Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2006

Θεύδης και Αγαύη

(Φεβρουάριος 1988)


Και στην ποδιά της Παναγιάς
έγειρα το κεφάλι μου
που έξω απ’ την πόρτα μου μάζευε
για τα μαλλιά της ρόδα.

Νικηφόρος Βρεττάκος


Καθόμασταν οι τρεις στο φροντιστήριο του Διομήδη, αργά το βράδυ και είχαμε μόλις επιτεθεί στο δεύτερο μπουκάλι Jack Daniels, όταν ο Θεύδης άρχισε να μας αφηγείται πως γνώρισε την Αγαύη.

«Ο καιρός περνούσε και τίποτα δεν ερχόταν να ταράξει τη μακάρια ασημαντότητα των ημερών. Εγώ, που ονειρευόμουν τη μαγική και ακαριαία μετάλλαξή μου, από θλιβερό μικρομεσαίο σε πρωτοκλασάτο καλλιτέχνη, εραστή, επαναστάτη ή και τα τρία μαζί, εξακολουθούσα να διαφεύγω, σε αχαρακτήριστες εκτός τόπου και χρόνου πτήσεις, μέσα στα έντονα χρώματα της φαντασίας. Στη φτωχική λάσπη των ιδίων ημερών περπατούσε και η Αγαύη. Αυτή ήταν όμορφη, και περισσότερο όμορφη την έκαναν τα βραδινά φώτα, γιατί της χάριζαν νότες μυστηριακές, ιδιαίτερα όταν στο χώρο διαχεόταν η κατάλληλη μουσική. Η Αγαύη ονειρευόταν, όπως κι εγώ, αλλά ο περίγυρος των ονείρων της είχε να κάνει με δυο πρόσωπα: την ίδια και τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά σ' ένα χώρο με δυνατή, έντονη μουσική, μεταμοντέρνα διακόσμηση και τσουχτερές τιμές στα ποτά. Καθόμουν στο βάθος της αίθουσας, με την πλάτη στο τοίχο. Απέναντί μου ήταν η Σαπφώ και η Ανθή, δυο παλιές μου γνωστές, από τη Θεσσαλονίκη, που μου είχαν τηλεφωνήσει το απόγευμα. Από ορισμένα ασαφή υπονοούμενα, προέκυπτε το σαφές συμπέρασμα ότι κάποια από τις δυο με είχε στο μάτι, αν και δε μπορούσα να προσδιορίσω ποια. Η αλήθεια ήταν πως οι δυο τους είναι φίλες αδελφικές, και με τις δύο είχα κάνει έρωτα στο παρελθόν και απ' τις δυο λείπει και η παραμικρή υποψία γοητείας. Φορούσαν εξίσου ακριβά φορέματα και κοσμήματα, αλλά τα μάτια τους είναι μικρά, τα χείλη τους λεπτά, οι μηροί τους δυσανάλογοι και τα θέματα που συζητούν αδιάφορα. Ακόμα, ο δύσθυμος τρόπος που αντιμετωπίζουν τα πράγματα, ότι δηλαδή πάντοτε φταίει κάποιος άλλος ή κάποια συγκυρία, για τη δική τους μιζέρια, τις κάνει αντιπαθείς. Ωστόσο είχα ήδη αποφασίσει, πως εκείνο το βράδυ θα κοιμόμουν με μια από τις δύο, δεν με ενδιέφερε αν ήταν η Σαπφώ ή η φίλη της, το είχα λοιπόν αποφασίσει, κουρασμένος και μοναχικός, αλλά μόνο αφού το έγχρωμο αλκοόλ είχε μουσκέψει για τα καλά τον πάπυρο με τον καθαρογραμμένο δεκάλογο του καλού γούστου, πολύτιμο έγγραφο, το οποίο μου είχε χαρίσει παλιότερα ένας πολυταξιδεμένος συγγενής μου»

«Αν το συνεχίσεις μ’ αυτό το τέμπο, θα χρειαστούμε και τρίτο μπουκάλι» σχολίασε ο Διομήδης.

«Λες και δεν τον ξέρεις…» είπα και ξάπλωσα όσο πιο αναπαυτικά μπορούσα στην πολυθρόνα.

Ο Θεύδης υποσχέθηκε να είναι σύντομος και συνέχισε:

«Κάποια στιγμή είδα να μου γνέφει από μακριά ο Ιούλιος. Είχε μπει με μια κοπέλα και αναζητούσε αδειανό τραπέζι, ώσπου μας είδε. Φωνές, χαρές, συστάσεις της μικρότερης εξαδέλφης. Την έλεγαν Αγαύη και βολεύτηκε ακριβώς απέναντι μου. Λίγα λεπτά αργότερα συλλογιζόμουν: "Τη λένε Αγαύη... Ωραίο όνομα, μα την αλήθεια. Δεν θάναι πάνω από τα δεκαεννιά, ωστόσο όταν γελάει φαίνεται σαν παιδί κι όταν σιωπά ή μιλάει, σαν ώριμη γυναίκα. Τα ρούχα της είναι φτηνά, αλλά το άρωμά της έξοχο. Φοράει ένα μονάχα σκουλαρίκι, πλατινένιο, ευμέγεθες φεγγάρι, που εξαφανίζεται πίσω από τον ξανθό χείμαρρο που τη στεφανώνει και προβάλει ξανά, όταν γλιστρά αργά τα λεπτά της δάχτυλα πάνω στο λαιμό και μετά πάνω από τον κρόταφο, ανάμεσα στις ξανθιές της μπούκλες, τάχα για να ταχτοποιήσει τα μαλλιά της, στ' αλήθεια όμως για να μας δείξει πόσο όμορφο λαιμό και δάχτυλα και τι χαριτωμένο σκουλαρίκι έχει... Τι κρίμα που είμαι μ' αυτές τις κακοσήμαντες γυναίκες...". Την ίδια ώρα, η Αγαύη χαμογελούσε με τα αστεία του Ιούλιου, στην πραγματικότητα όμως σκεφτόταν: "Τι φαντασμένος που είναι αυτός ο Θεύδης! Με το που κάθισα, δε σταμάτησε να με κοιτά και όταν λέω κάτι χαμογελάει συγκαταβατικά, λες για να με κάνει να ντραπώ... Όταν όμως ο Ιούλιος μιλά με τις φίλες του, κοιτάζει τόσο ήρεμα... Δεν έχει πει τίποτα ακόμα. Είναι πάντοτε έτσι σιωπηλός; Αλλά γιατί ασχολούμαι μαζί του; Να, με κοιτάζει πάλι...". Επιτρέψτε μου να είμαι απολύτως βέβαιος για τις υποθέσεις μου περί των σκέψεων της Αγαύης. "Πολύς ηλεκτρισμός κυκλοφορεί", πέταξε ο Ιούλιος, μισοζαλισμένος κιόλας από το αλκοόλ και η φασαρία. "Τι συμβαίνει παιδιά και κοιτάζει έτσι ο ένας τον άλλο;" "Δεν ξέρω τι σκέφτεται η Αγαύη, εγώ αναρωτιέμαι αν συνάντησα απόψε την γυναίκα της ζωής μου", απάντησα σοβαρά - σοβαρά. Η Ανθή πειράχτηκε: "Δεν έχεις παρά να δοκιμάσεις" είπε. "Και να βρεις αυτό που ψάχνεις... Αλλά φαίνεται νάναι τόσο σπάνιο, που πάω στοίχημα ότι δεν θα το βρεις ποτέ!" συμπλήρωσε η Σαπφώ, ως άλλη Κασσάνδρα.

»Η Αγαύη είχε χαμηλώσει ντροπιασμένη τα μάτια και ο φωτισμός του μπαρ δεν άφηνε να φανεί η κόκκινη ανταύγεια, που είχε βάψει το φιλντισένιο της πρόσωπο. Όλοι στην παρέα είμαστε αρκετά χρόνια μεγαλύτεροι απ' αυτήν και δεν αισθανόταν άνετα μ' αυτήν την κουβέντα. Έσκυψα προς το μέρος της και πήρα τα χέρια της στα δικά μου. "Αγαύη, πιστεύεις στον κεραυνοβόλο έρωτα;" ρώτησα. "Όχι", απάντησε σιγά η Αγαύη, χωρίς ωστόσο να τραβήξει τα χέρια της. "Την πάτησες Θεύδη!" θριαμβολόγησε η Σαπφώ. "Το κοριτσάκι δεν σ' ερωτεύτηκε...". "Δεν θα τόλεγα αυτό με τόση σιγουριά!", σχολίασε ο Ιούλιος. "Εξάλλου οι δυο τους ταιριάζουν μια χαρά, ζουν με το ένα πόδι στην πραγματικότητα και με το άλλο στη φαντασία. Εγώ όμως, σα ρεαλιστής που είμαι, ερωτεύτηκα εξίσου κεραυνοβόλα την Ανθή!". "Καλέ τι μας λες", χαχάρισε η Ανθή, εμφανώς μεθυσμένη, αλλά και πρόθυμη να ανταποκριθεί στο αναπάντεχο πυροτέχνημα του Ιούλιου. "Λέτε όλοι αηδίες!" δήλωσε πειραγμένη η Σαπφώ, που δεν την είχε ερωτευτεί κανένας, ούτε αυτή άλλωστε»

Ο Διομήδης έβαλε κι άλλο νερό της φωτιάς στα ποτήρια και ο Θεύδης συνέχισε, αφού δροσίστηκε πρώτα με τρεις γερές γουλιές:

«Τις μικρές πρωινές ώρες βρεθήκαμε στου Ιούλιου για καφέ. Τους καφέδες ανέλαβαν να φτιάξουν η Σαπφώ και η Ανθή, σε λίγο πήγε να βοηθήσει και ο Ιούλιος. Πήρα το πρόσωπο της Αγαύης στις παλάμες μου και τη φίλησα στην άκρη των χειλιών. Η Αγαύη έκλεισε τα μάτια. Το άκρως ρομαντικό θέαμα, που αντίκρισε ο Ιούλιος μπαίνοντας με τους καφέδες, παραλίγο να του ρίξει το δίσκο από τα χέρια. Δεν έχασε όμως την ψυχραιμία του, έκανε αθόρυβα μεταβολή και ξαναμπήκε στην κουζίνα, όπου οι δυο φίλες αγανακτούσαν με την απαίσια συμπεριφορά του άθλιου Θεύδη και την εμφανή ανοησία της νόστιμης, πλην άβγαλτης και αφελούς Αγαύης. Η μέρα που ξημέρωσε τόσο εντυπωσιακά για τον φτωχό σας φίλο και την Αγαύη ήταν Κυριακή. Το μεσημέρι ξυπνήσαμε, βρήκαμε το σημείωμα του Ιούλιου, που είχε φύγει διακριτικά από το σπίτι του, ο έρημος, κάναμε μπάνιο και βγήκαμε για φαγητό. Η Αγαύη ήταν κάπως ανήσυχη και νευρική. Όταν τη ρώτησα μου είπε "είμαι ανόητη... δε σε ξέρω καθόλου κι όμως κοιμήθηκα μαζί σου. Κι εσύ θα λες πως είμαι καμιά..." Της απάντησα πως όλα είναι θέμα τύχης: Αν δε γινόταν αυτό χθες, μπορεί να μην συναντιόμαστε ποτέ ξανά. Με ρώτησε αν πιστεύω στην τύχη και της απάντησα ειλικρινά "πολύ, αλλά είμαι άτυχος". Η Αγαύη συνέχισε να το σκαλίζει: "Κι όμως, δεν γνωριζόμαστε καθόλου...". Τότε εκνευρίστηκα και τη ρώτησα "Τι θάπρεπε να ξέρουμε ακόμα; ξέρεις ήδη τι δουλειά κάνω, τι μουσική μου αρέσει, ξέρεις πως ζω μόνος σε μια στενάχωρη γκαρσονιέρα. Προσθέτω, πως τα εισοδήματά μου είναι πενιχρά, τα χρέη μου αξιοσέβαστα και το μέλλον μου αβέβαιο. Τα υπόλοιπα φαίνονται από μόνα τους, δηλαδή πως μιλάω, πως συμπεριφέρομαι... Εσύ πάλι μου μίλησες ήδη για την καταγωγή, το σχολείο που πήγες, την οικογένειά σου, ότι διαβάζεις για να ξαναδώσεις εξετάσεις…". Η Αγαύη έσφιξε τα χείλη και έσκυψε το κεφάλι, σοκαρισμένη από την ξαφνική επιθετικότητα. Ένοιωσα πάλι την ηδονή να καταστρέφω τις καλές εντυπώσεις, εκδικούμενος τις γυναίκες και τον εαυτό μου και συνέχισα: "Αν ήμουν κι εγώ δεκαοχτώ χρονών ίσως ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Θα είχα το αύριο αξόδευτο και δικαίωμα εισόδου στο λαμπερό περιβόλι με τα όνειρα. Ατυχώς, τώρα πια πρέπει να πηδάω σαν κλέφτης το μαντρότοιχο για να μπω μέσα...". Η Αγαύη σήκωσε τα μεγάλα μάτια της, προσπαθούσε να καταλάβει τι στην ευχή της έλεγα. ‘Σε περίμενα πολύ καιρό, ήξερα ότι κάποια στιγμή θα σε συναντούσα. Όλα έγιναν όπως τα είχα φανταστεί, μέχρι το πρωί που ξύπνησα και συνειδητοποίησα που βρίσκομαι, όταν σε είδα δίπλα μου να κοιμάσαι... Αισθανόμουν απαίσια, το κεφάλι μου πονούσε, το στόμα μου θύμιζε σπηλιά με νυχτερίδες από τα πολλά τσιγάρα, το στομάχι μου έκαιγε, όλα μου φάνηκαν μίζερα και ανάξια της εμπιστοσύνης μου προς αυτά. Ακόμα και το γεγονός ότι η Ανθή και η Σαπφώ...τέλος πάντων...” Η μικρή πικρή μου αγάπη παρατήρησε ότι χθες το βράδυ ήμουν τελείως διαφορετικός. "Ναι, θα ξαναγίνω διαφορετικός με την καινούρια σελήνη, τον άλλο μήνα πάλι, για λίγες ώρες Ύστερα πάλι βουτιά στον λάκκο με τον ασβέστη..." είπα και φόρεσα τη μάσκα του τετθλιμένου ψυχασθενούς. Η Αγαύη ήταν έτοιμη να κλάψει. Περιμάζεψε ωστόσο τα τελευταία υπολείμματα αξιοπρέπειας που της απέμεναν και με κοίταξε ίσια στα μάτια. Ήθελε να με βρίσει, να με πονέσει, αλλά το ύφος μου ήταν απελπιστικά αδιάφορο και μακρινό. "Είσαι άρρωστος", είπε στο τέλος. "Το ξέρω, έχω πονοκέφαλο" συμφώνησα. "Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται, δεν ξέρεις τι θέλεις, δεν ξέρεις τι λες..." αγανάκτησε η Αγαύη. "Don’t Know what I want, but I know how to get it, έλεγε ένα τραγουδάκι...Αγαύη, δεν υπάρχει λόγος να στεναχωριέσαι. Αν θέλεις να σταματήσουμε εδώ και να κρατήσουμε την ανάμνηση μιας και μόνης σύντομης συνάντησης, θα γίνει. Αν θέλεις να ιδωθούμε ξανά, να βγαίνουμε ή οτιδήποτε άλλο, κι αυτό θα γίνει. Μόνο που θα πρέπει να το θέλεις πολύ, γιατί θα το στηρίξεις μόνη σου ή σχεδόν μόνη σου". “Νόμιζα ότι χρειάζονται δύο”, είπε απογοητευμένη η Αγαύη. “Φεύγω, αν θελήσεις να βγούμε, ο Ιούλιος έχει το τηλέφωνό μου”. Δεν έκανα καμιά προσπάθεια να την κρατήσω. Την έβλεπα να φεύγει, να στέκεται στο φανάρι, να διασχίζει βιαστικά το δρόμο και να εξαφανίζεται. Θυμήθηκα μια παρόμοια περίπτωση, όταν ήμουν φοιτητής, δεν την είχατε γνωρίσει. Τότε η κοπέλα ήταν μεγαλύτερη από μένα, η συμπεριφορά της γεμάτη υποταγή σε ό,τι νόμιζε ότι θα με ευχαριστούσε. Είχαμε γνωριστεί σ' ένα πάρτυ, λίγη ώρα αργότερα φύγαμε, κάναμε έρωτα πρώτα σε ένα υπαίθριο πάρκινγκ και μετά στο σπίτι της. Μου άνοιξε την καρδιά της, όμως εγώ δεν ήθελα να μπω. Στις τρεις τη νύχτα σηκώθηκα κι έφυγα. Με περίμενε αρκετές μέρες, να περάσω από το σπίτι της, μου έστειλε μηνύματα μ' έναν κοινό γνωστό... Πέρασε ο καιρός, δεν την ξαναείδα. "Λες να γίνει το ίδιο με την Αγαύη;" αναρωτήθηκα. "Είναι όμορφη ή καλύτερα πολύ όμορφη, έτοιμη να με ερωτευτεί... Και μετά; Φαίνεται πως εγώ αγαπάω μονάχα τις ψευδαισθήσεις, την ανύπαρκτη γυναίκα που θα με συναρπάσει. Το κακό όμως είναι ότι κι αν υπάρξει ποτέ αυτή η τέλεια γυναίκα δεν πρόκειται να ασχοληθεί μαζί μου, ακριβώς γιατί θα είναι τέλεια, ενώ εγώ όσο νάναι...". Με τις σκέψεις αυτές, το κέφι μου έφτιαξε ξαφνικά, καθώς και ο πονοκέφαλος είχε αισθητά υποχωρήσει. Αποφάσισα να ψάξω την Αγαύη, να παίξω για μια φορά στα ίσια το παιγνίδι, χωρίς γκρίνιες, με διάθεση να κερδίσω. Σηκώθηκα και τράβηξα για του Ιούλιου, να κουβεντιάσουμε για τα χθεσινοβραδινά και να πάρω τη διεύθυνση της κοπέλας»

«Τελείωσες;» ρώτησε ο Διομήδης.

«Γιατί; Έχεις καμιά απορία;»

«Απορία δεν έχω…» είπε ο Διομήδης με τη σοβαρότητα του μεθυσμένου, «αλλά υπάρχει ένα τεχνικό πρόβλημα… Η ώρα είναι τρεις, το μπουκάλι τελείωσε… Τι θα πιούμε τώρα;»

Εκείνη την ώρα σκέφτηκα για πρώτη φορά σοβαρά πως έπρεπε να ειδικευτώ στην …ηπατολογία. Θα χρειαζόταν, για τα συκώτια των φίλων μου – και το δικό μου.