, το κράμα, γιατί όλα συνυπάρχουν μέσα στον άνθρωπο και εκδηλώνονται κατά τόπο και χρόνο. Ερμιόνη, είσαι τόσο σχηματική όσο και ο Διομήδης, αν και υποστηρίζετε αντιδιαμετρικές θέσεις… Και συ Διομήδη πρέπει να καταλάβεις ότι ο Καθεστώς κυριαρχεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας ενώ ο Επαναστάτης, να το πω έτσι, όταν υπάρχει πραγματικά, είναι ελάχιστη και ανώδυνη μειοψηφία, επίσης καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Η διαπίστωση αυτή προδιαγράφει και το μέλλον, εγγύς και απώτερο!».

Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που μου έτυχε να παρακολουθήσω παρόμοια συζήτηση ανάμεσα σε γυναίκες. Μετά από εκείνο το βράδυ άλλαξε άρδην η διάθεση της Καλυψώς απέναντι στην Ερμιόνη, αν και οι δυο γυναίκες δεν έγιναν ποτέ φίλες. Τρεις βδομάδες αργότερα ο πτυχιούχος Διομήδης μας αποχαιρέτησε και παρουσιάστηκε ως νεοσύλλεκτος στην Αυλώνα.

* * *

Στο τέλος του καλοκαιριού η καλή κοινωνία των πανεπιστημιακών της πόλης συγκλονίστηκε όταν έμαθε πως ο Ανθέμιος χώριζε με τη γυναίκα του – εξαιτίας μιας φοιτήτριας με την οποία ήταν ερωτευμένος και ήθελε να την παντρευτεί. Ο γάμος τους έγινε το Νοέμβρη μπροστά σε λίγους φίλους, στον Άγιο Νικόλαο τον Ορφανό, με απουσία οπουδήποτε συγγενή – και από τις δύο πλευρές.

Αμφιβάλλω ακόμα αν ήταν ο Ανθέμιος που αποφάσισε τελικά να το παλέψει – ή αν Ερμιόνη έπεσε μόνη της, σαν ώριμο σύκο στην έκπληκτη αγκαλιά του, φρικτά απογοητευμένη από τη συμπεριφορά του Διομήδη απέναντί της.