Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2005

Ιάσονας

(Ιανουάριος – Μάρτιος 1986)


Θυμώι μάχεσθαι χαλεπόν'
ό γαρ αν θέληι, ψυχής ωνείται.

(Μάταιο να λες "όχι" στις ορμές σου.
Ψωνίζουν ό,τι λαχταρούν -
και το πληρώνουν με την ψυχή σου)

Ηράκλειτος


Όταν η Καλυψώ με εγκατέλειψε οριστικά, κατέβηκε στην Αθήνα. Συμφιλιώθηκε με τη μαμά της και έμειναν μαζί δυο-τρεις εβδομάδες. Κατόπιν η μαμά εγκαταστάθηκε στο σπίτι του μεσόκοπου κυρίου, με τον οποίον σχετιζόταν και η Καλυψώ έμεινε μόνη. Πέρασαν δυο βδομάδες ακόμα και η Καλυψώ τις πέρασε κλεισμένη, βλέποντας παλιά αστυνομικά, το ένα μετά το άλλο, αφού η μόνη επαφή που διατηρούσε στην Αθήνα, η Άρτεμις, έλειπε. Η Καλυψώ έβγαινε κάθε τρίτη μέρα για να ψωνίζει φρυγανιές, ποτά και αγχολυτικά. Μερικές φορές, τα μεσημέρια, σχεδίαζε προσόψεις φανταστικών κτιρίων, με μεγάλα παράθυρα και κήπους, άλλοτε πάλι πορτραίτα φανταστικών ανδρών και γυναικών, που τα μαλλιά τους έκρυβαν το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου. Ήταν δύσκολη περίοδος.

Η Άρτεμις επέστρεψε κάποτε και ανησύχησε πολύ με την κατάσταση της φίλης της. Κουβέντιασαν πολλές ώρες, αλλά δεν έβγαινε άκρη. Η Άρτεμις δεν με είχε γνωρίσει, αλλά από τις αφηγήσεις της Καλυψώς είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι το ζευγάρι μας ήταν προορισμένο να κάνει πολύ δρόμο μαζί. Τώρα η Καλυψώ, υπό την πίεση της έντονης κριτικής που δεχόταν, κωδικοποίησε τα αμαρτήματά μου. Την είχα απορροφήσει τελείως και είχε παρατήσει, για χάρη μου, την Αθήνα, τις συνήθειες, τη δουλειά της. Η ζωή μαζί μου είχε γίνει μονότονη, με τα διαβάσματά μου, τη σχολή μου, την εκνευριστική λογική μου, τη μόνιμη απενταρία μου. «Είχα καταντήσει νοικοκυρά!» παραπονέθηκε η Καλυψώ. Έπειτα, μιλούσε υποτιμητικά για τις παρέες μου. Τις ατελείωτες συζητήσεις και τους καυγάδες μας, επί παντός επιστητού, τα αιώνια (ανόητα) πολιτικά μας, τις κακόμοιρες καλλιτεχνικές μας φιλοδοξίες, που έμεναν πάντα στο «θα» γιατί ήμαστε όλοι τεμπέληδες και άτολμοι. «Ένα τσούρμο προβληματικά άτομα» έλεγε «και οι γκόμενές τους γυναικούλες, μικροαστές μέχρι το κόκαλο, αχώνευτες, κουτσομπόλες, ασήμαντες…». Η Άρτεμις, που δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τη φίλη της, άκουγε υπομονετικά ώσπου αποφάσισε να θέσει το θέμα «τώρα τι κάνεις». Η Καλυψώ σήκωσε τους ώμους, γιατί δεν ήξερε.

Οι δυο τους, συν ο Αλκιβιάδης, πήγαν στο Πήλιο για λίγες μέρες και το πρώτο κιόλας βράδυ που έμειναν εκεί, η Καλυψώ γνώρισε τον Έκτορα, φοιτητή του πολυτεχνείου, φρικιό από σπίτι. Σε χρόνο μηδέν, ο Έκτορας κοιμήθηκε με την Καλυψώ, η οποία εισέπραξε το ειρωνικό σχόλιο του Αλκιβιάδη (ο οποίος, φυσικά, ανήκε στο κόμμα του φίλου του και το έφερε βαρέως) ότι η κυρία αποφάσισε να θεραπεύσει το πρόβλημά της, δια της ομοιοπαθητικής.

* * *

Τις ίδιες μέρες που η Καλυψώ αρμένιζε στο Πήλιο, ο Ιάσονας ξεμπάρκαρε στον Πειραιά, μετά από πολύμηνο ταξίδι στην Άπω Ανατολή, κονομημένος, με μαύρο γυαλί, χρυσή ταυτότητα στο αριστερό χέρι και χρυσό ρολόι στο δεξί. Αφού ξόδεψε δυο - τρεις μέρες και κάμποσο χρήμα στα καμπαρέ του λιμανιού, ανηφόρισε στην Αθήνα, για να βρει τον κολλητό του τον Πάτροκλο, λοχαγό στο πυροβολικό. Ο Πάτροκλος είχε μια φαεινή ιδέα: «Απόψε, μεγάλε, άσε τις χαμούρες και πάμε να ψαρέψουμε γυναίκες του αφρού». Πήρε τον Ιάσονα και πήγαν οι δυο τους, αργά, στο κατάλληλο μαγαζί. Δυο τραπέζια παραδίπλα καθόταν η Καλυψώ με τον Έκτορα, ο οποίος είδε την έξοδο τόσο απότομα, όσο είχε δει και το έμπα. Η Καλυψώ φιλοξένησε εκείνο το βράδυ στο κρεβάτι της και τους δυο φίλους, αλλά, από την επομένη, ο Πάτροκλος επέστρεψε στο πυροβολικό του, ενώ ο άλλος έριξε άγκυρα στα βόρεια προάστια.

* * *

Οι επόμενες λίγες εβδομάδες ήταν παράδεισος για το νέο ζευγάρι. Ο Ιάσονας ήταν τύπος έξω καρδιά, είχε αυθεντικό ταλέντο στην αφήγηση, ήταν ειλικρινής εκ πεποιθήσεως στα αισθηματικά και ξετρελαμένος με τη «γυναίκα του αφρού» που του έλαχε. Μιλούσε ασταμάτητα (ανακατώνοντας και κάμποσα παραμύθια) για τα μπάρκα του στην Άπω Ανατολή, ζωντάνευε στη φαντασία της Καλυψώς άγνωστους κόσμους, μυστηριώδεις και θελκτικούς.

Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή η κατάσταση είχε ημερομηνία λήξεως για την Καλυψώ. Ωστόσο, επειδή συμπαθούσε ειλικρινά τον Ιάσονα, θέλησε μονάχα να κυκλοφορεί, χωρίς αυτόν, να μένει ορισμένα βράδια μόνη (που σήμαινε ότι ο κύριος θα έπρεπε να ξεβολευτεί από το σπίτι της). Ο Ιάσονας, έχοντας παρεξηγήσει τα πράγματα, είπε κοφτά και θυμωμένα ότι η Καλυψώ δεν θα πηγαίνει πουθενά, αν ο ίδιος δεν το εγκρίνει, κι αυτά που ήξερε να τα ξεχάσει, γιατί αυτός είναι αλλιώτικος κλπ. Η Καλυψώ τον κοίταζε στην αρχή σαστισμένη και όταν συνειδητοποίησε τι της έλεγε ο Ιάσονας, έγινε έξω φρενών, τον αποκάλεσε καθυστερημένο, ζώον, βλάκα, φριχτό, φαλλοκράτη, σαλταρισμένο και αγενή. Η οργισμένη αντεπίθεσή της κατέληξε με την διαταγή, προς τον Ιάσονα, να ξεκουμπιστεί αμέσως από το σπίτι της. Αυτός δεν περίμενε τέτοιο μπουρίνι και ξαφνιασμένος έμενε και άκουγε. Μόλις η Καλυψώ του είπε «έξω!» αγανακτισμένος φώναξε «αμ δε θα σε παρακαλέσω!» και έφυγε φουριόζος, βροντώντας την πόρτα.

Όταν ο Ιάσονας έφυγε, η Καλυψώ ξέσπασε σε νευρικά κλάματα, μετανοιωμένη γιατί μίλησε τόσο προσβλητικά. Σκεφτόταν πως έπρεπε να του εξηγήσει ήρεμα, ότι εκεί κάνει αυτή κουμάντο και θα καταλάβαινε, γιατί είναι τόσο καλός ο καημένος, δεν έπρεπε να τον προσβάλλει έτσι... Στο μεταξύ, ο Ιάσονας περπατούσε στους δρόμους άσκοπα, προσπαθώντας να συνέλθει, έκπληκτος από τη συμπεριφορά της Καλυψώς, αλλά και θυμωμένος με τη δική του ανόητη (όπως την έβλεπε εκ των υστέρων) απαίτηση να βάλει σε πειθαρχία την Καλυψώ, δια της κατασταλτικής οδού.

Στο σπίτι φτάσανε κόκκινα τριαντάφυλλα, λίγο αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο και αμέσως μετά εμφανίστηκε ο Ιάσονας, διαλλακτικός και ερωτευμένος όσο ποτέ. Εκεί επάνω ο ναυτικός έχασε το παιγνίδι, γιατί η Καλυψώ, βλέποντάς τον έτσι, αποφάσισε να συμπεριφερθεί ψυχρά, γεγονός που εξουθένωσε τον δυστυχή Ιάσονα, που περίμενε αγκαλίτσες, χαρές, συμφιλίωση.

* * *

Το γυαλί είχε ραγίσει και το αταίριαστο ζευγάρι συνέχισε για λίγο, ώσπου οι αντιθέσεις έγιναν εκρηκτικές. Η Καλυψώ δεν έδινε πια σημασία στον Ιάσονα, έπινε πολύ και του έκανε υστερικές σκηνές, που τον οδηγούσαν σε απόγνωση. Όταν όμως η Καλυψώ ξεσπούσε, ήθελε ν' ακουμπήσει κάπου και πλησίαζε πάλι στον υπομονετικό Ιάσονα (τα νεύρα του οποίου είχαν αρχίσει να γίνονται κουρέλι) τον φιλούσε, τον αγκάλιαζε και άρχιζε να του μιλά για τη ζωή της, γεγονός που τον αποτρέλαινε, γιατί η θεματολογία αυτών των εξομολογήσεων αφορούσε ειδικά τους παλιούς της εραστές. Η ζήλια του Ιάσονα ερχόταν σε οξεία αντιπαράθεση με την αδυναμία του να διαμαρτυρηθεί, μπρος στο θέαμα της αποκαμωμένης γυναίκας (την οποία εξακολουθούσε να λατρεύει) και η οποία ζητούσε πρόσκαιρη, έστω, ανακούφιση στην αγκαλιά του. Όταν η Καλυψώ κοιμόταν, ο Ιάσονας έβγαινε στον κήπο και χτυπούσε με τις γροθιές του τα δένδρα, αλλά το μόνο που κατάφερε, ήταν να σακατέψει τα δάχτυλά του.

* * *

Δεν έμαθα ποτέ λεπτομέρειες, ξέρω μόνο ότι στη διάρκεια του τελευταίου καυγά, η Καλυψώ έβρισε χυδαιότατα τον Ιάσονα, του είπε ότι δεν είναι άντρας, αν ήταν και αν είχε λίγο φιλότιμο θα καταλάβαινε ότι είχε γίνει βάρος και θα έφευγε από μόνος του. Ο Ιάσονας έβαλε τις φωνές, η Καλυψώ συνέχισε να τον προβοκάρει ώσπου εκείνος έξαλλος ανεβοκατέβασε τρεις φορές το ξυράφι που βαστούσε. Μόλις είδε το πρώτο αίμα, συνειδητοποίησε τι έκανε και σταμάτησε έγκαιρα. Η Καλυψώ πονούσε, μάτωνε και έκλαιγε, ο Ιάσονας την άρπαξε στα χέρια του, την έβαλε στο αμάξι και σε λίγα λεπτά την είχε πάει στο νοσοκομείο που εφημέρευε. Έμεινε δίπλα της, ώσπου η μητέρα της Καλυψώς κατέφθασε ειδοποιημένη από τους γιατρούς και -μεταξύ άλλων- απαίτησε την άμεση σύλληψή του. Αυτός δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση, δεν πρόβαλε καμιά δικαιολογία ή διαμαρτυρία.

* * *

Ο Ιάσονας από την πρώτη στιγμή, και σε όλους τους τόνους, κατηγορούσε μονάχα τον εαυτό του, για ό,τι έγινε και έδειχνε να συνειδητοποιεί πια πως κακώς επέμεινε σε μια αταίριαστη σχέση, με αποτέλεσμα να βρεθεί πίσω από τα σίδερα. Αντίθετα, σε όλο τον μακρύ χρόνο της αναρρώσεως, η Καλυψώ δεν ήθελε ούτε να ακούσει το όνομα του ναυτικού. Επιπλέον, έκανε σκηνή στην Άρτεμη, γιατί ο Αλκιβιάδης με ενημέρωσε κι όταν κατέφθασα από τη Θεσσαλονίκη, αυτή αρνήθηκε κατηγορηματικά να τη δω «σ' αυτό το χάλι». Επέστρεψα άπρακτος στη βάση μου, περιμένοντας να συνέλθει η Καλυψώ για να τη δω, αλλά αυτή, μόλις αισθάνθηκε καλύτερα, λίγο πριν γίνει η δίκη, εξαφανίστηκε.