Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2005

Αθωνικόν έπος ΙΙ

Ο γέροντας Γερβάσιος ήρθε προς το μέρος μας, φιλικός και ευδιάθετος. Κάθισε μαζί μας και ξεκίνησε μια σύντομη συζήτηση, όπου μας εξηγούσε πως στην παράδοση της καθ’ ημάς Ανατολής ενσωματώνονται πολλά από τα επιτεύγματα των αιώνων πριν την έλευση του Κυρίου.

«Για παράδειγμα, ο Ηράκλειτος» είπε. «Αυτός γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε στην Έφεσο, από την οποία μάλλον δεν απομακρύνθηκε ποτέ, ούτε όταν τον προσκαλούσαν οι Αθηναίοι ή ο Πέρσης βασιλιάς. Ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τον όρο Λόγος στην ιστορία της σκέψης. Μιλώντας λοιπόν ο Ηράκλειτος για τον δελφικό Λόγο, λέγει το περίφημο ο λόγος ου φανερώνει, ου κρύπτει, αλλά σημαίνει. Είναι εκπληκτικό πως, στα ίδια χώματα, έρχεται μετά από πεντακόσια χρόνια ο Ιωάννης και λέγει πως εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος. Να πως δημιουργείται η ανατολική ορθόδοξη παράδοση… Περιλαμβάνει και τον Ηράκλειτο και πολλά ακόμα, αλλά το σημαντικό είναι πως προσφέρει στον άνθρωπο σταθερό και αείζωον κέντρον αναφοράς…»

Ο Κριτίας, που εδώ και έναν χρόνο περίπου μελετούσε τον Ηράκλειτο, ανέφερε το απόσπασμά του όσων όψις ακοή μάθησις, ταύτα εγώ προτιμέω και το μετέφρασε για εμάς, ότι ο Ηράκλειτος προτιμά όσα μπορεί κανείς να τα δει, να τα ακούσει, να τα μάθει. Ο Γέροντας απάντησε με άλλο απόσπασμα, ότι φύσις κρύπτεσθαι φιλεί και ο Κριτίας ανταπάντησε πως όσο κι αν αγαπά η φύση να κρύβει τα μυστικά της, ο Εφέσιος μας υποδεικνύει την τολμηρή έρευνα, αφού βλαξ άνθρωπος επί παντί λόγωι εκπτοήσθαι φιλεί. Ο Γέροντας χαμογελούσε, ο Κριτίας είδε πως δεν καταλάβαμε και μας ερμήνευσε ότι ο βλάκας χάνει το θάρρος του μπροστά σε κάθε σειρά σκέψεων.

«Πως λοιπόν» ρώτησε o Κριτίας, «ενσωματώνεται στην ίδια παράδοση η τολμηρή ερευνητική διάθεση του Ηρακλείτου, ο οποίος μιλάει μεν για τον Λόγο αλλά δεν τον ταυτίζει με το πολυπρόσωπο άλλωστε Θείον, με τον Λόγο του Ιωάννη, ο οποίος είναι ο ίδιος ο Θεός; Η διαφορά συνίσταται στο ότι για τον ευαγγελιστή Ιωάννη ο Λόγος προϋπάρχει ως ενδιάθετος λόγος εντός του Θεού, κάνει να υπάρχουν όλα όσα υπάρχουν και εν καιρώ γίνεται προφορικός και ένσαρκος, ενώ για τον Ηράκλειτο ο Λόγος ενυπάρχει εξαρχής σε κάθε τι που είναι σε γίγνεσθαι. Επιπλέον δεν είναι γενήτωρ των όντων, αλλά αυτό που συνιστά, φωτίζει και εκφράζει την τάξη και τη ροή του κόσμου. Πως μπορούμε να τα ταυτίσουμε; Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χάιντεγκερ θεωρεί τον Ηράκλειτο ως τον πρώτο δυτικό φιλόσοφο»

Όλοι στρέψαμε το βλέμμα προς τον Γέροντα Γερβάσιο. Αυτός έπαιξε λίγο με το κομποσκοίνι του και είπε πως πολλοί προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον Ηράκλειτο, αλλά πάντοτε τον ερμηνεύουν λάθος…

«Πάντοτε τους λείπει ένα κομμάτι από την εικόνα», είπε- με το ίδιο πάθος που μιλούσε προηγουμένως στη σύναξη για το δοξασμό «λέει ο ένας αυτό είναι, λάθος, λέει ο άλλος αυτό είναι, πάλι λάθος… Πολλοί θέλησαν να τον προσεταιρισθούν ως αφετηρία της σκέψεως ή της σχολής τους, αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν, βασίζεται σε λάθος ανάγνωση, σε παρερμηνεία… Ο Χάιντεγκερ λέγει πως ο Ηράκλειτος είναι ο πρώτος δυτικός φιλόσοφος, αλλά ο Ηράκλειτος δεν είναι ούτε δυτικός, ούτε φιλόσοφος, είναι μύστης, από τους δημιουργούς θρησκείας… Μας λέγει ότι ο Θεός είναι μέρα και νύχτα, χειμώνας και καλοκαίρι, πόλεμος και ειρήνη, χορτασμός και πείνα, αλλάζει όπως η φωτιά όταν της ρίξουμε μυρωδικά και φτάνει στην όσφρησή μας η αίσθηση καθενός απ' αυτά, αλλά το απόλυτο, που δεν πρέπει να μας διαφεύγει, είναι το αείζωον πυρ, όχι το πρόσθετο μυρωδικό, που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση και παρερμηνεία. Γιατί το πυρ επελθόν κρίνει και καταλήψεται!. Νομίζεις ότι αυτές οι ποιητικές και βαθιά θεολογικές προσεγγίσεις του Ηρακλείτου έρχονται σε κάποια αντίθεση με τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, όταν μας λέει για τον Θεό πως δια τούτο το μη είναι μάλλον, δια το υπερείναι, ως οικειότερον επ' αυτού λεγόμενον προσιέμενος»;

Επειδή δεν καταλάβαμε –ούτε καν ο Κριτίας - ο γέροντας μας εξήγησε τον λόγο του αγίου Μαξίμου, ότι ο Θεός δέχεται πιο πολύ να αποδίδεται σ' Εκείνον, ως συγγενικότερο προς τη φύση Του το μη Είναι, επειδή Αυτός υπερβαίνει το Είναι.

«Βλέπεις τώρα πως εμπλουτίζει ο Ηράκλειτος την Ορθόδοξη παράδοσή μας;» ρώτησε τον Κριτία.

Ο Κριτίας, επί του θέματος, δεν είχε να αντείπει κάτι, γιατί ο άγιος Μάξιμος, τον οποίον αγνοούσε, του ήρθε κάπως απότομα. Σύντομα όμως ανασύνταξε τις δυνάμεις του και προσπάθησε πάλι:

«Ο Ηράκλειτος όμως είχε πει πως αυτόν τον κόσμο, που είναι για όλους, ούτε θεός ούτε άνθρωπος τον έκανε, αλλ΄ ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο. Άρα, ο Ηράκλειτος μας διδάσκει ότι ο κόσμος δεν έχει αρχή, ούτε δημιουργήθηκε, ήταν από πάντα, είναι και θα είναι… Ακόμα μας λέει ότι ο κόσμος έχει το Λόγο του, όχι λόγο ύπαρξης, γιατί ο Ηράκλειτος δεν δέχεται τελεολογίες, αλλά τον Λόγο που καθορίζει τις σχέσεις μέσα στο γίγνεσθαι. Αν το θέλετε διαφορετικά Γέροντα, ο θεός των Ελλήνων δεν ήταν η προϋπόθεση ερμηνείας του κόσμου, αλλά το συμπέρασμα στο οποίο φτάνουμε εξετάζοντας τον κόσμο»

Ο Γέροντας Γερβάσιος, ευτυχής που συνάντησε έναν άλλον μύστη του Ηρακλείτου, έστω κι αν αυτός δεν ήταν πιστός χριστιανός, του έγνεψε να συνεχίσει. Ο Κριτίας πήρε φόρα:

«Ο θεός είναι το νόημα του κόσμου, ενωμένος με τον Λόγο, αλλά όχι ταυτισμένος μαζί του. Συνεπώς, τελείως διαφορετικός από τον Θεό του Ιωάννη, που είναι ο ίδιος ο Λόγος, ενσαρκωμένος. Ας πούμε ότι ο θεός στον Ηράκλειτο είναι μέρος του κόσμου και στήριγμα του κόσμου, μαζί με τον Λόγο. Αντίθετα ο ιουδαίο-χριστιανικός θεός είναι ο δημιουργός του κόσμου εκ του μηδενός, αιτία του κόσμου και τελικός κριτής του… Με άλλα λόγια οι δυο θεοί δεν έχουν σχέση μεταξύ τους - εννοώ η σύλληψή τους από την ανθρώπινη διάνοια… Ο ελληνικός θεός θέλει εκείνο που μπορεί, δηλαδή να είναι η αλήθεια του κόσμου, όντας μέρος του κόσμου. Δεν είναι προσωπικός, δεν είναι συνειδητός, δεν είναι τύραννος, δεν ακούει προσευχές, δεν δέχεται αναθήματα, δεν εκπληρώνει προσδοκίες, δεν έχει κάποιο ηθικό σύστημα, είναι πέρα από το καλό και το κακό, πέρα από το δίκαιο και το άδικο - τω μεν θεώ καλά πάντα και αγαθά και δίκαια, άνθρωποι δε ά μεν άδικα υπειλήφασιν, ά δε δίκαια, με λίγα λόγια δεν ασχολείται με τη θέσμιση της ανθρώπινης ηθικής, δικαιοσύνης, κοινωνίας, σχέσεων, σωτηρίας, αθανασίας… δηλαδή ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που χαρακτηρίζουν τον βιβλικό -χριστιανικό θεό»

Ο Γέροντας, αφού άφησε τον νεαρό δικηγόρο να ολοκληρώσει τον συλλογισμό του, πήρε πάλι τον λόγο:

«Οι αρχαίοι Έλληνες δεν μπορούσαν να διανοηθούν έναν θεό που δεν δεσμεύεται από το Είναι. Οι Εβραίοι και στη συνέχεια οι χριστιανοί δέχτηκαν ότι ο κόσμος δεν είναι αυθυπόστατος, ούτε αυτεξήγητος. Για να τον κατανοήσεις πρέπει να πας πίσω από τον κόσμο και να συλλάβεις εν διανοία έναν ελεύθερο Δημιουργό, που δεν ερμηνεύεται από τον κόσμο, αντίθετα ερμηνεύει Αυτός ως προϋπόθεση τον κόσμο… Φωτίζει τον κόσμο, χωρίς να ταυτίζεται μ΄ αυτόν και θα τον οδηγήσει ως την τελική Αποκάλυψη. Από τότε που ο προαιώνιος Λόγος, ο εν τοις κόλποις του Πατρός, ώφθη ως βρέφος εις τους κόλπους της Παρθένου Μητρός, ο Αυτός Θεός και άνθρωπος, ου κατά δόκησιν ή φαντασίαν, αλλά κατά φύσει και αληθεία, από τότε έχομε την οντολογική ένωση των δύο κόσμων. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς συνοψίζει την αντίληψή μας ως εξής: Και τω Μωυσή δε χρηματίζων ο Θεός ουκ είπεν εγώ ειμί η ουσία, αλλ΄ εγώ ειμί ο ών' ου γαρ εκ της ουσίας ο ών, αλλ' εκ του όντος η ουσία' αυτός γαρ ο ών όλον εν εαυτώ συνείληφεν το είναι. Για τους λόγους αυτούς ο αρχαίος Έλληνας θεός δεν μπορούσε να θέλει παρά μονάχα αυτό που του αναλογούσε, δηλαδή να είναι η αλήθεια του κόσμου… Δεν είχε την απόλυτη ελευθερία, την εκπηγάζουσαν από την πρωταρχικότητα της υπάρξεως, άρα την δυνατότητα της Δημιουργίας του κόσμου εκ του μηδενός»

Ο Κριτίας δεν ήταν συνηθισμένος να παραδίδει τα όπλα αμαχητί.

«Επιτρέψτε μου, Γέροντα» είπε, «να θεωρώ ότι με όσα είπατε επιβεβαιώσατε απολύτως την άποψή μου. Ο ηρακλείτειος λόγος είναι πέρα για πέρα παγανιστικός! Ο Ηράκλειτος προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο με τη βοήθεια του Λόγου, οι χριστιανοί με τη την βοήθεια του λόγου του Θεού. Είπατε πριν ότι οι ερμηνευτές παρερμηνεύουν τον Ηράκλειτο. Νομίζω ότι την πιο καίρια επισήμανση για τον Ηράκλειτο την έχει κάνει ο Νίτσε. Γράφει πως αυτό που είδε οι Ηράκλειτος, η θεωρία του νόμου μέσα στο γίγνεσθαι και του παιγνιδιού μέσα στην αναγκαιότητα, πρέπει να το βλέπουν ανθρώπινα μάτια από τώρα ως την αιωνιότητα. Ο Ηράκλειτος ήταν εκείνος που σήκωσε την αυλαία αυτού του μεγαλειώδους θεάματος»

Ο Γερβάσιος τον ατένισε με ανανεωμένο ενδιαφέρον και ρώτησε:

«Πιστεύεις πως ο Ηράκλειτος είπε τα πάντα;».

«Περίπου… Μην ξεχνάμε ότι τον προσεγγίζουμε από αποσπάσματα, μέσα σε έργα άλλων, γραμμένα πολλές φορές εκατοντάδες χρόνια αργότερα. Δεν ξέρουμε, ας πούμε, αν είπε ή δεν είπε τίποτα για το έσχατο θεμέλιο του κόσμου: Υπάρχει ή δεν υπάρχει; Από όσα ξέρουμε, μας διδάσκει ότι η ολότητα είναι η ενότητα του εαυτού της και του αντιθέτου της, αλλά δεν ξέρουμε αν είπε κάτι για το κορυφαίο παιγνίδι που ενώνει το είναι και το μηδέν, δηλαδή για το πιο ενδιαφέρον ερώτημα που απασχόλησε ποτέ την ανθρώπινη σκέψη…»

Ο Γερβάσιος γέλασε καλόκαρδα.

«Δεν ξέρω αν το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι αυτό που λες» είπε, «αλλά ένα άλλο ενδιαφέρον ερώτημα είναι αυτό: Δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο ή ο κόσμος είναι αυτοδημιούργητος; Να το ερώτημα -κλειδί. Αν απαντήσεις ναι, επιλέγεις το υπαρξιακό απόλυτο, αν απαντήσεις όχι πηγαίνεις στο υπαρξιακό μηδέν, οι δυο δρόμοι δεν συγκλίνουν, αφίστανται…»

Ο Κριτίας βρήκε την ευκαιρία να παρατηρήσει ότι στον Ηράκλειτο δεν υπάρχουν αφιστάμενοι δρόμοι – και διέκρινα στην έκφραση του Κατιλίνα, ο οποίος δεν καταλάβαινε, αλλά παρακολουθούσε την ανταλλαγή επιχειρημάτων, ότι κέρδισε ένα ρούμπο.

«Και γιατί» συνέχισε ο Κριτίας, «αν ο κόσμος είναι αυτοδημιούργητος οδηγείται στο υπαρξιακό μηδέν; Απλώς αντικαθίσταται η υπόθεση της ελευθερία του όντος με την αναγκαιότητα της παραδοχής του υπάρχειν κατά νόμον, κατά τον Λόγον, απτόμενος μέτρα και αποσβεννύμενος μέτρα, όπως μας διδάσκει ο Ηράκλειτος!»

Ο Γερβάσιος δήλωσε πως δεν τον αναπαύει ένας τέτοιος κόσμος, του φαίνεται τελείως δίχως νόημα και συνέχισε:

«Ο Ηράκλειτος διαβεβαιώνει ότι των θείων τα πολλά απιστίη διαφυγγάνει μη γινώσκεσθαι - τα πολλά των θείων πραγμάτων μας ξεφεύγουν και δεν τα γνωρίζομε, λόγω της απιστίας. Πιστεύω στον Θεό, λέει ο τολμηρός, που με ξεπερνά, που είναι αόρατος, ακατάληπτος, απερινόητος. Πιστεύω σ΄ Αυτόν που καμιά φορά μου φαίνεται να μην υπάρχει. Ζω την αλήθεια ότι τα μεγάλα και ιερά επτασφράγισται τοις ερευνώσι, πεφανέρωται δε τα θαύματα τοις προσκυνούσιν εν πίστει το μυστήριον - όπως μας λέγει το Στιχηρόν των Αίνων. Εάν μη πιστεύσητε, ουδέ μη συνήτε, μας διδάσκει ο Ησαϊας. Εάν δεν πιστεύσετε, δεν πρόκειται να καταλάβετε τα ακατανόητα!»

«Πρέπει δηλαδή να προϋποτίθεται η πίστη προκειμένου να μιλάει κανείς για τον Θεό;» αντέδρασε ο Κριτίας. «Δεν μου αρέσει αυτό, το βρίσκω στενάχωρο…»

Ο Γερβάσιος πήρε πάλι τον λόγο:

«Η πίστη δεν είναι υπόθεση απλής διανοήσεως. Άρα δεν καλλιεργείται και δεν αυξάνει απλώς με την εξέταση, τη μελέτη. Γνωρίζεις τον Θεό δια της πίστεως, όχι διανοητικά, αλλά υπαρξιακά και ολοσώματα. Καθοράς την εσώτατη διάρθρωση του είναι σου, να είναι αυτή του Θεού. Δηλαδή βλέπεις ότι είσαι ολόκληρος κατ΄ εικόνα του Κτίσαντος. Δεν πιστεύεις μόνον. Τον βρίσκεις μέσα σου. Όχι σαν είδωλο που φαίνεται από τη λογική του παρόντος αιώνος και τα καταργούμενα κριτήρια, αλλά ως εικόνα που συλλαμβάνεται και θεωρείται καθολικά μέσα στη θυσία της αγάπης: Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται αλλά - εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει και η αγάπη αυτού τετελειωμένη εν ημίν εστιν, κατά τον Ιωάννη. Αλλά αν η αλήθεια μας δεν αποκαλύπτεται με την αγάπη, είναι ψευδής. Και αν η αγάπη μας δεν είναι απόρροια της Αλήθειας, είναι εφήμερη. Και ο άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία γνωρίζοντας τον εαυτό του αληθινά -ως εικόνα Θεού- γνωρίζει τα πάντα. Έρχεται σε άμεση οντολογική σχέση και επαφή μ΄ αυτά: Τω γνόντι εαυτόν, η γνώσις των πάντων δίδοται αυτώ. Το γαρ γιγνώσκειν εαυτόν, πλήρωμα της γνώσεως των απάντων εστί… Εν τω καιρώ, εν ώ η ταπείνωσις βασιλεύει εν τη διαγωγή σου, υποτάσσεταί σοι η ψυχή σου, και μετ΄ αυτής υποταγήσεταί σοι τα πάντα, έγραψε ο αββάς Ισαάκ. Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης φτάνει στο σημείο να πει ότι δεν μας παραπλανούν απλώς οι αισθήσεις και οι γνώσεις, μα ότι όλα εκείνα που γνωρίζομε είναι ανυπόστατα: ‘Ουδέν των άλλων όσα τε τη αισθήσει καταλαμβάνεται και όσα κατά την διάνοιαν θεωρείται τω όντι υφέστηκε πλην της υπερανεστώσης ουσίας και της αιτίας του παντός! Η αληθής είδησις, γνώσις του Όντος βρίσκεται στην άγνοια - και το ιδείν εν τω μη ιδείν. Γι αυτό λέμε εκ βάθους καρδίας: Άξιον και δίκαιον σε υμνείν, σε ευλογείν, σε αινείν, σοι ευχαριστείν, σε προσκυνείν. Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων...»

«Αυτές οι λέξεις και οι εκφράσεις δεν έχουν καμιά σχέση με τη Βίβλο, είναι βγαλμένες από την ελληνική φιλοσοφία!» είπε ο Κριτίας.

Ο Γέροντας άνοιξε το στόμα να απαντήσει, αλλά συνειδητοποίησε πως η ώρα είχε περάσει και κρατήθηκε.

«Βλέπω ότι οι φίλοι μας κουράστηκαν…»

Οι φίλοι, πράγματι είχαν χάσει από πολλή ώρα κάθε επαφή με τη συζήτηση. Ο Κριτίας διαφωνούσε απολύτως με τις ποιητικές προσεγγίσεις του Γέροντα, αλλά δεν έδωσε κι αυτός συνέχεια, ίσως γιατί δεν μπορούσε να αντιπαραθέσει εύκολα τα κατάλληλα επιχειρήματα απέναντι στον χείμαρρο του αγειορίτη μοναχού – κάτι που ήταν πρωτοφανής κατάσταση γι’ αυτόν. Ο Γερβάσιος χαμογέλασε καλόκαρδα και παρατήρησε πως η πίστη είναι ευλογία, αλλά κατά τον Ηράκλειτο, και μέσω της απιστίας μπορεί κανείς να οδηγηθεί στον Θεό, αφού οδός άνω κάτω μία και ωυτή»

* * *

Λίγη ώρα αργότερα βαδίζαμε στο σύντομο αλλά δυσκολοβάδιστο μονοπάτι προς τη μονή Γρηγορίου . Ο Κριτίας πήγαινε μπροστά, εγώ τον ακολουθούσα, οι Ιούλιος και Κατιλίνας είχαν μείνει αρκετά πίσω. Ξαφνικά, βλέπω τον Κριτία να κοκαλώνει, να μένει για λίγο ασάλευτος και μετά να εκσφενδονίζει μια πέτρα προς τη θάλασσα.

«Μου την έφερε ο Γερβάσιος! Κι εγώ τον άκουγα σα μπούφος! Ακούς εκεί, ο άγιος Μάξιμος μας είπε τάχα για κaινούριο ότι είναι συγγενέστερο στη φύση του Θεού το Μη – Είναι! Μα υπάρχει καταγραμμένη αιώνες νωρίτερα η άποψη του νεοπλατωνικού φιλοσόφου Σερήνου Σαλλούστιου, ο οποίος ήταν προσωπικός φίλος του αυτοκράτορα Ιουλιανού, για την Πρώτη Αιτία, η οποία πρέπει απαραιτήτως να είναι πέρα από την Ύπαρξη και από το Αγαθό! Πως το ξέχασα;»

Με είδε που γελούσα και φουρκίστηκε ακόμα περισσότερο. Προσήλωσε το βλέμμα στον ορίζοντα και βρήκε γρήγορα την καλή του διάθεση. Έβαλε κι αυτός τα γέλια.

«Τελικά είναι αδύνατον να μιλήσεις για τον Θεό με κάποιον καλόγερο! Ας μου γίνει μάθημα, όταν κάποιος απέναντι σε κάθε αμφιβολία, σε κάθε ερώτημα, υψώνει έναν τοίχο από βεβαιότητες, να συνεχίζω απτόητος την αναζήτηση!»

«Ο Γέροντας είναι ένας από τους καλύτερους συζητητές που έχω γνωρίσει»

Ο Κριτίας παρατήρησε ότι όταν ο ένας συνομιλητής είναι εξοπλισμένος με την άτρωτη πανοπλία της πίστης και ο άλλος πηγαίνει στη μάχη ακάλυπτος, μόνο με τη δύναμη του Λόγου, δηλαδή με το απλό και απέριττο «νομίζω» ήδη ο αγώνας δεν διεξάγεται επί ίσοις όροις.

«Πολύ περισσότερο όταν οφείλεις να σέβεσαι τον πιστό συνομιλητή σου, γιατί είναι Γέροντας και …γέροντας - και γιατί σε φιλοξενεί στο σπίτι του!»

Στο μεταξύ μας έφτασαν οι καθυστερημένοι συνοδοιπόροι.

«Τι φωνάζει αυτός;» ρώτησε λαχανιασμένος ο Κατιλίνας. «Πρέπει να το παραδεχτείς» είπε πειραχτικά στον Κριτία, «ο Γερβάσιος σε έκανε σκόνη…»

Ο Κριτίας έγινε μπαρούτι.

«Τόσο καταλαβαίνεις, τόσο λες…» είπε θυμωμένος. «Αλλά δεν είναι παράξενο, δεν έμαθες ποτέ να βάζεις το δικό σου μυαλό να δουλεύει, παίρνεις έτοιμες όλες τις εύκολες συνταγές που κυκλοφορούν και τις καταναλώνεις!»

Ο Κατιλίνας με κοίταξε ξαφνιασμένος.

«Τι έπαθε αυτός, ρε Κίμωνα; Μύγα τον τσίμπησε;»

«Όχι» είπα πολύ σοβαρά, «μάλλον ξαφνιάστηκε που στο Άγιον Όρος συνάντησε χριστιανούς ορθόδοξους και όχι παγανιστές, και μάλιστα εκείνου του εκλεκτού και σπάνιου είδους που είχε εντρυφήσει στον Ηράκλειτο…»

Όλοι γέλασαν με την ψυχή τους και η ατμόσφαιρα αποφορτίστηκε και πάλι. Πήραμε το μονοπάτι.

«Δε θέλεις να χάνεις στην αντιπαράθεση, ούτε καν από τον Γερβάσιο» του είπα, όταν απομακρυνθήκαμε και πάλι από το δίδυμο Χοντρός - Λιγνός, που καθυστερούσε.

«Έτσι είναι» παραδέχτηκε ο Κριτίας. «Κάθε αγώνας είναι α-νόητος, όταν δεν σκοπεύεις στη νίκη, ακόμα κι όταν πρόκειται για ρητορικό αγώνα μ΄ έναν καλόγερο. Αλλά ας μην δραματοποιούμε τα συμβάντα, ο Γερβάσιος έπαιζε εντός έδρας και μάλιστα με θέμα που μελετά επί χρόνια, ενώ εγώ είμαι ακόμα νεοεισελθών περιηγητής στους κήπους του Ηρακλείτου…»

Σταμάτησα, στη μέση μιας κοφτής ανηφοριάς και στράφηκα προς το μέρος του.

«Σκοπός σου είναι πάντοτε η νίκη και έφαγες τα νιάτα σου με τους χαμένους του ΚΚΕ;» είπα περιπαιχτικά.

Ο Κριτίας αρπάχτηκε από έναν θάμνο και βολεύτηκε πλάι μου, σε μια φυτεμένη πέτρα - σκαλοπάτι. Έβγαλε τα τσιγάρα του και ανάψαμε.

«Τώρα μου πατάς τον κάλο, φίλε… Η ένταξή μου στην αριστερά και στο Κόμμα δεν έγινε από θέσεις ήττας, μην ξεχνάς ότι στη Λευκάδα το Κόμμα είχε και έχει ακόμα μεγάλη δύναμη, κοινωνική αποδοχή και παρουσία… Μην ξεχνάς ότι δεν πέρασαν ακόμα ούτε εννέα χρόνια από τον τελευταίο θρίαμβο του σοσιαλισμού - εννοώ την συντριβή των Αμερικάνων στο Βιετνάμ, απέχουμε μόλις έντεκα χρόνια από τα μεγάλα γεγονότα του Πολυτεχνείου, όπου βρέθηκα κι εγώ για λίγο, μαθητής ακόμα, αλλά ήδη συνειδητός κομμουνιστής… Κι αν είχαμε χάσει το ‘49, τι έγινε; Η κυριαρχία του καπιταλισμού δεν θα κρατούσε για πάντα στον κόσμο, ούτε στην Ελλάδα. Ο σοσιαλισμός φαινόταν να πηγαίνει μια χαρά, η Σοβιετική Ένωση ήταν υπερδύναμη, τα κινήματα σε όλον τον κόσμο ζωντανά και ζωηρά… Μην με θεωρείς, λοιπόν, αφελή, ούτε εμένα, ούτε γενικά το Κόμμα. Ποντάραμε σε γερό άλογο, με μεγάλες πιθανότητες νίκης…»

«Μόνο που το άλογο αποδείχτηκε κουτσάλογο…»

«Ναι, έτσι είναι, όντως είναι κουτσάλογο, οι εκτιμήσεις μας ήταν κοντόθωρες, δεν βλέπαμε πολύ πίσω και πολύ μπροστά, ούτε εκτιμήσαμε σωστά τις δυνατότητες του καπιταλισμού και τις δικές μας αδυναμίες… Με λίγα λόγια, παίξαμε και χάσαμε!»

Από τη στροφή του μονοπατιού φάνηκαν οι Ιούλιος και Κατιλίνας. Χάρηκαν που μας είδαν να καθόμαστε, κάθισαν αμέσως και αυτοί και άναψαν τσιγάρα.

«Και τώρα, τι γίνεται; Ποιόν δρόμο σκέφτεσαι να πορευτείς;» ρώτησα τον Κριτία.

Αυτός σηκώθηκε, τίναξε τα ρούχα του και φορτώθηκε το σάκο του.

«Κατ΄ αρχήν, τον δρόμο προς τη Γρηγορίου » είπε. «Η αριστερά έχει ξοφλήσει, αλλά δεν έχει πεθάνει, ούτε θα πεθάνει εντελώς, στο ορατό μέλλον. Κι αν γίνει κάποιο θαύμα αντίστοιχο με εκείνο της επί του Όρους Ομιλίας, τότε μπορεί να ξαναβρεθεί σε πλεονεκτική θέση - αλλά τα θαύματα τα κάνουν οι προκομμένοι άνθρωποι, και τους ηγέτες μας δεν τους έχω ικανούς για θαύματα… Άρα, θα μείνω κι εγώ στο καράβι, αλλά τώρα πια όχι για να κάνω το ναύτη στο κατάρτι ή τον θερμαστή στο στόκολο. Θέλω να γίνω κι εγώ αξιωματούχος, όχι καπετάνιος κατ΄ ανάγκην, αλλά αξιωματούχος, γιατί άλλο η γέφυρα και άλλο το μηχανοστάσιο, είναι σαφές… Αλλά όχι πια στο ΚΚΕ, εκεί τα πράγματα είναι τελείως μπλοκαρισμένα, υποχρεωτικά θα πάμε παραδίπλα»

Τον κοίταξα με ολοφάνερη περιφρόνηση.

«Αυτό είναι καθαρός οπορτουνισμός!»

Ο Κριτίας γέλασε με την καρδιά του.

«Φυσικά! Κάποιος φανατικός ή ηλίθιος θα το έλεγε ακόμα καιροσκοπισμό, πολιτικαντισμό, προδοσία των αρχών, ελεεινό και τρισάθλιο συμβιβασμό! Αν αναλάμβανα εισαγγελέας σ΄ ένα σοσιαλιστικό δικαστήριο αξιών, έναν τύπο σαν κι εμένα θα τον έκανα με τα κρεμμυδάκια…»

«Λοιπόν;»

«Υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια, φίλε μου. Η πράξη μας απέδειξε με τον πιο τελεσίδικο τρόπο, ότι δεν υπάρχει νομιμοποίηση για κανενός είδους δικαστήριο σοσιαλιστικής ηθικής και αξιών. Συνεπώς, όποιος φασουλής τολμήσει να με κατηγορήσει – ειλικρινά, τον έχω χεσμένο! Μπορεί να μην του το δείξω, γιατί τον χρειάζομαι ως πελάτη ή και ψηφοφόρο, αλλά η αλήθεια είναι αυτή και δεν αλλάζει. Εγώ είμαι και θα είμαι πάντα αριστερός, σε μια αριστερά του μέλλοντος, που ακόμα δεν υπάρχει και μπορεί να μην υπάρξει στις μέρες μας… Αλλά, πρέπει να ζήσω τη ζωή μου, σου θυμίζω: ως αξιωματούχος, εδώ και τώρα, που λέει και το ΠΑΣΟΚ, και μάλιστα στο χώρο της αριστεράς. Αυτό μην το ανάγεις σε ηθικό θέμα, δεν είναι καθόλου ηθικό, αλλά πρακτικό ζήτημα. Αλλιώς, θα έπρεπε να πάω στη δεξιά - άτοπο- ή στο ΠΑΣΟΚ – ασυγκρίτως αηδέστερο από το να μείνω στον χώρο που ήδη είμαι και ευρίσκομαι»

Τον είδα να παίρνει σαρκαστική έκφραση.

«Βέβαια, το ΠΑΣΟΚ είναι το μέλλον του τόπου, έχει τόσο πολύ χρεοκοπήσει η δεξιά που δεν πρόκειται να συνέλθει πριν περάσουν πολλά χρόνια, όχι μόνο όσο έχουν τον Ανδρέα, αλλά και μετά, το ΠΑΣΟΚ θα συνεχίσει… Αλλά, ξέρεις πόσα φιλόδοξα λιγούρια διαθέτει; Χιλιάδες! Η μετακίνηση στο χώρο τους είναι προσωπική, πολιτική και επαγγελματική αυτοκτονία… Ξέρεις, στα αριστερά ο χώρος είναι πιο άνετος, θα είναι για πολύ ακόμα ιδεολογικά και πολιτικά λουσάτος, άσε που μπορεί να γίνει το θαύμα που λέγαμε πριν, γιατί λοιπόν να γίνω μετανάστης και να μην έχω τον χώρο μου ως πολιτική και επαγγελματική αφετηρία;»

Ο Κριτίας κοντοστάθηκε, τον πλησίασα και βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο.

«Υποκλίνομαι μπροστά στην κυνική σου διαύγεια», είπα, «αλλά δεν θα πάρω, ευχαριστώ…»

Ο Κριτίας με κοίταξε ήρεμα, φιλικά, χωρίς ίχνος εκνευρισμού.

«Κανένα πρόβλημα. Καθώς σε βλέπω προβάλλω τις πιθανότητες του μέλλοντός σου και διακρίνω πολλούς δρόμους ανοιχτούς. Όλοι, όμως, οδηγούν στο ίδιο σημείο: Πάντα θα είσαι εντός και εκτός, δεν θα γουστάρεις το νταλαβέρι με το σύστημα, αλλά θα το κάνεις, γιατί είσαι μεν πολύ ιδεολόγος για να αποδεχτείς το συμβιβασμό - αλλά και πολύ πρακτικός άνθρωπος για να μπεις στο περιθώριο, να γίνεις αναχωρητής ή ερημίτης, ενώ είναι φανερό ότι θα είσαι πολύ καλός στη δουλειά σου, ώστε να χαραμίσεις τις προοπτικές της…»

Άνοιξα το στόμα για να απαντήσω, αλλά με πρόλαβε η φωνή του Κατιλίνα, που κατέφθανε, κάθιδρος.

«Άντε ρε παιδιά», είπε, «έτσι όπως πάτε, όλο στάσεις, δεν θα φτάσουμε σήμερα στο μοναστήρι, θα μείνουμε στο δρόμο!»

Αλλά η Γρηγορίου ήταν μόλις δέκα λεπτά από κει.

* * *

Ενώ εμείς ακόμα συζητούσαμε με τον μελίρρυτο γέροντα, ο Θεύδης κατηφόριζε γοργά προς τον αρσανά. Διέσχισε τους αύλιους χώρους της μονής, πέρασε ανάμεσα από τα εργατόσπιτα, τα βορδοναρεία και τις αποθήκες, δεν στάθηκε καθόλου να χαζέψει τις διαδοχικές αναβαθμίδες, φτιαγμένες με τέχνη και κόπο, που χρησίμευαν ως περιβόλια, για τις ανάγκες της μονής. Διάβηκε γρήγορα από όλα αυτά και χωρίς να στρέψει το βλέμμα του πίσω, πήρε το δύσβατο μονοπάτι που θα τον οδηγούσε μακριά από τους καλογήρους με την αδιανόητη αντίληψη του χρόνου. Κατέβαινε προς τη θάλασσα διασχίζοντας τον μεγάλο ελαιώνα της μονής, ώσπου έφτασε στον αρσανά. Ακόμα δε φαινόταν να έρχεται καΐκι .

Μπήκε στον παλιό, μεγάλο πύργο του αρσανά, άναψε τσιγάρο, έμεινε μέσα περίπου τριάντα δευτερόλεπτα και βγήκε, για να ελέγχει τη θαλάσσια κυκλοφορία. Αφηρημένος χάζεψε το κονάκι, χτισμένο πάνω στο κύμα, με την κληματαριά στο μπαλκόνι- χωρίς να το βλέπει. Ένα τέτοιο σπίτι θα τον γοήτευε μέχρις υπερβολής, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, αλλά, στον χρόνο της αφήγησης του ήταν παντελώς αδιάφορο. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το τσιγάρο και φάνηκε από πέρα το καΐκι.

Ο Θεύδης στήθηκε στη μικρή τσιμεντένια σκάλα και έκανε σινιάλο κουνώντας κυκλικά τα χέρια του. Ο καπετάνιος ζύγωσε ως τα εκατό μέτρα. Ο υποψήφιος επιβάτης τον είδε με φρίκη να κάνει κράτει, να στέκεται και να κοιτάζει ένα γύρω τη φρεσκαρισμένη θάλασσα.

«Δε μπορώ να ζυγώσω, θα με ρίξει στα βράχια!» του φώναξε.

«Στάσου εκεί, θα κολυμπήσω!» φώναξε ο απελπισμένος Θεύδης.

Μόλις τ΄ άκουσε αυτό ο καϊκτσής σταυροκοπήθηκε, άρπαξε το τιμόνι και έβαλε ολοταχώς μακριά από τον αναμαλλιασμένο νεαρό.

Όσο να συνειδητοποιήσει ο Θεύδης πως ο βαρκάρης τον άφηνε στα κρύα του λουτρού, είχε προλάβει να ξετυλίξει από το λαιμό του το μακρύ κασκόλ του Κατιλίνα. Το κασκόλ έπεσε στο τσιμέντο - και έμεινε για ανακύκλωση εκεί γύρω -, ενώ ο Θεύδης ωρυόταν, εις μάτην, «γύρνα πίσω ρεεε…». Δεν του έμενε παρά να γυρίσει πίσω στη μονή και να φύγει για τη Δάφνη αποκεί. Να γυρίσει όμως στη μονή δεν ήταν και τόσο εύκολο. Μετά από λίγα λεπτά γρήγορης ανάβασης ο Θεύδης άρχισε να ξαλαφρώνει το σακίδιο από όσα το βάραιναν υπερβολικά: Δυο μπουκάλια κονιάκ, τέσσερις κονσέρβες, δυο βιβλία. Σκέφτηκε να παρατήσει ακόμα και τη φωτογραφική του μηχανή, αλλά κρατήθηκε την τελευταία στιγμή. Δυστυχώς, και χωρίς τη σαβούρα, η ανηφόρα του έκοβε την ανάσα και τα πόδια. Ωστόσο κατάφερε να φτάσει στο μοναστήρι και ανέβηκε σα σίφουνας τα σκαλιά ως την αυλή. Ο αρχοντάρης που είχε παρακολουθήσει από το μπαλκόνι της μονής το κατέβα - ανέβα του νεαρού Αθηναίου, κατέβηκε για να τον συναντήσει. Ακολούθησε ο εξής διάλογος:

«Οι άλλοι που πήγαν;»

«Έφυγαν για τη Γρηγορίου . Την ώρα που ξεκινούσες από κάτω, αυτοί κατέβαιναν από δω το μονοπάτι, ως τη διασταύρωση… Παραλίγο να συναντηθείτε…»

«Το τζιπ έφυγε για τη Δάφνη;»

«Έχει δέκα λεπτά…»

«Κι εγώ πως θα πάω;»

«Πάντως με τα πόδια τώρα πια δεν προλαβαίνεις το καΐκι…»

«Να πάω με το πυροσβεστικό!»

«Δεν υπάρχει οδηγός να το πάει…»

«Ένα άλογο, ένα μουλάρι τότε!»

«….»

«Πρέπει να φύγω οπωσδήποτε! Θα πάω με τα πόδια!»

«Πρέπει να βγάλεις φτερά ως τη Δάφνη!»

«Θα βγάλω!»

Ο αρχοντάρης τον είδε αποφασισμένο. Τον ανέβασε στ΄ αρχονταρίκι και τον πότισε δυο τσίπουρα «για τη θερμοκρασία». Μετά τούδωσε δυο λουκούμια, τυλιγμένα σ΄ ένα χαρτί.

«Βάλτα στην τσέπη, είναι για την υπογλυκαιμία, θα τα φας στη μέση του δρόμου»

Ο Θεύδης έφυγε τρέχοντας. Ο αρχοντάρης, απορημένος αλλά και διακριτικός, τον ευλόγησε, είπε ένα «στην ευχή της Παναγίας» και γύρισε στις δουλειές του.

* * *

Ενώ εμείς απολαμβάναμε ήδη την αγιορείτικη φιλοξενία στην ιερά Μονή Γρηγορίου (καφές, τσίπουρο, λουκούμι) και αναρωτιόμαστε που να βρίσκεται ο Θεύδης, αυτός βάδιζε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για τη Δάφνη. Δε σταμάτησε ούτε για τσιγάρο. Όταν έφτασε στη στροφή που δρόμου που έχει θέα στο λιμάνι, είδε τον κόσμο να επιβιβάζεται στο καΐκι. Άρχισε να τρέχει, συγκεντρώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, αλλά όταν έφτασε στην αποβάθρα το πλεούμενο ήταν πια διακόσιες οργιές μακριά.

«Τι γίνεται τώρα;» ρώτησε απελπισμένος τον μπακάλη.

Αυτός τον κοίταξε χωρίς να βιάζεται καθόλου και του είπε

«Δεν πειράζει, βγαίνεις αύριο…»

Στο μεταξύ το λιμάνι άδειασε ως δια μαγείας, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Ο Θεύδης όρμησε στο κονάκι της χωροφυλακής, αλλά οι δυο χωροφύλακες δήλωσαν αδυναμία να τον βοηθήσουν. Του σύστησαν όμως να πάει στους τελωνιακούς, που είχαν καιρό στη Δάφνη και ήξεραν πρόσωπα και πράγματα. Ο Θεύδης τους πέτυχε να ετοιμάζουν λαγό στιφάδο. Του είπαν πως μόνος τρόπος είναι να έρθει βάρκα από την Ουρανούπολη, να τον πάρει, αλλά ποιος τρελός θα βγει έξω με τέτοιον καιρό; Ο Θεύδης δήλωσε ότι πληρώνει όσο - όσο, οι τελωνιακοί τηλεφώνησαν στην Ουρανούπολη, μίλησε και ο ίδιος στο τηλέφωνο και με τα πολλά έπεισε το φιλοχρήματο βαρκάρη να αποπλεύσει.

Πράγματι, δυο ώρες αργότερα, ενώ ο Θεύδης βημάτιζε πάνω - κάτω στην προκυμαία, φάνηκε η εξωλέμβιος να ζυγώνει χοροπηδώντας πάνω στα κύματα. Ο Θεύδης πήδηξε μέσα και για τις επόμενες δύο ώρες θαλασσοπνίχτηκε για τα καλά. Κατάφερε να φτάσει στην Ουρανούπολη πέντε λεπτά πριν φύγει το τελευταίο λεωφορείο για Θεσσαλονίκη, ήταν η πρώτη φορά που έφτανε στην ώρα του εκείνη τη δύσκολη μέρα του Ιανουαρίου. Από το ΚΤΕΛ Χαλκιδικής πήρε ταξί, πήγε κατ΄ ευθείαν στο σταθμό των Αθηνών και μπήκε στο πρώτο λεωφορείο που έφευγε για Αθήνα. Λίγες ώρες αργότερα, πριν ξημερώσει η 4η Ιανουαρίου, έφτανε στο σπίτι του. Η μάνα του τρόμαξε μόλις τον είδε: Πέραν της ταλαιπωρίας, είχε να κοιμηθεί από τις 30 Δεκεμβρίου της …προηγούμενης χρονιάς.

Το μεσημέρι της επομένης, ενώ ο Θεύδης κοιμόταν ακόμα, η μάνα του τακτοποιούσε τα πράγματά του και τα ρούχα του. Βάζοντας το χέρι στην τσέπη του μπουφάν ξαφνιάστηκε καθώς κόλλησε στα δάχτυλά της ε κάτι μαλακό.

«Έλα Παναγία μου, λουκούμια!…» φώναξε και σταυροκοπήθηκε.


* * *

Όσο ο Θεύδης θαλασσοπνιγόταν, ο Κριτίας και εγώ παίρναμε το δρόμο για το Κελί των Αγίων Αναργύρων, προκειμένου να συναντήσουμε τον μοναχό Νικόδημο, τον αμπελουργό κουνιάδο του Φιλοκτήτη. Ο Ιούλιος και ο Κατιλίνας κιότεψαν ενόψει του τετράωρου ποδαρόδρομου και προτίμησαν να αναπαύσουν τα κουρασμένα κορμιά τους στο ήρεμο περιβάλλον της Μονής.

Μετά από μια κουραστική αλλά και αναζωογονητική πεζοπορία, αντικρίσαμε δυο ανθρώπους με ράσο να κλαδεύουν στο αμπέλι και πήγαμε προς το μέρος τους. Ο Νικόδημος μας υποδέχτηκε με ευγένεια, η οποία μετατράπηκε σε χαρά όταν του εξηγήσαμε πως γνωρίζαμε την αδελφή του Ερατώ και του μεταφέραμε τους χαιρετισμούς του Φιλοκτήτη. Ήταν ένας σαρανταπεντάρης αγροτοκαλόγερος, με ροζιασμένα χέρια, σκαμμένο πρόσωπο, ηλιοκαμένος από τη δουλειά στα αμπέλια. Μαζί του βρισκόταν ο υποτακτικός του Βησσαρίων, αρκετά νεότερος, του οποίου τη φωνή ακούσαμε ελάχιστες φορές μέχρι το επόμενο μεσημέρι που φύγαμε.

Ο μοναχός μας ξενάγησε στα αμπέλια του κελιού, σαράντα στρέμματα με Αγιοργείτικο, Καπερνέ, Μερλό και Σαρντονέ, φυτεμένα αμφιθεατρικά στις πλαγιές που έσβηναν γλυκά μπροστά στη θάλασσα. Μερικά κλίματα απείχαν μόλις τρία ή τέσσερα μέτρα από το κύμα. Είδαμε τον περιποιημένο τόπο όπου το καλοκαίρι έφτιαχναν το περιβόλι τους, τις αναβαθμίδες με τα οπωροφόρα και θαυμάσαμε τα εντυπωσιακά καλλωπιστικά φυτά, φυτεμένα με απόλυτη τάξη στις άκρες των αμπελιών και των μποστανιών.

«Όλα αυτά, τα δουλεύετε εσείς οι δύο;» ρώτησε έκπληκτος ο Κριτίας.

«Έχουμε τρεις μόνιμους εργάτες, Χαλκιδικιώτες» εξήγησε ο Νικόδημος, «αλλά όταν πέφτει πολύ δουλειά, όπως στον τρύγο, έρχονται κάμποσοι Πατέρες από τα γειτονικά κελιά και μας βοηθάνε»

«Αφιλοκερδώς;» θέλησε να διευκρινίσει ο Κριτίας.

«Φυσικά!» γέλασε ο Νικόδημος. «Εννοείται πως όταν βγει το κρασί και το τσίπουρο, δεν παραλείπουμε να τους δίνουμε ευλογία την απαιτούμενη ποσότητα, για να έχουν να πορεύονται… Έπειτα, άλλος έχει μεγάλο φορτηγό και μας εξυπηρετεί στη διακίνηση του κρασιού εκτός Αγίου Όρους ή μας φέρνει μέσα τα εφόδια, άλλος έχει ελιές και μας δίνει το λάδι της χρονιάς, άλλος μας φέρνει κεριά και λιβάνι από το εργόχειρό του, άλλοι μας δωρίζουν εικόνες αγίων που φτιάχνουν στα κελιά τους… Τόνα χέρι νίβει τάλλο και τα δυό το πρόσωπο…»

Η ξενάγησή μας ολοκληρώθηκε στις εγκαταστάσεις , δίπλα στ΄ αμπέλια, με το στεγασμένο πατητήρι και το αποστακτήριο και τις μεγάλες αποθήκες με τα τεράστια ξύλινα βαρέλια και τις εκατοντάδες νταμιτζάνες, γεμάτες με κρασί και τσίπουρο.

Λίγο αργότερα αγναντεύαμε το ηλιοβασίλεμα από το δώμα του Κελιού, ενώ το κύμα έσκαζε χαμηλά στο βράχο, πάνω στον οποίο στηριζόταν το εντυπωσιακό οικοδόμημα, που μετρούσε ήδη ζωή αιώνων. Προς μεγάλη μας έκπληξη ο αμπελουργός μοναχός απεδείχθη πως ήταν διδάκτωρ θεολογίας από το πανεπιστήμιο της Αθήνας – είχε κάνει και μεταπτυχιακά στη Σορβόνη. Οι νοικοκύρηδες άναψαν τα φώτα, δηλαδή μια λυχνία ασετιλίνης, που φώτισε με το λευκό της φως τη βαριά αλλά λιτή ξύλινη επίπλωση. Όλο το βράδυ πέρασε με τσίπουρο και συζήτηση, ενώ ο Βησσαρίων έψηνε στη σόμπα ολόκληρες πατάτες και κουβαλούσε κατά διαστήματα νηστίσιμα πιατάκια με ελιές, τουρσιά όλων των ειδών και φέτες ψωμί, από τον φούρνο του Κελιού, τις οποίες επίσης άφηνε πάνω στη σόμπα, αφού τις πασπάλιζε με λίγο αλάτι. Ο Κριτίας και εγώ λαδώναμε κιόλας ό,τι τρώγαμε, χύνοντας λάδι από το μεγάλο αλουμινένιο λαδικό.

Ο Νικόδημος ενέπνεε στον Κριτία την απαιτούμενη άνεση να διατυπώνει τις απόψεις του χωρίς αναστολές, όπως του συνέβη με τον Γερβάσιο. Η κουβέντα ξεκίνησε με ανταλλαγή απόψεων γύρω από την έννοια του προσώπου.

«Όλα ξεκινούν από τη ανάγκη του ανθρώπου να μιλήσει με τον θεό» είπε ο Κριτίας. «Αλλά πώς να του μιλήσει ένας θεός άπειρος, απεριόριστος, αναρίθμητος, αδήλωτος, απερίγραπτος κλπ, δηλαδή απρόσωπος; Μεγάλη ανάγκη , ο θεός να αποκτήσει πρόσωπο. Ε λοιπόν, ο αθεόφοβος άνθρωπος έβαλε τον θεό να υποστασιοποιηθεί, να γεννήσει τον Υιό και το Άγιον Πνεύμα και τότε αναφώνησε ευχαριστημένος: Επιτέλους, τώρα μπορεί να γίνει κουβέντα!»

Όλοι γέλασαν, ακόμα και ο Βησσαρίων. Ο Κριτίας συνέχισε:

«Έλα όμως που δεν είναι απλά τα πράγματα… Διότι πρόσωπο σημαίνει προσδιορισμός, περιγραφή, οριοθέτηση. Πως θα οριοθετήσεις το άπειρο; Το άπειρο δεν μπορεί να έχει πρόσωπο, άρα ας ψάξουμε να βρούμε λύση: Και ιδού, από τον τέταρτο αιώνα εμβαθύνεται η θεολογία της Τριάδος και κατά παράδοξο τρόπο οι Πατέρες βεβαιώνουν ότι δεν είναι αντιφατικό το άπειρο να μπορεί να έχει και πρόσωπο. Επειδή όμως είναι αντιφατικό, το πρόσωπο άρχισε να παίρνει το προβάδισμα έναντι του απείρου, απολύτου όντος και απέκτησε πλέον καθαρή αξία ή, όπως θα έλεγε ο γέροντας Γερβάσιος της Σιμωνόπετρας, οντολογική αξία. Τώρα πια ο άνθρωπος έχει φιλοτεχνήσει, ομολογώ με αξιοθαύμαστη τόλμη, τον τέλειο συνομιλητή, το τέλειο πρότυπο, με άλλα λόγια έναν θεό κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Και επειδή έπρεπε ο Υιός, δηλαδή ο Χριστός, να έχει πρόσωπο που να αντιστοιχεί σε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, διαχωρίστηκαν από την έννοια του προσώπου όλες οι λειτουργίες που απαρτίζουν τη φύση, όπως η διάνοια, η ελευθερία κλπ και έμεινε μόνο το υπαρκτικό υποκείμενο για να αποτελέσει το πρόσωπο… Και όλα αυτά συμβαίνουν γιατί πρέπει να θεμελιωθεί φιλοσοφικά το δόγμα: Ο Ιησούς ο Ναζωραίος είναι Υιός του Θεού, μέτοχος της Αγίας Τριάδος»

Ο συνοδοιπόρος μου έβγαλε, δισταχτικά, τα τσιγάρα του. Ο Νικόδημος είπε πως δεν υπάρχει πρόβλημα αν θέλουμε να καπνίσουμε, ο ίδιος αρνήθηκε το τσιγάρο που του προσφέρθηκε. Άρχισε να μιλάει με αργό ρυθμό, αλλά σιγά σιγά ζωήρευε το λόγο του.

«Δείτε δυο διαφορετικούς δρόμους που μπορεί να πάρει ο άνθρωπος. Ο ένας είναι ο δρόμος που ανυψώνει τη γλώσσα, την συνομιλία και το πρόσωπο του ανθρώπου έως το απόλυτο, μέσω της κοινωνίας με τον Θεό, το κατ΄ εξοχήν πεδίο συνευρέσεως. Ο δεύτερος είναι ο δρόμος της δυτικής σκέψεως, χριστιανικός βέβαια στην αφετηρία του και αυτός, ο οποίος όμως έχει ως επακόλουθο την υπονόμευση της αντίληψης περί κοσμικών νοημάτων, τα οποία υποκαταστάθηκαν από άλλα, εκπηγάζοντα από το πεδίο της ανθρώπινης αυτοαναφορικής και χρησιμοθηρικής συγκροτήσεως. Ως τελικό αποτέλεσμα, η εσωτερίκευση οδηγεί σε έναν δρόμο – ατέρμονα κοχλία, αδιέξοδο, και στην υποβάθμιση του προσώπου σε υποκείμενο, ικανό πλέον για καθαρά εσωτερική, μονολογική σκέψη, μια σκέψη που προηγείται πάσης συνομιλίας. Με αναπαύει ο πρώτος δρόμος, των ανοιχτών οριζόντων, ο δρόμος της κοινωνίας με τον θεό. Καταλήγουμε, όπως έλεγε ένας από τους συνομιλητές μου στα φοιτητικά μου χρόνια, σε μια δυναμική αντίληψη για το πρόσωπο, ως μη ολοκληρωμένο ζητούμενο, που οικοδομείται στη βάση μιας μυστηριώδους υποστατικής αρχής απόλυτης ετερότητας και μοναδικότητας, εφοδιασμένη με την τάση προς την απόλυτη ελευθερία – αγάπη»

Στο σημείο αυτό πήρα, για πρώτη φορά, το λόγο:

«Είναι προφανές» είπα, «ότι η εξέλιξη αυτή της δυτικής σκέψης, όπως την περιέγραψες πατέρα Νικόδημε, είναι μη ικανοποιητική και αδιέξοδη. Αλλά ο δικός σου δρόμος χρειάζεται ένα ορισμένο εφόδιο για να τον περπατήσεις, την πίστη, την οποία προφανώς δεν διαθέτει ο Κριτίας και δεν την διαθέτω κι εγώ, αν και ομολογώ πως θα το ήθελα. Μπορείς να μου πεις ότι χωρίς πίστη χάνουμε τελειωτικά την πιθανότητά μας να αποκτήσουμε πρόσωπο, αλλά αυτό κατ’ αρχήν δεν μας απογοητεύει. Το ζητούμενο είναι πως θα μπορούσαμε να διατηρήσουμε το σύγχρονο νόημα της ελευθερίας, της ευθύνης, της ατομικότητας, αποκαθιστώντας παράλληλα τον καθοριστικό ρόλο της συνομιλίας, δηλαδή της πραγματικής, κοινοτικής ζωής. Η ανάγκη αυτή οδηγεί στην άρθρωση ενός ηρακλείτειου συναμφότερου, όπου ο άνθρωπος οφείλει να συνδυάσει το ζην και πολιτεύεσθαι εντός της κοινότητος με την αναζήτηση του εσωτερικού εαυτού»

«Αυτό όσο εύκολο είναι να το λες, τόσο δύσκολο είναι να γίνει πράξη» παρατήρησε ο Νικόδημος,

Μια και είχα αρχίσει, συνέχισα:

«Αναρωτιέμαι, είναι δυνατό να πετύχω το ηρακλείτειον συναμφότερον του μέσα - έξω αν δεν συμμετέχω σε κάποιο προνομιακό πεδίο φανέρωσης; Δεν εννοώ κοινωνική ομάδα, κόμμα, σέχτα, συμμετοχή σε τελετές κλπ, αλλά σε πεδίο λόγου και στοχασμού. Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι εννοώ τον ηρακλείτειο ή ελληνικό Λόγο και όχι κάποιον άλλο. Αν ο Λόγος που θα επιλέξω είναι π.χ. ο εβραϊκός ή ο χριστιανικός ή ο μουσουλμανικός ή ο βουδιστικός, διαφοροποιώ εντελώς το πεδίο φανέρωσης και θέτω πλέον διαφορετικά δεδομένα και ζητούμενα. Η επιλογή απαιτεί προσοχή γιατί τελικά γινόμαστε αυτό που εξαρχής φανταστήκαμε! Το όνειρό μας είναι ο τελικός προορισμός μας και το πεπρωμένο μας, άσχετα αν τελικά αποδειχτεί μεστωμένο στάρι ή πατημένο άχυρο…»

Ο Νικόδημος με κοίταξε ίσια στα μάτια και ρώτησε:

«Σε αναπαύει αληθινά το πεδίο φανερώσεως που θέλεις να είναι απλώς ο Λόγος, με την ηρακλείτεια έννοια;»

Είπα πως ναι, μου είναι αρκετό και θεωρώ πως διαθέτει πληρότητα και αυτάρκεια.

«Και ο Θεός;» ρώτησε ο Νικόδημος, «δεν αισθάνεσαι ότι είναι απαραίτητος για τη φανέρωση του προσώπου;»

Ήρεμα, απορώντας κι εγώ με την άνεσή μου, απάντησα «όχι, δεν είναι απαραίτητος»

* * *

Λίγο αργότερα συζητούσαμε για τις σχέσεις.

«Το σωστό να λέγεται…» παρατήρησε ο Νικόδημος, «ο άνθρωπος ταυτίζει το ζην με τη συμμετοχή του στην κοινότητα»

«Δεν μπορείς να πεις αν είναι σωστό ή λάθος, είναι απλώς αυτό που συμβαίνει…» είπε ο Κριτίας. «Η κοινότητα είναι κέλυφος για τον άνθρωπο, προστασία αλλά και ταφόπλακα. Το ίδιο οι σχέσεις: η πραγμάτωση του προσώπου μέσω της σχέσης με τον άλλον είναι μεγάλη ευκαιρία αλλά και τρομερό βάρος. Χάριν του άλλου είμαι, αλλά ταυτόχρονα ο άλλος είναι η κόλασή μου… Εκπληκτικό και τραγικό και απόλυτα πραγματικό ηρακλείτειο συναμφότερον! Ως συνήθως, την βασιλική οδό υποδεικνύει ο κοινοτικός, εξέχων πολίτης της Εφέσου: Εδιζησάμην εμεωητόν, μας λέει, αναζήτησα τον εαυτό μου. Και για τους άλλους - ανθρώποισι πάσι μέτεστι γιγνώσκειν εωυτούς και σωφρονείν. Παρόλο που ζούσε σε Πόλιν, είναι σαφές ότι η αναζήτηση του έσω είναι γι αυτόν υπόθεση ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η Πόλις, η κοινότητα, ο Άλλος, θα σου εξασφαλίσει κάποια εκπαίδευση, άντε και παιδεία. Για τα ουσιώδη όμως, τα έσω, πρέπει να βρέξεις ο ίδιος τον κώλο σου, αν θέλεις να φας ψάρι!»

«Σήμερα δεν υπάρχουν πλέον κοινότητες» είπε ο Νικόδημος, «υπάρχουν οι πόλεις, αυτά τα τερατώδη συγκροτήματα όπου στοιβάζονται οι άνθρωποι. Αλλά ο χώρος, ο ελεύθερος χώρος, είναι απαραίτητος όρος για να υπάρξει μια αξιοβίωτη ζωή… Γι’ αυτό και όσα μοναστήρια έγιναν μέσα στην Αθήνα, διαλύθηκαν: η έλλειψη χώρου είναι καταδικαστική»

Ο Νικόδημος σηκώθηκε, έριξε δυο κούτσουρα στην μαντεμένια σόμπα που έκαιγε αδιαλείπτως από την αρχή της κουβέντας, παράγγειλε στον Βησσαρίωνα να φέρει κάστανα και άρχισε να μιλάει και πάλι:

«Όταν ήμουν νεώτερος, μετά τις σπουδές μου δηλαδή, με κατάτρωγαν τα ερωτήματα τα σχετικά με την ελπίδα, την αποστολή και την αγωνία του ανθρώπου… Θυμάμαι πως είχα πέσει σε μαύρη απελπισία όταν διάβασα τα λόγια του Χαιντεγκερ, ότι η ανθρώπινη αγωνία έγκειται στο ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ερριμένη στον κόσμο, όπου τα πάντα αιωρούνται στην άβυσσο του μηδενός και της λήθης, ενώ η ανθρώπινη ελευθερία εκφράζεται ως αγωνιώδης αναμέτρηση με το μηδέν και ελευθερία προς τον θάνατο. Ή την άλλη απελπισμένη άποψη, του Σάρτρ, ότι ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος σε μια ελευθερία χωρίς διέξοδο, διότι η ανθρώπινη ύπαρξη ως το ατομικό και μοναδικό προηγείται της φύσης ή του γενικού της ανθρωπότητας και της ουσίας γενικά. Έτσι το περιεχόμενο της ανθρώπινης ύπαρξης δεν ορίζεται από καμία γενική φύση ή αξία. Απλώς ο άνθρωπος είναι αυτό που κάνει, δηλαδή ένα άχρηστο πάθος…»

Δεν είπε κανείς μας τίποτε και ο Νικόδημος συνέχισε:

«Ευτυχώς υπάρχει ο Χριστός, ευτυχώς υπάρχουν οι Έλληνες Πατέρες, από τον τέταρτο έως τον δέκατο πέμπτο αιώνα… Εκεί βρήκα ανάπαυση, αφού περιδιάβηκα αρκετά στις άγονες ερήμους της δυτικής φιλοσοφίας, ακόμα και στον μαρξισμό… Γιατί, αδελφοί, είναι μεγάλο πρόβλημα ο άνθρωπος. Σου γίνεται βάσανο και σταυρός ανανεούμενος, αν θέλεις να σεβαστείς τη φύση του, να μην τον ακρωτηριάσεις, αλλά να τον δεχτείς όπως είναι! Όλα τα συστήματα με προκρούστεια μέθοδο τον φέρνουν στα μέτρα τους. Οι ιδεαλισμοί τον εμπαίζουν με ανυπόστατους ρομαντισμούς, αφήνοντας πεινασμένο, αμεταμόρφωτο και νεκρούμενο το σώμα της ύπαρξής του… Έτσι ο άνθρωπος έλκεται αγνοούμενος, περιφρονούμενος, χρησιμοποιούμενος και ατιμαζόμενος. Και το δράμα του μένει ανοιχτό. Γιατί δεν χωρά ο άνθρωπος σ’ ένα νόμο ή σ’ ένα σχήμα. Τον αποπνίγει ο φαύλος κύκλος, η δράση για τη δράση, η μελέτη για τη μελέτη. Δεν τον σώζει η στατική, νομική λογική. Τι να την κάνει τη βελτίωση του χαρακτήρα αυτός που ζητά την αιωνιότητα; Μόνο το σήμερα ζει ο άνθρωπος. Το σήμερα θέλει αιωνιότητα, όχι το αύριο, για να δεχθεί την Αλήθεια. Θέλουμε να ζήσουμε όλοι για όλα. Που θα το βρούμε αυτό; Ποιος ανέχεται την ανυπόφορη απαίτησή μας, χωρίς να χάσει και να συνθλιβεί αυτός και το καθεστώς του, χωρίς να μας κλείσει το στόμα με φίμωτρο δικτατορίας ή με ψεύτικο ψωμί της εν φυλακή ελευθερίας και του λιμού της ευμάρειας; Ποιος θα ανεχθεί τον άνθρωπο; Μόνο Αυτός που μας έπλασε μας ξέρει πριν γεννηθούμε και αφού πεθάνουμε. Ζητούμε Αυτόν που έχουμε. Και θέλουμε να πραγματοποιήσουμε αυτό που είμαστε»

Ο Νικόδημος εξακολούθησε να μιλάει, όλο και περισσότερο συνεπαρμένος απ΄ όσα έλεγε:

«Τι να μου κάνει πλέον η δυτική σοφία; Δε μπορούσε να γλυκάνει την αγωνία της καρδιάς μου, να απαντήσει στα ερωτήματα του μυαλού μου. Βρήκα τον Γέροντά μου, έχει κοιμηθεί πλέον, και μου έδειξε πως ήλθεν η της ζωής βασιλεία και κατελύθη του θανάτου το κράτος και γέγονεν άλλη γέννησις, βίος έτερος, άλλο είδος ζωής, αυτής της φύσεως ημών μεταστοιχείωσις! Ο Μαρξ δεν έλεγε ότι δεν αρκεί η ερμηνεία του κόσμου, πρέπει να τον αλλάξουμε; Ιδού λοιπόν η αλλαγή, η πραγματική αλλαγή του σύμπαντος κόσμου, μέσα από την ατομική έκρηξη του θανάτου και της Αναστάσεως: Ο Κύριος διαλύει τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως με το να καλεί κατ΄ όνομα τα ίδια πρόβατα και να εκβάλλει αυτά στην ευρυχωρία που ορίζει η θεία Λειτουργία. Δεν παρεμποδίζεται η ελευθερία των προσώπων από την οποιανδήποτε αιχμαλωσία. Και δεν θίγεται η ενότης των από την οποιαδήποτε διασπορά. Έξω από τη θεία Λειτουργία οι άνθρωποι αντιμάχονται και μάταια βασανίζονται, γιατί νομίζουν ότι στον καθένα ανήκει ένα κομμάτι. Δεν έχουν καταλάβει ότι σε όλους ανήκουν όλα. Εδώ δίδεται το Πνεύμα το Άγιον, - το απαθώς μεριζόμενον και ολοσχερώς μετεχόμενον. Ο άρτος - ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων... Οι λειτουργημένοι και καθαγιασμένοι τα κάνουν όλα δι όλων εναρμονίως. Διότι - τω νομοθέτη συμβιοτεύοντες νομοθέται και αυτοί μάλλον εισίν ή νόμου φύλακες! Καταργείται το αδιαχώρητο. Οι πάντες χωρούν άνετα. Κάθε μια νέα παρουσία δεν είναι στρίμωγμα, αλλά εύρυνση, παροχή νέου χώρου και χαράς. Γιατί δεν έχουμε συνωστισμό όχλου, αλλά περιχώρηση αγαπωμένων προσώπων. Και οι πιο μεγάλες ελευθερίες είναι ανεπαρκείς για τις απαιτήσεις τους, και η βαρύτερη σκλαβιά ανίκανη να θίξει την ελευθερία τους…»

Επικράτησε για λίγο σιωπή. Ο Νικόδημος πήρε και πάλι τον λόγο:

«Ο άνθρωπος, η κορωνίδα της δημιουργίας, έχει μέσα του το επικίνδυνο δώρο της ελευθερίας. Γι αυτό και ο ίδιος είναι επικίνδυνος και κουραστικός για όλα τα συστήματα και τις θεωρίες. Σωτηρία του δεν είναι η έξωθεν παροχή αγαθών. Δεν μπαίνει ο άνθρωπος σε κατασκευασμένο από τρίτους παράδεισο. Ο παράδεισος, ως έκπληξη ζωής, ανατέλλει από τον κάθε έναν άνθρωπο: Η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν… Είναι απόλυτα ειλικρινής ο Σαρτρ και αντιπροσωπεύει έναν πολιτισμό και μια στάση ζωής, όταν λέει ότι κόλασή του είναι οι άλλοι. Και είναι αντίστοιχα ειλικρινής και αντιπροσωπεύει έναν άλλον πολιτισμό ο Αββάς του Γεροντικού, που λέει: Είδες τον αδελφό σου, είδες Κύριον τον Θεόν σου»

Ο Νικόδημος στράφηκε προς το μέρος του Κριτία και χαμογέλασε.

«Σέβομαι την έλλειψη πίστεως, είναι ευλογημένη κι αυτή…» είπε, ως άλλος Γερβάσιος. «Αλλά δεν παραδέχεσαι, αδελφέ, πως η ορθόδοξη αποδοχή του Άλλου είναι απείρως πιο σύμφωνη με το ανθρώπινο Είναι από την κόλαση του μηδενισμού;»

Ο Κριτίας αυτοσυγκεντρώθηκε, γιατί το τσίπουρο είχε αρχίσει πια να τον ζαλίζει επικίνδυνα και απάντησε:

«Το θετικό και το αρνητικό της παρουσίας του Άλλου φανερώνονται σε αυστηρά συγκεκριμένο χρόνο - και μόνον! Επιπλέον, η φανέρωση μπορεί να αλλοιωθεί με την παράταση της παρουσίας ή της απουσίας. Τίποτα δε μένει σταθερό, αμετάβλητο. Παράμετροι που σήμερα κάνουν τον αδελφό μου Θεό, αύριο μπορεί να έχουν μεταβληθεί και η παρουσία του να είναι για μένα κόλαση – δίχως να επηρεάζεται καν η ποιότητα των αισθημάτων μου απέναντί του. Το προτεινόμενο από εσένα σχήμα ταιριάζει μάλλον στην απόλυτα τακτοποιημένη ζωή, δηλαδή τις ασχολίες και τις σχέσεις ενός μοναχού, παρά στην καθημερινότητα του κοσμικού ανθρώπου. Απόψε χαρήκαμε όλοι τη συνάντηση, την τροφή, το τσίπουρο, την συζήτηση, την παρουσία του Άλλου… Αν όμως την παρατείνουμε ασυλλόγιστα, σύντομα θα αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο να μετατραπεί σε κόλαση…»

Ο Νικόδημος απάντησε με ένα τελευταίο απόσπασμα του Ευαγγελίου:

«Εάν τις μου ακούση των ρημάτων και μη πιστεύση, εγώ ου κρίνω αυτόν… Ο λόγος ον ελάλησα κρινεί αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα»

Έκανε το σταυρό του, έγνεψε στον Βησσαρίωνα να μας δείξει τα κρεβάτια μας και μας καληνύχτισε.

«Ουκ εμού αλλά του λόγου ακούσαντας ομολογείν σοφόν εστιν εν πάντα είναι…» είπε ο Κριτίας και τεντώθηκε για να ξεπιαστεί. «Ξέρεις ποιος το είπε αυτό;»

Δεν ήξερα βέβαια, αλλά υπέθεσα:

«Ο Ηράκλειτος!»

Ο Κριτίας γέλασε.

«Έκανες διάνα! Ας πλαγιάσουμε, γιατί δεν βλέπω πια μπροστά μου από τη νύστα και το τσίπουρο…».