Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2005

Αθωνικόν έπος Ι

(Ιανουάριος 1984)


Αηδόνι αηδόνι αηδόνι
Τ-είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ-ανάμεσό τους;

Γιώργος Σεφέρης


Η παρέα συγκεντρώθηκε το βράδυ της πρωτοχρονιάς του 1984 στη Θεσσαλονίκη, στο σπίτι του Κατιλίνα, όπως είχαμε συμφωνήσει. Ήταν ο τελειόφοιτος της νομικής Κριτίας, ο επίσης τελειόφοιτος Θεύδης, ο πεμπτοετής της ιατρικής Κίμωνας και οι δύο πεμπτοετείς οδοντίατροι, ο Ιούλιος και ο Κατιλίνας. Η απουσία οποιασδήποτε γυναίκας δεν ήταν τυχαία: Η συντροφιά συγκεντρώθηκε για να ταξιδέψει στο Άγιον Όρος.

Η ιδέα ήταν του Κριτία. Πριν λίγους μήνες τον είχαν διαγράψει από το Κόμμα, γιατί πηδούσε πολύ – πολλές - και παραμελούσε τα κομματικά του καθήκοντα. Αυτό δηλαδή έλεγε ο ίδιος σε όσους τον ρωτούσαν. Η αλήθεια ήταν ότι είχε υποστεί ιδεολογική και συνάμα πολιτική καθίζηση και, χωρίς ανώφελες κουβέντες, τα είχε βροντήξει. Ο Κριτίας παρέμενε πολιτικά στην ευρύτερη αριστερά, αλλά σιγά σιγά άρχιζε να ψάχνει και να ασχολείται με πράγματα πέραν του μαρξισμού - λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού. Πρώτα με τη Nομική, όπου, κυνηγώντας τον χαμένο χρόνο, πέτυχε με άνεση απανωτά εννιάρια. Ύστερα με τις γυναίκες: αποφάσισε να δρα πλέον με πολύ αυστηρά ποιοτικά κριτήρια και να πλουτίζει τη συλλογή του αποκλειστικά με γυναίκες πρώτης διαλογής. Μετά ήταν οι εκδρομές και τα ταξίδια. Ως τα είκοσι πέντε του είχε επισκεφθεί μονάχα την κομμουνιστική Βουλγαρία, με ιλαροτραγικές εκδηλώσεις του διχασμού ανάμεσα στην κομμουνιστική του ηθική και στο πρακτικό «μ΄ ένα καλσόν, πηδάς όποια θέλεις!» Φυσικά ακολούθησε το δεύτερο δρόμο, αλλά με δυσβάσταχτο πολιτικό και προσωπικό άγχος.

Μετά την διαγραφή του είχε πραγματοποιήσει πλήθος δρομολόγια σε όλο το Αιγαίο, κουβαλώντας μαζί και τα βιβλία των επόμενων τριών μαθημάτων που θα έδινε, συν ένα δίμηνο καλοκαιρινό ταξίδι με τραίνο στη νότια Ευρώπη και τη βόρεια Αφρική, χωρίς βιβλία, αλλά με πακέτα προφυλακτικά στο σακίδιο, τα οποία καταναλώθηκαν μέχρις ενός, δεδομένου ότι το «εκτός έδρας» ανέστειλε μερικώς τις αποφάσεις περί αυστηρής ποιοτικής διαλογής.

Ο Κριτίας ήταν μανιώδης αναγνώστης και είχε έμφυτο ένα σπάνιο χάρισμα: είχε εκπληκτική ικανότητα αφομοίωσης και εύκολης ανάκλησης στη μνήμη του οποιουδήποτε κειμένου διάβαζε, για μια μονάχα φορά, όσο απαιτητικό και αν ήταν, έστω κι αν η ανάγνωση γινόταν στο κατάστρωμα του πλοίου, στην παραλία κάτω από την ομπρέλα - όταν δεν έκανε καταγραφή των γυναικείων παρουσιών - ή καθώς έπινε καφέ στο σπίτι της γκόμενας, μετά το κρεβάτι.

Ανάμεσα σε πολλά άλλα, για πρώτη φορά είχαν αρχίσει να τον απασχολούν θέματα όπως η καθ' ημάς Ανατολή και η θέση της Ελλάδας στη Δύση, οι σχέσεις Ορθοδοξίας και ελληνισμού, η Ορθόδοξη παράδοση και τέχνη ανά τους αιώνες, η πραγματική ιστορία των Ελλήνων και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η προσέγγιση αυτών των θεμάτων γινόταν από τη μεριά του με το γνωστό παθιασμένο του ταμπεραμέντο, αλλά πάντοτε συστηματικά και επίμονα. Ήθελε να διακρίνει, να περιγράψει και να ερμηνεύσει τα ιστορικά νήματα που δένουν την Ορθοδοξία με τους Έλληνες.

Πρότεινε ο ίδιος, ως θέμα της διπλωματικής του εργασίας, τη μελέτη των νομικών πλευρών της σχέσης της χριστιανικής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του φθίνοντος παγανισμού – και ο καθηγητής το δέχτηκε για να τον ξεφορτωθεί μια ώρα αρχύτερα. Μετά από λίγους μήνες, όταν παρουσίασε την εργασία του, ο ίδιος καθηγητής παραλίγο να πηδήξει από το παράθυρο του έκτου ορόφου: είχε μπροστά του μια άψογη διδακτορική διατριβή, δεν είχε να πει τίποτα για το υλικό και τη μέθοδο – και είχε μόνο θαυμαστικά σχόλια για την διαπραγμάτευση του θέματος. Κι όμως, δεν τόλμησε να κάνει την υπέρβαση και να «αρπάξει» τον Κριτία για την έδρα του – γιατί αυτός ήταν δεξιός και χριστιανός και ο νεαρός γνωστός κομμουνιστής (δε γνώριζε το «τέως») και αγνωστικιστής. Ο Κριτίας δεν έδωσε σημασία, άλλωστε αυτός είχε ασχοληθεί με το θέμα μονάχα επειδή τον ενδιέφερε – για προσωπική του ευχαρίστηση.

Όσο για μένα, εκείνο τον καιρό, η αναζήτηση του Θεού, της Ορθοδοξίας, του έθνους, της επανάστασης, της εναλλακτικής αριστεράς, του κοινοτισμού, ήταν μεν άκρως ενδιαφέροντα θέματα - και τα συζητούσαμε συχνά με τον Κριτία - αλλά είχα άλλες προτεραιότητες, δηλαδή την Ιατρική. Ήμουν αφοσιωμένος στην σπουδή της, αλλά δεν είχα κιόλας καταντήσει φυτό, να μην με ενδιαφέρει τι γίνεται γύρω μου. Στο κάτω κάτω οι καταβολές μου ήταν Ορθόδοξες, η εφηβεία μου ριζοσπαστικά αναρχική, η τότε σκέψη μου υπόδειγμα δυτικού ορθολογισμού. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ούτε το σύνολο, ούτε πολλά επιμέρους στοιχεία της ελληνικής παράδοσης. Δεν είχα και τις ωριγένειες δυνατότητες του Κριτία, να ασχολούμαι με ικανοποιητικά αποτελέσματα και με την Ιατρική και με τα υπόλοιπα…

Ένα βράδυ του Δεκέμβρη, πριν τις διακοπές, βρεθήκαμε στο σπίτι του Θεύδη, για χαρτιά. Ο Κριτίας έπαιζε πλέον με νεότερους, γιατί οι συνομήλικοί του είχαν ήδη πάρει πτυχίο και αποχωρήσει. Ήταν οι Κατιλίνας και Ιούλιος που συμπλήρωναν την πεντάδα των αθλητών. Έφτιαχναν καφέδες, κουτσομπόλευαν, παρακολουθούσαν και περίμεναν να τελειώσουμε για να πάμε ταβέρνα, η Αντιόχεια - του Θεύδη, διάδοχος της Πανσέμνης - και η Αντιγόνη - μέγας έρωτας του Ιούλιου, οποίος την προόριζε για γάμο. Η Καλυψώ θα μας συναντούσε αργότερα στην ταβέρνα, θα ερχόταν κατευθείαν από το αρχιτεκτονικό γραφείο που δούλευε. Ο Κατιλίνας ήταν εκείνη την εποχή ελεύθερος, ως συνήθως, και ο Κριτίας δεν έφερνε ποτέ τις γυναίκες του στην παρέα - εκείνη την εποχή είχε ταυτοχρόνως τρεις. Παίζαμε πόκα και το παιγνίδι είχε ανάψει. Κάποια στιγμή πήρε να μοιράσει χαρτιά ο Κριτίας, αλλά έμεινε ακίνητος, με το τσιγάρο στο στόμα και το βλέμμα απλανές. Όλοι τον κοιτούσαμε απορημένοι, τι διάολο έπαθε, κι αυτός μας λέει ξαφνικά «παίδες, πάμε στο Άγιον Όρος;» Η ιδέα έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από τους άντρες και με ανάμικτα συναισθήματα απόρριψης και ζήλιας από τις γυναίκες - τις οποίες δεν αφορούσε.

Οι λεπτομέρειες συζητήθηκαν στα «περιστέρια» της οδού Διαγόρα, κοντά στο γήπεδο του ΠΑΟΚ. Κερνούσα, έχοντας μαζέψει στα χαρτιά τα διαθέσιμα κεφάλαια της παρέας, όπως γινόταν σχεδόν κάθε φορά. Επειδή οι δύο οδοντίατροι και εγώ είχαμε κλινικές να παρακολουθήσουμε, αποφασίστηκε να συναντηθούμε όλοι στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της πρωτοχρονιάς και να ξεκινήσουμε το άλλο πρωί. Η Αντιόχεια και η Αντιγόνη επιχειρηματολογούσαν με πάθος για την κατάργηση του αβάτου, υποστηρίζοντας ότι είναι άδικο για τις γυναίκες και απαράδεκτο για την σύγχρονη εποχή. Η Καλυψώ έλεγε πως ήταν μεν απαράδεκτη η απαγόρευση για τις γυναίκες, αλλά δε χάλασε ο κόσμος: υπάρχουν τόσα και τόσα όμορφα μέρη, για να πάει κανείς. Οι άντρες συζητήσαμε σχετικά με την διαδικασία εισόδου και για τα εφόδια που θα χρειαζόμαστε κατά την πενθήμερη παραμονή μας. Η συζήτηση δεν επεκτάθηκε σε θεωρητικά θέματα.

Εκτενή ανταλλαγή απόψεων είχαμε το βράδυ της πρωτοχρονιάς, ενώ περιμέναμε την άφιξη του Θεύδη, ο οποίος καθυστερούσε. Στο σπίτι του Κατιλίνα δεν υπήρχε τηλέφωνο και παραμέναμε με την αμφιβολία αν τελικά ο Θεύδης θα ερχόταν - και αν θα ερχόταν έγκαιρα, δηλαδή πριν τις πέντε και μισή το πρωί, οπότε θα έπρεπε να κινηθούμε προς το ΚΤΕΛ Χαλκιδικής. Στο μεταξύ συνεχίσαμε να ασχολούμαστε με το επίκαιρο ερώτημα αν η νέο - Ορθοδοξία θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρουσα εναλλακτική πρόταση. Ο Κατιλίνας υποστήριζε πως είναι επιφυλακτικός σε ό,τι προωθείται από «αριστερούς και τέως αριστερούς των βορείων προαστίων». Ο Ιούλιος, ο οποίος ουδέποτε στη ζωή του ενεπλάκη σε συζήτηση θεωρητικότερη από ανάλυση ποδοσφαιρικού αγώνα, τηγάνιζε λουκάνικα με αυγά «για να βγει η νύχτα». Ο Κριτίας και εγώ ενδιαφερθήκαμε σχετικά με το τι μπορεί να σημαίνει Ορθοδοξία για τους σύγχρονους Έλληνες – και η συζήτηση μας πήγε πολύ μακριά.

Περί τις τέσσερις το πρωί κανείς δεν είχε το κουράγιο να συνεχίσει και τα βλέφαρα είχαν αρχίσει να βαραίνουν. Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε ο Θεύδης και κατάφερε να μας αγχώσει όλους: Ήθελε καφέ, ήθελε ασπιρίνη γιατί είχε πονοκέφαλο, ήθελε να τηλεφωνήσει στη μάνα του ότι έφτασε καλά, ήθελε να κοιμηθεί γιατί νύσταζε πολύ, ήθελε να ψωνίσει τσιγάρα και κονιάκ για το πενθήμερο, ήθελε οπωσδήποτε ένα κασκόλ γιατί είχε ξεχάσει το δικό του. Τελικά περιορίστηκε να πιει τον καφέ που του έφτιαξε ο Κατιλίνας και να περάσει στο λαιμό ένα παλιό κασκόλ του Κατιλίνα, πλεχτό, καφετί, ενάμισι μέτρο μακρύ.

* * *

Φτάσαμε στην Ουρανούπολη, ένα χωριουδάκι γεμάτο λάσπες, με λίγα φτωχικά μαγαζάκια και καφενεία. Το ενδιαφέρον της παρέας τράβηξε ο βυζαντινός πύργος στο λιμάνι, κυρίως όμως οι ευάριθμοι καλόγεροι που κυκλοφορούσαν ή περίμεναν το καΐκι. Οι φίλοι μου χάζευαν με ανυπόκριτη περιέργεια τους ρασοφόρους, συνήθως ντυμένους με φτωχικά ράσα, με το απαραίτητο μεγάλο υφαντό ταγάρι στον ώμο. «Ντορβάς λέγεται», ισχυριζόταν ο Καλαματιανός Κατιλίνας, ως «δισάκι» τον προσδιόριζε οι Αθηναίος Θεύδης. Οι περισσότεροι καλόγεροι έδειχναν απόλυτη αδιαφορία για την παρουσία των προσκυνητών, φαινόντουσαν απορροφημένοι στις σκέψεις ή την προσευχή τους. Κάποιοι ωστόσο, έριχναν ενοχλημένες ματιές στην θορυβώδη συντροφιά που μιλούσε και γελούσε δυνατά, κάπνιζε ασταμάτητα και γυρόφερνε ένα πλακέ μπουκάλι κονιάκ «για το κρύο». Επιβιβαστήκαμε όλοι εγκαίρως, πλην του Θεύδη, ο οποίος ήθελε επειγόντως τουαλέτα, χώθηκε στο βάθος της αυλής του καφενείου, όπου υπήρχε κάτι σαν τουαλέτα και τελικά πρόλαβε να πηδήξει στο καΐκι τη τελευταία στιγμή, χωρίς να έχει πετύχει αυτό που επεδίωκε.

Το καΐκι ξεκίνησε, ο ναύτης έκοψε σε όλους εισιτήρια, πλην των μοναχών, και καθένας βολεύτηκε όσο μπορούσε καλύτερα στον περιορισμένο χώρο του καταστρώματος. Σιγά σιγά τα τζάκετ κουμπώθηκαν, τα κασκόλ τυλίχτηκαν στο λαιμό, οι σκούφοι και τα γάντια ανασύρθηκαν από τα σακίδια. Είχε λιακάδα, αλλά το γεναριάτικο αεράκι δεν αστειευόταν. Οι προσκυνητές απολάμβαναν τη συμφωνία σε χρυσό και γαλάζιο, χάζευαν τους γλάρους που έσκιζαν τον ουρανό με χάρη και παρατηρούσαν την Ουρανούπολη να απομακρύνεται σιγά- σιγά και να σβήνει. Το καΐκι έστριψε αριστερά στον κάβο και σε λίγο αρχίσαμε να διακρίνουμε τις πρώτες όψεις της Αθωνικής πολιτείας. Στην αρχή κάποια κελιά, μετά έναν - έναν τους αρσανάδες και τα μοναστήρια.

Ο Κριτίας μας άφησε και έπιασε κουβέντα με δυο μεσόκοπους μοναχούς από το μεγάλο μοναστήρι της Λαύρας. Αφού οι καλόγεροι έμαθαν όσα ήθελαν από τον ευγενικό νεαρό προσκυνητή (από πού έρχεται, τι δουλειά κάνει, αν έχει ξανάρθει στο Όρος) και αφού του έκαναν επίμονες επισημάνσεις ότι ο κόσμος βαδίζει προς την καταστροφή, ελλείψει πίστεως, άρχισαν να απαντούν εκείνοι στις ερωτήσεις του Κριτία. Επειδή δεν ήταν πρόσωπα κατάλληλα για θεωρητική συζήτηση η κουβέντα έμεινε σε ιστορικά στοιχεία για τις μονές που προσέγγιζε το καΐκι, κυρίως όμως σε θέματα καθημερινής ζωής των μοναχών, διανθισμένα με αγιορείτικες αφηγήσεις για πράξεις και θαύματα οσίων. Αργότερα ο Κριτίας ήρθε και με βρήκε στην πλώρη - να καπνίζω και να ονειροπολώ. Του έκανα χώρο και στρώθηκε, όπως πάντα ορεξάτος για κουβέντα.

«Οι καλόγεροι είναι φοβεροί… Νάξερες τι άκουσαν τ’ αυτιά μου πριν από λίγο… Εδώ υπάρχει ολόκληρη μυθολογία, σε πλήρη ισχύ!»

Τον κοίταξα, δήθεν σοβαρά.

«Σίγουρα εδώ η Ορθοδοξία δεν είναι περιθωριακή μειοψηφία, όπως ισχυριζόσουνα χθες…»

Ο Κριτίας έβαλε τα γέλια.

«Προφανώς όχι, αλλά είναι νωρίς ακόμα για να καταλήξουμε σε συμπεράσματα, ας δούμε πρώτα, ας ακούσουμε, ας παρατηρήσουμε προσεκτικά και, κυρίως, ας βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει. Προκαταβολικά, όμως, ας μην μπερδεύουμε την ορθοδοξία με τον χριστιανικό παγανιστικό ευσεβισμό»

«Χριστιανικός παγανιστικός ευσεβισμός; Τι λες μωρέ Κριτία;»

«Δικός μου όρος, άρτι επινοηθείς… Είναι προφανές ότι ο παλαιός παγανισμός ζει και βασιλεύει, η απλοϊκότητα των ανθρώπων μεταφέρεται από την παλιά λατρεία και ενσωματώνεται λειτουργικά στη νεότερη. Μα πώς να νικηθεί πραγματικά ο παγανισμός, όταν σπόνσορας του χριστιανικού ευσεβισμού είναι ο …διάβολος; Δεν έχεις παρά να παρακολουθήσεις το μυστήριον του βαπτίσματος. Εκεί ο προσήλυτος - δια του αναδόχου - αποτάσσει τον Σατανά και την συνοδείαν αυτού και τους αγγέλους αυτού, εμφυσύει και …πτύει αυτόν, κατάμουτρα! Εν συνεχεία ο νεοφώτιστος λαδώνεται κανονικά, κόβονται τρίχες, εμβυθίζεται στο νερό, χρίεται με μύρον, και άλλα, που μου διαφεύγουν… Κανονικό βουντού! Ο θεσμοποιημένος χριστιανισμός δεν διστάζει, ξεματιάζει, πραγματοποιεί λιτανείες για να βρέξει, εξορκίζει, κρεμάει φυλαχτά, παράγει θαύματα, προσκυνάει λείψανα και εικόνες, περιδένει εκκλησάκια με νήματα, κρεμάει τάματα, ανάβει καντήλια και θυμιατίζει, γενικώς ανταποκρίνεται απολύτως στο κυρίαρχο παγανιστικό υπόστρωμα των ανθρώπων! Φυσικά, καταδικάζει τους μάγους και τους λοιπούς μη καθεστωτικούς αγύρτες, αλλά αυτό δεν συνιστά ιδεολογική ή αισθητική διαφορά, πρόκειται για πολιτικής φύσεως σύγκρουση συμφερόντων»

«Και λοιπόν;» ρώτησα, στρίβοντας δεύτερο τσιγάρο, γιατί του είχα προσφέρει το πρώτο.

«Τι λοιπόν; Στο σημείο αυτό ο απλός, σκεπτόμενος άνθρωπος σηκώνει τα χέρια: Η αφέλεια είναι όντως ανίκητη!»

«Σου υπενθυμίζω που πηγαίνουμε - και σου απευθύνω έκκληση να είσαι πιο μετρημένος»

«Δεκτόν!» είπε ο Κριτίας και χαμήλωσε τη φωνή. «Η διακριτικότητα είναι το βασικότερο από τα προσόντα μου. Αλλά πρέπει να παραδεχτείς ότι δεν μπορείς να βγάλεις άκρη με τους πιστούς, χρησιμοποιώντας τη λογική…»

«Πιστεύω ακριβώς γιατί είναι απίστευτα…»

«Αν δέχεσαι την πίστη ως αντίβαρο της λογικής αποδεικτικής διαδικασίας, αυτό σημαίνει ότι η πίστη δημιουργεί συνθήκες εικονικής πραγματικότητας, η οποία στη συνέχεια μετατρέπεται σε ζώσα πραγματικότητα, με την προσαρμογή όλων των λειτουργιών του Είναι σε αυτήν. Γίνεται δηλαδή η πλάνη αυλαία, μπροστά από την οποία οργανώνεται η ζωή, αλλά, πίσω από την αυλαία, εξακολουθεί να υφίσταται το άγνωστο»

«Ο Θεός!»

«Καλά», είπε συμβιβαστικά ο Κριτίας. «Μπορεί κανείς να πει πιστεύω εις έναν Θεόν. Τελεία και παύλα! Από κει και κάτω συνεχίζει η αγωνία του ανθρώπου με το άγνωστον αλλά και η απίστευτη πνευματική αλαζονεία του, όταν αποφαίνεται περί θεού».

«Γιατί λες πνευματική αλαζονεία;»

«Μα πώς να το πω; Εδώ έχουμε τριαδικότητα του θεού, όπου ο Πατήρ εγέννησεν, δεν εποίησεν τον Υιόν, ο οποίος είναι ομοούσιος τω Πατρί, αλλά δεν εκπορεύει και αυτός το τρίτον της Τριάδος, το Άγιον Πνεύμα. Άντε, καλά ως εδώ. Μετά όμως έχουμε άλλους κόμπους: Φύσις, ενέργεια, κτιστόν και άκτιστον φως, μετοχήν κατά φύσιν και κατά χάριν, φωτισμός και δοξασμός των πιστών… Έχουμε την πτώση του ανθρώπου, κρίσιμο θέμα, η οποία πτώση οδηγεί στον θάνατο, την πλέον αυτονόητη και φυσική εξέλιξη στο Σύμπαν, ο οποίος θάνατος νικάται δια του πραγματικού και ταυτοχρόνως συμβολικού θανάτου του σαρκωθέντος Θεού, δηλαδή του Χριστού. Κέρδος η μέλλουσα ζωή και η αθανασία, με την προοπτική της Δευτέρας Παρουσίας και της κρίσεως ζώντων και νεκρών. Αλλά δεν αρκούν αυτά, έχουμε και συνέχεια: κόσμος πνευμάτων, άγγελοι κατά τάξεις και τάγματα, δαίμονες, σατανάς, θαύματα… Νομίζω πως είμαι ακριβής, όσα ανέφερα είναι λέξεις - κλειδιά για την ορθόδοξη πίστη. Μια αλυσίδα δεδομένων και βεβαιοτήτων, άφησέ με όμως να τα θεωρώ όλα αυτά αυθαίρετα και αλαζονικά. Το ίδιο ισχύει, βέβαια, για όλες τις θρησκείες, τα δόγματα και τις σέχτες, όπου η πίστη στηρίζεται σε μιαν εξ αποκαλύψεως Αλήθεια»

«Ίσως αυτό είναι απαραίτητο, προκειμένου ο άνθρωπος να χοροθετήσει τη ζωή και τα ερωτήματά του…»

«Καμιά αντίρρηση! Ίσως είναι απαραίτητο, άρα σεβαστό, αλλά όχι και μη επιδεχόμενο κριτικής. Ήδη η παραδοχή της ύπαρξης Θεού συνιστά μια αναπόδεικτη απόφανση, αλλά τέλος πάντων… Τα προβλήματα σοβαρεύουν όσο η λατρεία υλοποιείται σε θεσμισμένη θρησκεία, εν προκειμένω σε χριστιανισμό, και προχωρά στις επόμενες αποφάνσεις: Ο Θεός φανερώνεται μέσα από τον χριστιανισμό και όχι κάπως αλλιώς. Ο Θεός φανερώνεται μέσα από το δόγμα και την παράδοση της ανατολικής Ορθόδοξης εκκλησίας - και μόνον αυτής. Ο Θεός φανερώνεται μέσα από τη γνήσια Ορθόδοξη παράδοση – κατά προτίμηση την ησυχαστική. Βλέπεις πως η αρχικά οικουμενική αντίληψη περί φανερώσεως του Θεού μερικοποιείται συνεχώς και στο τέλος προσδιορίζεται από εθνικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά; Υλοποιείται έτσι ένας ελληνορθόδοξος ιδεολογικός ρατσισμός – αποφεύγω να τον χαρακτηρίσω περαιτέρω – δήθεν υπεροχικός έναντι των πάντων, ιδιαιτέρως έναντι των άλλων χριστιανικών ομολογιών, οι οποίες θεωρούνται συλλήβδην υποδεέστερες, μολυσμένες από την αίρεση, σχεδόν διαβολικές…»

Στρέψαμε το βλέμμα προς την πρύμνη, όπου μια ομάδα γλάρων έκανε φασαρία. Ο Κριτίας συνέχισε:

«Το πρόβλημα είναι ότι η θεσμοποίηση της πίστης οδηγεί αναπόφευκτα σε συγκεκριμένη αντίληψη, τρόπο ζωής και συμπεριφοράς. Οι ατομικότητες μορφοποιούνται και προσαρμόζονται και τις σχέσεις των ανθρώπων καθορίζουν πλέον κώδικες που διαμορφώνουν η πίστη και η παράδοση, σε στενή αλληλεπίδραση με την ανάγκη και το συμφέρον. Ο ορθόδοξος άνθρωπος ολοκληρώνει τον κόσμο του χρησιμοποιώντας τις έννοιες Άλλος, αγάπη, πρόσωπο, αλλά και κατ' οικονομίαν, ορθόδοξος βίος, πιστός- εμείς- και άπιστος - όλοι οι άλλοι. Τα αποτελέσματα είναι αναπόφευκτα: Είτε ιεροποιούνται οι ανάγκες, οι προκαταλήψεις και τα συμφέροντα, είτε χειραγωγείται η ανθρώπινη φύση σε δεδομένες φόρμες. Οι καλύτερες προθέσεις και οι πλέον λεπτεπίλεπτες θεολογικές αναζητήσεις οδηγούν αναπόφευκτα στον ευσεβισμό, όπως ο μαρξισμός - λενινισμός οδήγησε τελικά στον σταλινισμό… Και ο ευσεβισμός, όπως και ο υπαρκτός σταλινισμός, δεν είναι η εξαίρεση του κανόνα, η παρέκκλιση, είναι ο παντοδύναμος κανόνας, δια μέσου των αιώνων…»

«Σιγά μην κρατήσει αιώνες ο σταλινισμός!»

«Τι κι αν τον ονομάσουν με διαφορετικό όνομα;» είπε ήσυχα ο Κριτίας. «Πρόκειται πάντοτε για τον πολιτικό εξανδραποδισμό των ανθρώπων. Άρα είναι παμπάλαιη ιστορία κι αυτή… Η ανθρώπινη φύση είναι εύθραυστη, αυτή γεννά την ευπιστία και την πανίσχυρη ανάγκη στον άνθρωπο να πιστεύει, έτσι που προσκολλάται σε κάτι, σα να ήταν το απαραίτητο για τη ζωή του οξυγόνο. Η πίστη στο υπερφυσικό και όχι η έλλειψη πίστης, είναι που ταλαιπωρεί την ανθρωπότητα, είτε αναφερόμαστε σε θρησκείες είτε σε πολιτικά κινήματα. Δεν χρειάζεται παρά να κοιτάξουμε στο παρελθόν για να ανιχνεύσουμε τα τεράστια ρεύματα καταστροφής που έχει προκαλέσει η δογματική πίστη, είτε στον Θεό είτε στο Κόμμα... Αλλά ας θαυμάσουμε και ας φωτογραφίσουμε το Ρώσικο μοναστήρι με τη σοβιετική φωτογραφική μηχανή μας, είναι το κάτι άλλο!»

Ήμουν έτοιμος να απαντήσω, αλλά ήρθαν προς το μέρος μας ο Θεύδης με τον Κατιλίνα και η συζήτηση παρέμεινε γύρω από τα εντυπωσιακά χαλάσματα που αντικρίζαμε.

* * *

Φτάσαμε στη Δάφνη, το λιμάνι του Όρους. Δεν προλάβαμε καλά καλά να δούμε τον οικισμό με τα κονάκια των μονών, τις δημόσιες υπηρεσίες (ΕΛΤΑ, χωροφυλακή, τελωνείο) και τα μαγαζάκια της παραλίας, γιατί το λεωφορείο έφευγε για τις Καρυές. Έπρεπε να ανέβουμε στις Καρυές, για να πάρουμε τα διαμονητήρια. Σαν αντικρίσαμε το λεωφορείο βάλαμε τα γέλια: Ήταν ένα προπολεμικό όχημα, τέτοια είχαμε δει ως τότε μόνο στον κινηματογράφο, σε παλιές ταινίες. Το συγκεκριμένο ήταν ετοιμόρροπο, η μπροστινή πόρτα «έκλεινε» με σκοινί που έδενε ο εισπράκτορας από την μπροστινή κολώνα του οχήματος, αλλά μας μετέφερε ως τις Καρυές.

Κατεβαίνοντας στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους τρέξαμε, κουβαλώντας τα μπαγκάζια, στο κονάκι της Ιεράς Επιστασίας. Εκεί καθίσαμε σε ξύλινους πάγκους, ώσπου νάρθει η σειρά μας. Ο εντεταλμένος μοναχός μας ρώτησε, με αυστηρό και μάλλον αποτρεπτικό ύφος, από πού ερχόμαστε, τι δουλειά κάνουμε, αν έχουμε ξανάρθει, ποίος είναι ο σκοπός της επισκέψεως –προσκύνησις - και που σκοπεύουμε να πάμε σήμερα. Απαντήσαμε ότι θα πηγαίναμε στη Σιμωνόπετρα. Τότε μας συμβούλευσε να βιασθούμε για να προλάβουμε τη νύχτα, μας έδωσε σφραγισμένα τα διαμονητήρια, μας ευχήθηκε «η Παναγιά μαζί σας» και τρέξαμε πάλι, φορτωμένοι, να προλάβουμε το ίδιο, μοναδικό άλλωστε, λεωφορείο που μας ξανακατέβασε στη Δάφνη.

Ήταν η δεύτερη φορά που βλέπαμε τη Δάφνη και μας φάνηκε διαφορετική, γιατί ήταν έρημη από ανθρώπους. Βρήκαμε κάποιον περιπλανώμενο κι αυτός μας έδειξε το δρόμο που θάπρεπε να πάρουμε, αλλά μας τόνισε να βιαστούμε για να προλάβουμε τη νύχτα, διότι η πόρτα της μονής κλείνει με το σούρουπο και όποιος δεν έχει προφτάσει να μπει μένει απέξω, όπως οι μωρές παρθένες της παραβολής. Ωστόσο η παρέα δεν πτοήθηκε γιατί ο χάρτης σημείωνε δύο και κάτι ώρες περπάτημα, ενώ ήταν ακόμα τρεις και νύχτωνε στις έξι. Φορτωθήκαμε τα μπαγκάζια και ξεκινήσαμε.

Η ομάδα μας κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι ο χρόνος του χάρτη αναφερόταν σε προπονημένο περιπατητή, συνηθισμένο σε γρήγορο βήμα, χωρίς πολλές στάσεις. Αντίθετα, οι μοναδικές ευκαιρίες για περπάτημα που είχαν αξιοποιήσει τα τέσσερα από τα πέντε μέλη της συντροφιάς ήταν οι πάσης φύσεως πορείες που οργάνωνε το Κόμμα και η ΚΝΕ (Κριτίας), οι φοιτητικοί σύλλογοι (Θεύδης, Κατιλίνας) , πορείες προς το γήπεδο (Ιούλιος) και οι πορείες για την επέτειο του Πολυτεχνείου (όλοι, ακόμα κι ο Ιούλιος, δυο φορές στη ζωή του, το ‘79 και το ‘80). Η συγκεκριμένη προϊστορία τους σε αστικές διαδρομές δεν τους βοηθούσε καθόλου. Επιπλέον, όλοι καπνίζαμε, ήμαστε άυπνοι και κουρασμένοι και κουβαλούσαμε υπέρβαρες τσάντες και σακίδια. Ιδιαίτερα ταλαιπωρήθηκαν ο ελαφρύς Θεύδης και ο βαρύς Κατιλίνας, του οποίου αναγκάστηκα να φορτωθώ το μισό φορτίο, για να μπορέσει να μας ακολουθήσει. Κάποτε εδέησε, μετά από μια στροφή, να εμφανισθεί το μοναστήρι, κάναμε κουράγιο και φτάσαμε την ώρα που ο πορτάρης ετοιμαζόταν να κλειδώσει την πόρτα.

Μας καλωσόρισε και μας είπε να ανέβουμε στο αρχονταρίκι. Ανεβήκαμε τα πέτρινα σκαλιά μέσα στο μισοσκόταδο, βγήκαμε στην εσωτερική αυλή και φτάσαμε στον προορισμό μας, στα όρια της κατάρρευσης. Μετά τα τυπικά - έλεγχος των διαμονητηρίων, εγγραφή στο βιβλίο επισκεπτών- ο αρχοντάρης μας είπε ότι επειδή είναι πολύ αργά και δεν προλάβαμε την τράπεζα, θα μας έβαζε κάτι για φαγητό στην παρακείμενη τραπεζαρία.

Για τους Αγιορείτες ήταν παραμονές Χριστουγέννων και το δείπνο προσαρμοσμένο στην αρμόζουσα νηστεία: νερόβραστα ρεβίθια, ελιές και ψωμί. Οι ευλαβείς προσκυνητές δεν πτοηθήκαμε από τα ρεβίθια, αναλογιζόμενοι πονηρά ότι οι τσάντες μας ήταν γεμάτες κονσέρβες. Όσο τρώγαμε, ο αρχοντάρης μας έκανε μια αξιομνημόνευτη διάλεξη.

«Ο κοινοβιακός μοναχισμός» έλεγε, «είναι το πιο ολοκληρωμένο σύστημα κομμουνισμού που μπορεί να υπάρξει. Στο κοινόβιο δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, όλοι μοιράζονται τα αναγκαία που εξασφαλίζει η εργασία του καθενός, ανάλογα με τις δυνατότητές του. Έτσι υλοποιούνται οι προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την πνευματική άσκηση και ζωή. Αυτό δεν μπορεί να το προσφέρει κανένα πολιτικό σύστημα».

Ο καλόγερος ήταν νέος, λίγο μεγαλύτερος από μας, αδύνατος, ασκητικός, φαινόταν γεμάτος πάθος για την καλογερική. Οι πέντε προσκυνητές κάναμε διαφορετικές σκέψεις όσο τον ακούγαμε μασουλώντας τα ρεβίθια μας. Κάποιος τον φώναξε, έλειψε για ένα λεπτό και προλάβαμε να ανταλλάξουμε δυο κουβέντες.

«Ρε γαμώτο, όχι και να ακούω για κομμουνισμό στο μοναστήρι!» είπε ο Κριτίας.

«Κοινόβιο χωρίς γυναίκες, ευχαριστώ δεν θα πάρω», δήλωσα εγώ.

«Τι στην ευχή, δεν μπορούσαν να βάλουν λίγο λάδι στα ρεβίθια;» αναρωτιόταν ο Ιούλιος.

«Η ζωή στο κοινόβιο μπορεί να γίνει περισσότερο υποφερτή, αν έχεις κονσέρβες στο σακίδιο» είπε με πονηρό χαμόγελο ο Κατιλίνας.

«Παναγία μου, που ήρθα;» αναρωτιόταν ο Θεύδης, σιωπηλός, στρέφοντας το βλέμμα ένα γύρω στο μισοσκόταδο, χωρίς να έχει βάλει μπουκιά στο στόμα του.

Ο αρχοντάρης κάθισε πάλι ανάμεσά μας και συνέχισε να μας μιλάει:

«Σκοπός μας είναι η σωτηρία μας, δια της μετανοίας, της προσευχής και της δοξολογίας του Θεού. Για να μπορούμε να προσευχόμαστε απερίσπαστοι από ο,τιδήποτε, είναι αναγκαία μια υψηλή κατάσταση ελευθερίας, την οποία μας εξασφαλίζει το κοινόβιο, η αδελφότητα… Εδώ συνδυάζεται η ελευθερία με την αγάπη και την πατρική καθοδήγηση του Γέροντα»

Ο Κριτίας δεν κρατήθηκε και τον διέκοψε. «Δεν είναι αντιφατικό, αυτό που λέτε, πατέρα Ιωσήφ; Πως συνδυάζεται η ελευθερία, με την υποταγή στην καθοδήγηση του Γέροντα;»

Ο μοναχός τον κοίταξε και χαμογέλασε.

«Η ελευθερία είναι απόλυτη, αλλά, πώς θα φτάσεις στον Κύριο, χωρίς να έχεις κάποιον να σε συμβουλεύει, να σε προστατεύει, να σε στηρίζει; Ο άνθρωπος είναι αδύναμος… Αλλά, νομίζω, αδελφέ, ότι έχουμε άλλην αντίληψη για το τι είναι ελευθερία…»

Τα μάτια του Κριτία σπίθισαν, αλλά συγκρατήθηκε και περίμενε τη συνέχεια.

«Όταν λέμε ελευθερία, δεν την εννοούμε κυρίως ως ελευθερία πολιτική, αλλά ως ελευθερία πνευματική και ως ελευθερία από τους καταναγκασμούς του Εγώ. Είμαι ελεύθερος να επιλέξω, απολύτως ελεύθερος. Επιλέγω, με ελεύθερη βούληση, τον Χριστό, το ράσο, τον Γέροντά μου… Αυτές είναι επιλογές πραγματικής ελευθερίας, αλλά έχουν μια λογική, ότι από τη στιγμή που θα γίνουν τις ακολουθείς, αλλιώς ακυρώνονται και δεν προχωράς. Αφού επιλέγω τον Χριστό, σημαίνει ότι προσπαθώ να ακολουθήσω τον λόγο Του, το θέλημά Του. Επιλέγω τον μοναχισμό σημαίνει ότι επιλέγω ακτημοσύνη, παρθενία, υποταγή… Όμως αυτά εύκολα τα λέμε αλλά δύσκολα γίνονται, ο πειρασμός είναι πανταχού παρών και ο άνθρωπος αδύναμος. Γιαυτό χρειαζόμαστε τον Γέροντα, να μας οδηγήσει…»

«Υπάρχει δηλαδή μια σχέση υποταγής, άρα εξαρχής στρεβλή για τα μετέχοντα υποκείμενα»

«Υποκείμενα; Εμείς εδώ μιλάμε για πρόσωπα…»

«Επί του θέματος δεν έχει τόση σημασία ο όρος. Δε νομίζετε ότι αφού υπάρχει σχέση υποταγής δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα στην έκφραση της ετερότητας, τόσο του γέροντα όσο και του υποτακτικού;.

Ένοιωσα δυσφορία για την αδιακρισία του Κριτία, αλλά ο Ιωσήφ φαίνεται πως είχε ακούσει και χειρότερα, γιατί απλώς χαμογέλασε και ρώτησε:

«Τι είναι σχέση;»

«Μπορούμε να την ορίσουμε ως ανταλλαγή ύλης, ενέργειας και πληροφορίας».

«Μόνο αυτά ή και κάτι βαθύτερο;»

Ο Κριτίας δεν βιάστηκε να απαντήσει, όπως συνήθιζε. Άφησε τον λόγο στον Ιωσήφ.

«Πέρα από την ανταλλαγή που ανέφερες, η σχέση των προσώπων ή των υποκειμένων χαρακτηρίζεται από τη σημασία και το νόημα που επιτρέπει να αναδεικνύονται τα καίρια χαρακτηριστικά των μετεχόντων, δηλαδή η απόλυτη ετερότητα και η μοναδικότητά τους. Οι ανταλλαγές γίνονται πραγματική σχέση όταν λειτουργούν ως σημαίνοντα, όταν υποδηλώνουν κάποια σημασία που κοινωνούν τα δύο μέρη. Η κοινωνούμενη σημασία για μας είναι ο Χριστός, η καταλυτική παρουσία του οποίου απαλλάσσει τη σχέση από την ψυχρή οριοθέτηση ηγέτη – υποτασσόμενου και της προσδίδει την πραγματική της νοηματοδότηση: Ο Γέροντας βοηθά τον αδελφό του να ανδρωθεί εν Θεώ. Αυτό για μένα περιγράφει ένα απέραντο πεδίο ελευθερίας μέσα το οποίο ο άνθρωπος φανερώνεται και ολοκληρώνεται ως ύπαρξη»

Ο Ιούλιος και ο Κατιλίνας δεν κατάλαβαν γρυ. Ο Θεύδης δεν παρακολουθούσε, οπότε έμεινα μόνος μάρτυρας της απάντησης του Κριτία στον Ιωσήφ:

«Φανερώνεται μέσα στις σχέσεις του, αλλά διαθέτει ήδη ισχυρή υπαρκτική αυτονομία. Αν ήταν να υπάρχει αποκλειστικά μέσα στις σχέσεις του, τότε θα ανερείτο κάθε δυνατότητα ελευθερίας, αφού η ύπαρξη των άλλων είναι δεσμευτική. Το ηρακλείτειο συναμφότερον σημαίνει εδώ ότι το υποκείμενο υφίσταται και μέσα και έξω από τις σχέσεις, κατά την άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας. Αν παραμείνει αποκλειστικά μέσα στις σχέσεις, δεν μπορεί να υπερβεί τους περιορισμούς που αυτές συνεπάγονται, να γίνει δηλαδή δημιουργός. Αν δεν έχει εμπειρία σχέσεων, τότε το υποκείμενο παραμένει ανολοκλήρωτο και στείρο. Κανένας πόλος του συναμφότερου δεν είναι ικανός από μόνος του, αλλά είναι αναγκαίοι και οι δύο μαζί, αναγκαίοι και ικανοί για την πλήρη φανέρωση του υποκειμένου. Το κατά την τριαδική θεολογία υποκείμενο, το πρόσωπο αν προτιμάτε, είναι κάτι λειψό. Αντιθέτως το υποκείμενο κατά την ηρακλείτεια παράδοση δεν έχει αναφορά σε θρησκευτική θέσμιση και φανερώνεται αυτόνομο, ελεύθερο και πλήρες, στα πραγματικά μέτρα του ανθρώπου»

Ο Ιωσήφ χαμογέλασε ευγενικά.

«Λοιπόν;»

Ο Κριτίας ανταπέδωσε το χαμόγελο.

«Δεν υπάρχει λοιπόν, απλώς αντιπαρέβαλα στην άποψή σας τη δική μου, αυτό είναι όλο»

Το δείπνο είχε προ πολλού ολοκληρωθεί.

«Η συζήτηση είναι ενδιαφέρουσα» είπε ο Ιωσήφ, «αλλά, είστε κουρασμένοι και πρέπει να ησυχάσετε… έχουμε όρθρο στις τρεις και μετά Θεία Λειτουργία, θα ακούσετε το σήμαντρο. Αν όχι, θέλετε να σας ξυπνήσω;»

Είπαμε ναι, θέλαμε.

Ο αρχοντάρης μας οδήγησε στο κελί μας, μια μεγάλη ψηλοτάβανη κάμαρα με πέντε κρεβάτια. Μας άναψε μια λάμπα πετρελαίου και αποχώρησε. Αυτομάτως όλοι ανάψαμε τσιγάρο, παρά την απαγορευτική πινακίδα στον τοίχο.

«Είδες πως λειτουργεί η εικονική πραγματικότητα;» με ρώτησε ο Κριτίας. «Ακούγοντας τον Ιωσήφ νόμισα πως άκουγα τον παλαιότερο εαυτό μου να επιχειρηματολογεί υπέρ του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού σ’ ένα επαναστατικό κόμμα… Κάνεις τις πρώτες βασικές παραδοχές και μετά το ένα φέρνει, αβίαστα, το άλλο, και φτάνεις σ' αυτήν την κατάσταση όπου ονομάζεις την υποταγή ελευθερία και την ζωή που είναι αντίθετη με κάθε φυσική επιταγή, δρόμο προς τη σωτηρία…»

Ενώ έλυνα με απόλαυση τα κορδόνια από τις αρβύλες μου, παρατήρησα πως, εφόσον σκοπός του ανθρώπου, κατά τον Κριτία, είναι η ευτυχία, τότε ο δρόμος που επιλέγει καθένας είναι θέμα δευτερεύον, αρκεί να μην ξεστρατίζει από την αναζήτηση του υψηλού του σκοπού.

«Το να αναζητάς τον Θεό» συμπλήρωσα, «να θέλεις να ζεις σύμφωνα με το θέλημά του, είναι ένας από τους πλέον ακατανίκητους πόθους του ανθρώπου, συνεπώς, αν μπαίνουν στην άκρη κάποια άλλα πράγματα, καλώς μπαίνουν. Τελικά, αυτός που αναζητά τον θεό, βρίσκεται κοντύτερα στη ευτυχία, από οποιονδήποτε άλλον… Ιδιαίτερα από τους σχολαστικούς, που επιμένουν να αναλύουν τα πάντα με την λογική»

Ο Κριτίας με κοίταζε ξαφνισμένος, καθώς συνέχιζα την αγόρευσή μου.

«Και ποιος μου λέει ότι οι δικές σου λογικές επεξεργασίες είναι πιο κοντά στην αλήθεια, από την πίστη του Ιωσήφ; Οι λογικές επεξεργασίες των πνευματικών σου πατέρων δεν οδήγησαν στο τέρας του σταλινισμού, αλλά και στα υπόλοιπα τέρατα της δυτικής λογικοφροσύνης, όπως την αποικιοκρατία, το ναζισμό, αλλά και τη σύγχρονη καταναλωτική αφασία; Με τι μούτρα, λοιπόν, κρίνεις την λαχτάρα των ανθρώπων να βρουν τον Θεό; Κι εδώ που τα λέμε, σύντροφε Κριτία, ο πυρήνας της χριστιανικής πίστης, η αγάπη δηλαδή, είναι άκρως θελκτικός… Άντε, πάμε!»

Σηκώθηκα επίτηδες γρήγορα, για να μην του δώσω τη δυνατότητα να απαντήσει, γεγονός που τον διαόλιζε, ήμουν σίγουρος. Ένας - ένας βγήκαμε στο σκεβρωμένο ξύλινο μπαλκόνι και κάναμε τον εναέριο γύρο της μονής ψηλαφητά στο σκοτάδι, ώσπου να φτάσουμε στην τουαλέτα. Ο αγέρας λυσσομανούσε περνώντας από την παρακείμενη χαράδρα προς τη θάλασσα, καμιά τρακοσαριά μέτρα χαμηλότερα.

«Έχει γούστο να γκρεμιστεί και να κουτρουβαλήσουμε…» μουρμούριζε ο Κατιλίνας.

«Ε, βέβαια, με τόσες αντίχριστες απόψεις που ακούστηκαν, τι άλλο να περιμένει κανείς;» τον πείραζε ο Κριτίας.

Συμμαζευτήκαμε στο κελί μας.

«Να παίξουμε χαρτιά», πρότεινε ο Θεύδης.

«Δεν θα είσαι με τα καλά σου!» απάντησε ο Κατιλίνας, τόσο κουρασμένος που δεν είχε κουράγιο ούτε καν ν΄ ανοίξει κονσέρβα.

Ένας - ένας οι τέσσερις ξαπλώσαμε στα κρεβάτια μας και σε λίγα λεπτά είχαμε κοιμηθεί. Τον Θεύδη τον έζωσαν τα φίδια. Κοίταξε το ρολόι του, επτά και τριανταπέντε το απόγευμα. Νύσταζε βέβαια και ήταν ψόφιος στην κούραση, αλλά του ήταν αδιανόητο να κοιμηθεί τόσο νωρίς. Μπήκε και βγήκε μερικές φορές στο έρημο αρχονταρίκι, ακόμα και στο τρομαχτικό, λόγω του ανελέητου ανέμου, σκοτάδι του μπαλκονιού. Είχε μια φαεινή ιδέα: γύρισε τους δείκτες του ρολογιού από οκτώ παρά τέταρτο σε μία και μισή. Εις μάτην όμως, το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει κάθε φορά τους λογαριασμούς, να προσδιορίζει την πραγματική ώρα και να συλλογίζεται απελπισμένος «ακόμα είναι οχτώ παρά πέντε το απόγευμα». Στις οχτώ με ξύπνησε.

«Εγώ θα φύγω!»

Τον ρώτησα γιατί κι αυτός απάντησε

«Θα φύγω, έχω αγριευτεί, δεν μπορώ!»

Μουρμούρισα ένα «στα τσακίδια!» και γύρισα πλευρό.

* * *

Στις τρεις το πρωί χτύπησε το σήμαντρο για τον όρθρο, οι τέσσερις προσκυνητές ξυπνήσαμε χορτασμένοι ύπνο, ντυθήκαμε και βγαίνοντας από το κελί στο αρχονταρίκι αντικρίσαμε ένα τραγικό θέαμα: Ο Θεύδης καθόταν σ΄ ένα ξύλινο μιντέρι, μέσα σε πυκνούς καπνούς από τσιγάρα, με ύφος απελπισμένο. Ανακοίνωσε ότι αυτός φεύγει για έξω, τον κράξαμε όλοι, του ευχηθήκαμε καλό κατευόδιο και πήγαμε να πλυθούμε κάνοντας πάλι τον εναέριο γύρο του μοναστηριού, αυτή τη φορά με περισσότερη αυτοπεποίθηση.

Κορυφαία στιγμή για τον ευλαβή προσκυνητή στο Άγιον Όρος είναι η Θεία Λειτουργία. Χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς μεγάφωνα, χωρίς βιασύνες, με την ψαλτική στην καλύτερη στιγμή της, τεχνικά και αισθητικά, με τους υπέροχα ιστορημένους ναούς στο μισοσκόταδο, με την τάξη και την ευπρέπεια του εκάστοτε τυπικού… Κι εγώ που δεν ήμουν ούτε ευλαβής, ούτε προσκυνητής, απολάμβανα με όλες μου τις αισθήσεις την ευλογία, κατά την αγιορείτικη ορολογία, να βρίσκομαι εκεί.

Στα διπλανά στασίδια είχαν λάβει θέση οι τρεις συνοδοιπόροι μου. Ο Κατιλίνας κουτουλούσε από τη νύστα και έκανε ντουέτο με τον Ιούλιο σε ήπιο ροχαλητό, το οποίο κρατούσε λίγα λεπτά, ακολουθούσε φάση εγρήγορσης, σκούντημα στον διπλανό, ένταση της προσοχής – και επανάληψη του κύκλου. Ο Κριτίας δε νύσταζε καθόλου. Τον έβλεπα να παρακολουθεί τα πάντα με ζωηρό ενδιαφέρον, να δοκιμάζει μάλιστα και τις ψαλτικές του ικανότητες, όταν οι παιδικές του αναμνήσεις ανέσυραν στο μυαλό του όσα έψαλαν οι χοροί. Τον άκουσα, έκπληκτος, να συνοδεύει το «οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών Αυτού αναγγέλλει το στερέωμα» και αργότερα το «εξομολογείσθε τω Κυρίω…». Έγειρε προς το μέρος μου και ψιθύρισε:

«Μην απορείς, βρίσκομαι τώρα στα μεγάλα Διονύσια και, ως καλός πολίτης, συμμετέχω εθιμικώς στους ύμνους του Διός και του Διονύσου… Μην εξάπτεσαι, πιθανότατα οι ύμνοι είχαν την ίδια μελωδία και παρεμφερή ποίηση, πάντως σίγουρα είχαν το ίδιο νόημα…»

Έμεινα άναυδος με την προσέγγιση του Κριτία, πέρασε απ΄ το μυαλό μου μήπως είναι κρυπτοπαγανιστής, αλλά απέρριψα αμέσως αυτή την εκδοχή, ήταν εντελώς απίθανη για τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Σε λίγο τον ξέχασα, έπαψα να παρατηρώ με ενάργεια, άκουγα μόνον, χωρίς να εντείνω την προσοχή μου, και ανεπαισθήτως άφησα το είναι μου ελεύθερο στην ονειροπόληση.

Όπως πάντα, βρέθηκα στο νησί της. Όλα όσα έβλεπα, άκουγα, ένοιωθα, όλα όσα με προβλημάτιζαν και συζητούσα με τους συνοδοιπόρους μου ήταν ενδιαφέροντα, καλά και αγαθά, αλλά έμεναν μακριά μου. Μόνο ένα πρόσωπο, ένα χαμόγελο, ένα κορμί μιλούσε στην ψυχή μου. Συγκέντρωσα τη σκέψη μου σε εκείνη και ξαφνικά ένοιωσα μια απερίγραπτη ερωτική γλύκα να κατεβαίνει από το πίσω μέρος του κεφαλιού μου και να κατακλύζει το σώμα μου, ως τα ακρόνυχα. Ψιθύριζα το όνομά της και παράτεινα, για λίγα πανάκριβα δευτερόλεπτα, την αίσθηση του παραδείσου.

Ο Κριτίας με επανέφερε στην πραγματικότητα, θέλοντας να σχολιάσει την κίνηση των μοναχών, όταν, κατά ιεραρχική τάξη, προσκυνούσαν τις εικόνες. Πρόσεξα ότι οι άλλοι δύο συνοδοιπόροι είχαν αποχωρήσει, προφανώς για τα κρεβάτια τους. Ντροπιασμένος από την άτοπη αδυναμία μου, βγήκα κι εγώ από το καθολικό, στον παγωμένο αέρα της αυλής. Αναζήτησα μιαν απάνεμη γωνιά και άναψα τσιγάρο.

«Τι έγινε;» άκουσα δίπλα μου τον Κριτία. «Που ταξίδευες, εντός του ναού, αντί να προσεύχεσαι;» ρώτησε χαμογελαστός ενώ προσπαθούσε να ανάψει το τσιγάρο του.

Δεν απάντησα.

«Κοίταξε, είσαι πια μεγάλο παιδί, έκλεισες τα εικοσιδύο, έτσι;» είπε, όταν τα κατάφερε. «Καιρός να ξεκολλήσεις…»

Παρέμενα σιωπηλός. Ο Κριτίας ήταν φίλος, αλλά όχι τόσο ώστε να κουβεντιάζω μαζί του τα πάντα. Ο πανέξυπνος Λευκαδίτης το έπιασε αμέσως.

«Εντάξει, δεν τρέχει τίποτα… Πάμε πάλι μέσα;»

Όσο εμείς είμαστε στην εκκλησία, ο Θεύδης πέρασε τις ώρες ως την τράπεζα τριγυρνώντας εδώ κι εκεί σαν την άδικη κατάρα. Ωστόσο, στην τράπεζα ήρθε, όχι για να φάει - μακαρονάκι κοφτό μόνο με ντομάτα, ελιές, χαλβάς, κρεμμύδι και ψωμί - αλλά γιατί ήθελε να βλέπει ανθρώπους, λάλησε τόσες ώρες μοναχός. Μετά την τράπεζα ανέβηκαν όλοι οι προσκυνητές, καμιά ντουζίνα, στο αρχονταρίκι, για καφέ. Ο Κριτίας δεν απόφυγε τη διατύπωση ενός δηλητηριώδους σχολίου:

«Μεγάλο μέρος της ζωής ενός ανθρώπου» είπε καθώς ανεβαίναμε τις σκάλες, «μπορεί να σπαταληθεί με την υπερβολική απασχόληση με την τελετουργία, φαινόμενο που συνοδεύεται υποχρεωτικά από ψυχαναγκαστικά ήθη. Έτσι χάνεται ένα μέρος της ανθρώπινης ελευθερίας και δημιουργικότητας, ενώ ο άνθρωπος παραμένει ανώριμος…»

«Εννοείς τους συνεπείς κομμουνιστές;» ρώτησα δήθεν αθώα.

Ο Κριτίας χαμογέλασε και απάντησε: «Εννοώ τους κάθε λογής αφοσιωμένους πιστούς, εν προκειμένω όμως τους μοναχούς…»

Ο αρχοντάρης Ιωσήφ και ο δόκιμος βοηθός του σέρβιραν καφέ, λουκούμια και τσίπουρο «σε σφηνάκια» όπως παρατήρησε ο Κατιλίνας. Ο Κριτίας σχολίασε πόσο απολαυστικό ήταν αυτό το κέρασμα μετά την λειτουργία και την τράπεζα και πως αυτή η διαδικασία λειτουργεί ουσιαστικά, την απολαμβάνεις.

«Ρε παιδί μου, είχα να φάω λουκούμι από το δημοτικό, στο καφενείο του θείου μου, στη Λευκάδα. Τι λες, να πάρω ακόμα ένα;»

Ο Ιούλιος αντιμετώπιζε τα πάντα με τη γνωστή του αταραξία, σπανιότατα έφτανε σε οποιαδήποτε έντονη εκδήλωση, ενώ ο Κατιλίνας έδειχνε άριστα προσαρμοσμένος στο περιβάλλον, γοητευμένος από την λειτουργία, το τελετουργικό της τράπεζας - όχι βέβαια από το φαγητό -, το κέρασμα στο αρχονταρίκι. Ο Θεύδης ρωτούσε τον αρχοντάρη πως θα ήταν καλύτερα να φύγει, δια ξηράς ή δια θαλάσσης και πληροφορήθηκε πως η ώρα εννιά περνούσε το καΐκι που ερχόταν από Λαύρα. Έπρεπε να κατέβει στον αρσανά της μονής, είκοσι λεπτά κατηφορικό δρόμο ως τη θάλασσα. Μας αποχαιρέτησε μάνι μάνι, ενώ κάναμε μια τελευταία προσπάθεια να τον μεταπείσουμε, φορτώθηκε τα υπάρχοντά του και ώχετο απιών.

Ενώ ο Θεύδης άρχισε να κατηφορίζει, ένα ηλικιωμένος μοναχός, ο Γερβάσιος, κάλεσε τους επισκέπτες σε μια αίθουσα δίπλα στο αρχονταρίκι, περιποιημένη – σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, ξεχαρβαλωμένους χώρους του μοναστηριού, με κεντητά στρωσίδια στα μιντέρια, βαριές κουρτίνες και στρωμένα χαλιά. Όταν καθίσαμε όλοι ένα γύρω, ρώτησε όσους δεν είχε ρωτήσει ως τότε από πού έρχονται, τι δουλειά κάνουν, πότε μπήκαν στο Όρος. Μετά άρχισε να μας μιλάει για την ιστορία της μονής και τις περιπέτειές της στο πέρασμα του χρόνου. Αφού τελείωσε μ΄ αυτά και απάντησε σε κάποιες σχετικές ερωτήσεις, μίλησε για τη σωτηρία της ψυχής και τον παράδεισο. Μας έλεγε ότι ο παράδεισος είναι μετοχή εις δόξαν θεού. Ο άνθρωπος μετέχει, με άφατη χαρά, στην δοξολογία του Κυρίου, μαζί με μυριάδες αγγέλων που ψάλλουν ωσαννά. Ο Κριτίας γύρισε και με κοίταξε, την ώρα που έκανα ακριβώς την ίδια κίνηση. Ωστόσο είχαμε και οι δύο γοητευθεί από τα εκπληκτικά ελληνικά του γέροντα: Ήταν όχι μόνον εύγλωττος και με χαρίεσσα ομιλία, αλλά πρόφερε τις λέξεις με τέτοια εκφορά και προσωδία, που μονάχα από τον Κατράκη στο «Άξιον Εστί» είχαμε ξανακούσει. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την λεπτότητα και την έμφυτη αρχοντιά που εξέπεμπε το παρουσιαστικό του, έκανε την ακρόαση του λόγου του ιδιαίτερα ευχάριστη, έστω κι αν κάποιος δεν συμφωνούσε με όσα άκουγε.

Γιατί δεν ήταν δυνατόν ούτε ο Κριτίας ούτε κι εγώ να συμφωνήσουμε με τον Γέροντα όταν έλεγε ότι θα σωθούν οι φωτισμένοι, που βλέπουν τον αναστάντα Χριστόν εν δόξη σε αυτή τη ζωή, είτε «δι εσόπτρου εν αινίγματι» μέσω των αδιακόπων προσευχών και ψαλμών, είτε «πρόσωπον προς πρόσωπον» μέσω του δοξασμού τους. Ότι εκείνοι που δεν τον βλέπουν έτσι σε αυτή τη ζωή, θα δουν τη δόξα Του ως αιώνιον και καταναλίσκον πυρ και σκότος εξώτερον στην άλλη ζωή. Ότι η άκτιστος δόξα που έχει ο Χριστός κατά φύσιν από τον Πατέρα, είναι παράδεισος για εκείνους που έχει θεραπευθεί η εγωκεντρική και ιδιοτελής τους αγάπη και έχει μεταμορφωθεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ότι η ίδια αυτή δόξα είναι το άκτιστον πυρ και η κόλαση για εκείνους που επέλεξαν να μείνουν αθεράπευτοι μέσα στην ιδιοτέλειά τους. Ότι όλοι θα οδηγηθούν από το Άγιον Πνεύμα «εις πάσαν την αλήθειαν», θα δουν δηλαδή τον Χριστό μαζί με τους φίλους του εν δόξη, αλλά όλοι δεν θα δοξασθούν… Ότι η Εκκλησία δεν στέλνει κανέναν στον παράδεισο ή την κόλαση, αλλά προετοιμάζει τους πιστούς για την θέα του Χριστού εν δόξη, την οποίαν θα έχουν όλοι οι άνθρωποι. Ότι ο Θεός θέλει την θεραπεία όλων, αλλά δεν δέχονται όλοι την προσφορά Του. Ότι αυτό σημαίνει πως η άφεσις αμαρτιών δεν είναι αρκετή προετοιμασία για να ιδεί κανείς τον Χριστό εν δόξη και να δοξασθεί…

Όσο μιλούσε ακόμα ο Γέροντας, ο Κριτίας έσκυψε προς το μέρος μου και μου ψιθύρισε πως η κατάταξη των πιστών σε φωτισμένους και δοξασμένους αποτελεί ακριβή μεταφορά από την εβραϊκή παράδοση των Χασιδίμ, την οποία εισήγαγε πανηγυρικά στον χριστιανισμό ο Παύλος, μαζί με τα υπόλοιπα. Ο Γέροντας έστρεψε το βλέμμα του προς τον Κριτία και αυτός του ζήτησε να μιλήσει κάπως αναλυτικότερα για τον δοξασμό. Ο ευγενής μοναχός δεν του χάλασε το χατίρι.

«Δοξασμός είναι η άμεσος θέα του Χριστού εν δόξη, όπως σας έλεγα πριν… Κατά τη διάρκεια του δοξασμού, που είναι θέωση και αποκάλυψη, η προσευχή εν τη καρδία, η γνώση, η προφητεία, η πίστη και η ελπίδα καταργούνται, αφού αντικαθίστανται από τον ίδιο το Χριστό. Μόνον η αγάπη δεν εκπίπτει, όπως μας φανερώνει ο Απόστολος Παύλος εις την προς Κορινθίους Α΄ επιστολήν του. Κατά τη διάρκεια του δοξασμού τα περί Θεού αλλά και τα προς Χριστόν νοήματα και ρήματα καταργούνται! Μετά την θέωση, όταν επιστρέφει ο θεόπτης στην κατάσταση του φωτισμού, επιστρέφουν η γνώση, η προφητεία, οι γλώσσες, η πίστη και η ελπίδα και ενώνονται ξανά με την αγάπη. Αυτή είναι η θέα του εν δόξη αναστάντος Χριστού…»

Ο Γέροντας σιώπησε για λίγο συγκινημένος. Στην αίθουσα επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

«Η εμπειρία του δοξασμού είναι το θεμέλιο της πίστεως της Εκκλησίας στην σωματική ανάσταση του βιολογικού μέρους της ανθρωπίνης υπάρξεως» είπε ήσυχα ο Γέρων Γερβάσιος.

Ξαφνικά, ο Κατιλίνας αιστάνθηκε την ανάγκη να θεολογήσει:

«Με την εμφάνιση του Ιησού Χριστού αλλάζει ό,τι γνώριζε ο άνθρωπος περί Θεού, δημιουργούνται νέα δεδομένα, έχουμε έναν καινούριο Θεό…»

Ο Γέρων Γερβάσιος τον κοίταζε με έκφραση που θα μπορούσε να σημαίνει «τι λες, παιδάκι μου;». Σήκωσε το χέρι του, χαμογέλασε και εξήγησε υπομονετικά:

«Οι Πατέρες υποστηρίζουν, με μοναδική εξαίρεση τον Αυγουστίνο, ότι ο Ιησούς Χριστός πριν από τη γέννησή του με το κτιστό Του Πρόσωπο από την Παρθένο Μαρία, είναι Αυτός ο οποίος αποκαλύφθηκε στους Πατριάρχες και τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

Ο Κριτίας χαμογελούσε κάτω από τα μουστάκια του, ο Κατιλίνας ξεροκατάπιε και μουρμούρισε «ναι, βέβαια…». Δεν του ερχόταν καλά να ταυτίζεται έτσι χωρίς ενδοιασμό ο Ιησούς με τον Γιαχβέ.

«Ας ελπίσουμε πως θα αξιωθούμε να ανεβούμε στον παράδεισο και να μην πέσουμε στην κόλαση…» είπε, συνεχίζοντας τις θεολογικές του απόπειρες.

Κανονικά ο Γέρων Γερβάσιος θα έπρεπε να τον ξαποστείλει στο βορδοναρείον, ως ανεπίδεκτον μαθήσεως. Αντ΄ αυτού, προσπάθησε με υπομονή να εξηγήσει στον Κατιλίνα τα αυτονόητα:

«Ας δούμε τις βιβλικές και τις πατερικές αντιλήψεις για τον παράδεισο και την κόλαση. Δεν είναι κάτι ξεχωριστό, ο ίδιος ο Θεός είναι και τα δύο, και παράδεισος και κόλαση και αμοιβή και τιμωρία. Όλοι οι άνθρωποι, παιδιά μου, δημιουργήθηκαν για να βλέπουν ακαταπαύστως τον Θεό, εν τη ακτίστω δόξη του Ιησού Χριστού. Αν ο θεός θα είναι παράδεισος ή κόλαση εξαρτάται από την ανταπόκριση του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού εν Χριστώ. Εξαρτάται από την επίτευξη μεταβολής της αγάπης από ιδιοτελή και εγωκεντρική σε θεοειδή αγάπη, ήτις ου ζητεί τα εαυτής»

Ο Κατιλίνας συγκατένευε με βαθυστόχαστο ύφος.

«Ευτυχώς, υπάρχει η Εκκλησία και μας οδηγεί στη σωτηρία με τα ιερά μυστήρια…» είπε.

Ο ευγενής μοναχός δεν διατύπωσε κάποιο σχόλιο, αλλά χτύπησε ελαφρά τις δυο του παλάμες στα γόνατά του, που ήθελε να πει με τη γλώσσα του σώματος «στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα!». Ο Κριτίας, που απολάμβανε τις θεολογικές απόπειρες του Κατιλίνα, ρώτησε με υποκριτική φιλομάθεια αν η Εκκλησία μας εξασφαλίζει τον φωτισμό και τον δοξασμό, ιδίως με το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Το πρόσωπο του Γέροντα σοβάρεψε.

«Καμία θρησκεία και καμία εκκλησία δεν μπορεί να διεκδικήσει για τον εαυτό της το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος πηγαίνει στον παράδεισο και ποιος πηγαίνει στην κόλαση!» είπε σε έντονο ύφος. «Όλοι, όλοι, ενωρίτερα ή αργότερα θα δουν τη δόξα του Θεού εν Χριστώ, είτε ως φως είτε ως πυρ καταναλίσκον! Η αληθής ζωή εν Χριστώ είναι η προετοιμασία, δια της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας, ώστε αυτή η θέα να είναι παράδεισος και όχι κόλαση… Τη στιγμή που κάποιος διαχωρίζει τον παράδεισο από την κόλαση και φαντάζεται ότι οι καταστάσεις αυτές είναι διαφορετικά μέρη ή ότι η κόλαση είναι στέρηση της θέας του Θεού, τότε εκείνος εισάγει μαγικές απόψεις στην βιβλική αντίληψη της θεραπείας! Είναι μαγεία να λέγει κάποιος ότι η σωτηρία μπορεί να επέλθει μονάχα με την πίστη ή με τα καλά έργα ή με τη μετοχή στα μυστήρια ή με ιερατικές αφέσεις αμαρτιών ή με συνδυασμό όλων αυτών… Αυτές οι παραλλαγές της παραδόσεως μετακινούν την ανάγκη αλλαγής από τον άνθρωπο στον Θεό, και μας λέγουν ότι η σωτηρία επέρχεται αν υπακούει κανείς δουλικά στο θέλημά Του. Όποιος τα υποστηρίζει αυτά δεν γνωρίζει ότι ο Θεός αγαπά όλα τα δημιουργήματά του αδιακρίτως, ακόμα και τον διάβολο, με την ίδια αγάπη. Δεν γνωρίζει ότι ο Θεός ήταν και είναι πάντοτε φίλος των ανθρώπων και είναι ο άνθρωπος και όχι ο Θεός που έχει ανάγκη συμφιλιώσεως, δηλαδή θεραπείας του μέρους της υπάρξεώς του που δεν λειτουργεί υγιώς… »

Ο Κριτίας πήρε πάλι τον λόγο:

«Βλέπω ότι δεν ολοκληρώνετε το συλλογισμό σας… Μήπως θεωρείτε πως η νυν κρατούσα ορθόδοξη εκκλησία δεν έχει σχέση με τις επιτεύξεις του φωτισμού και του δοξασμού, άρα είναι αναποτελεσματική στην αποστολή της;»

Ο Γέροντας τον κοίταξε καλά καλά. Προφανώς δεν θεώρησε τα αυτιά μας κατάλληλα για να ακούσουν ό,τι είχε να πει επί του θέματος, αλλά η φιλαλήθειά του δεν του επέτρεπε να σωπάσει.

«Δεν υπάρχει άλλη ένωση με τον Χριστό» είπε, «εκτός από αυτή που επιτυγχάνεται με την κάθαρση, τον φωτισμό και τον δοξασμό εδώ, στην παρούσα ζωή. Η ορατή δομή της Εκκλησίας είναι η έκφραση αυτής της ενώσεως και η εγγύηση ότι όλοι όσοι το επιθυμούν μπορούν να προχωρήσουν στην προσφερόμενη από τον Χριστό θεραπεία... Τώρα, τι γίνεται στις καθ΄ έκαστα επισκοπές και ενορίες – ο Θεός να βάλει το χέρι του… Η θρησκειοποίηση του χριστιανισμού είναι η ριζική αλλοίωσή του!»

Δεν προχώρησε άλλο και σε λίγο έδωσε το σύνθημα πως η σύναξη ολοκληρώθηκε.

«Μα είναι δυνατόν ο Θεός να αρέσκεται σε αιώνιο λιβανιστήρι και δοξολογία από αγγέλους και ανθρώπους; Τέτοια ματαιοδοξία, ρε παιδί μου, ούτε ο Στάλιν να ήταν!» σχολίασε λίγο αργότερα, στο μπαλκόνι, αγναντεύοντας το πέλαγο, ο Κριτίας.

Αντίθετα, ήταν ολοφάνερο πως ο Κατιλίνας και ο Ιούλιος ένοιωσαν θερμά μέσα τους την παρόρμηση να αποτελέσουν κάποτε μέλη αυτής της ουράνιας χορωδίας. Όσο για μένα, θαύμαζα την δυνατότητα του ανθρώπου να πιστεύει, και να οικοδομεί πάνω στην αμμουδιά της πίστης μια ακλόνητη κοσμοαντίληψη… «Αυτό είναι το κλειδί της πραγματικής ευτυχίας: η πίστη, η οποιαδήποτε πίστη, είτε στον θεό, είτε στο κόμμα, είτε στους ανθρώπους…» έλεγα μέσα μου. «Κρίμα που εγώ δεν τόχω αυτό το κλειδί…»