Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2006

Το τραίνο

(Ιανουάριος 1989)

Αν όλα λείψουν, θα μείνει το άρωμά μας.
Αν ακουστεί η φωνή μας, θα 'ναι τα δένδρα.

Γιώργος Θέμελης


Λίγο μετά την πρωτοχρονιά, έφτασε στην Αλεξανδρούπολη η απόφαση για την διάθεσή μου στο αγροτικό ιατρείο κάποιου χωριού της επαρχίας Ναυπακτίας. Καθ' οδόν προς το Νότο, αποφάσισα να μείνω δυο βράδια στη Θεσσαλονίκη. Τον περασμένο Οκτώβριο είχα ήδη συμπληρώσει εννέα χρόνια (μαζί με αυτό του στρατού) ως προσωρινός κάτοικός της. Είχα ουσιαστικά ξεμπερδέψει με την θητεία, δεν είχα πια καμιά δουλειά στη Θεσσαλονίκη, στην Αλεξανδρούπολη θα ανέβαινα με αεροπλάνο για να πάρω το απολυτήριο, όλα αυτά μου δημιουργούσαν μιαν αίσθηση αποχαιρετισμού. Πέρασα τα πρωινά περπατώντας, τα απογεύματα με τον Κατιλίνα και τα βράδια με την Θυμέλη.

Κατηφορίζοντας από τις σαράντα Εκκλησιές, έκανα μια στάση στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου στη Β' Παθολογική τελείωνε την ειδικότητα ο Ορφέας, ενώ στην Α' Χειρουργική άρχιζε ο συμφοιτητής μου Δάμωνας. Ο Ορφέας υπήρξε κορυφαίο στέλεχος της Β' Πανελλαδικής, ενώ ο Δάμων απλός Παοκτζής. Τους συνάντησα χωριστά στις κλινικές τους, δυο τελείως διαφορετικούς ανθρώπους, με την ίδια φτηνιάρικη άσπρη μπλούζα.

«Η πολιτική μας επιλογή δεν περπάτησε» είπε ήσυχα ο Ορφέας, «αλλά, η ζωή συνεχίζεται… Τελικά το ΠΑΣΟΚ μας έστειλε αδιάβαστους… Να δούμε τώρα με τον Συνασπισμό τι θα γίνει, δηλαδή τι να γίνει, ό,τι ήτανε να γίνει, έγινε… Κατά τα άλλα, καλά περνάμε, σε λίγο τελειώνω και προσανατολίζομαι στο ΕΣΥ, παντρευτήκαμε με την Ελπινίκη, έχουμε και μια κόρη, κούκλα… Η Ελπινίκη άνοιξε γραφείο και κυνηγάει τα δικαστήρια, καλά πάει, εντάξει… Να σου πω, Κίμωνα, μετά τη δράση ως το 82 περίπου, η ζωή τα τελευταία χρόνια μου φαίνεται πολύ ήσυχη και εύκολη, έχω ελεύθερο χρόνο, διαβάζω, πηγαίνουμε καμιά εκδρομή… Φυσικά ασχολούμαι με τα κοινά, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι, αλλά η ένταση αυτής της ενασχόλησης δεν έχει σχέση με το παρελθόν… Η Ιατρική; Μια χαρά είναι, αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι είναι καθαρό εμπόριο, ότι τη λυμαίνονται τα κοράκια και την χρησιμοποιούν οι πολιτικοί, ότι είναι γενικά προσανατολισμένη στον πλουτισμό των τρωκτικών που εκμεταλλεύονται τους ασθενείς… Οι συνάδελφοι καταλαβαίνουν πολύ καλά περί τίνος πρόκειται, αλλά τι να κάνεις; Από τη μια είναι οι καρχαρίες, που μαζεύουν το χρήμα και καθορίζουν τους κανόνες, από την άλλη οι πιεστικές ανάγκες της ζωής, κάποιον πρέπει να ρίξεις, τη συνείδησή σου, την τσέπη σου, τον ασθενή, πάντως κάποιος θα βγει ζημιωμένος… Ίσως ασχοληθώ σοβαρά με την ομοιοπαθητική, δεν είμαι σίγουρος ακόμα, θα δούμε… Ξέρεις, μάλλον θα είμαι υποψήφιος βουλευτής, στην Κοζάνη, φυσικά…»

Ο Δάμωνας μου μίλησε για δυο καινούρια μαγαζιά στην περιοχή αεροδρομίου που έσκιζαν, για την τελευταία του γκόμενα, για τους γιατρούς της κλινικής και για το αυτοκίνητο που ήθελε να αγοράσει.

* * *

Συνέχισα προς την παραλία σκεπτόμενος ότι σε λίγους μήνες τελειώνουν τα ψέματα, θα πρέπει να πάρω κι εγώ τις αποφάσεις μου. Είχα ήδη κάνει τα δυο πρώτα χρόνια της Παιδιατρικής, στη Θεσσαλονίκη και θα συνέχιζα μετά το αγροτικό, στην Αθήνα, αλλά το ερώτημα είναι πως, με ποιόν τρόπο ζωής… Μόνο η εκμετάλλευση του φαρμάκου από τον αγροτικό ιατρό, με κατευθυνόμενη συνταγογραφία, μπορεί να του αποφέρει έως και το δεκαπλάσιο του μισθού του. Το κύκλωμα ξεκινάει από τις φαρμακευτικές εταιρείες, περνάει από γιατρούς, φαρμακοποιούς, ελεγκτές των ταμείων, πάσης φύσεως στελέχη και καταλήγει να αδειάζει τις τσέπες όσων χρηματοδοτούν τα ασφαλιστικά ταμεία ή θα πληρώνουν τα ελλείμματά τους. Αν ο αγροτικός γιατρός θέλει να κερδίσει περισσότερα, δεν έχει παρά να προσφέρει κάποιες υπηρεσίες, στις οποίες οι ασθενείς δεν μπορούν να έχουν εύκολη πρόσβαση, όπως η μέτρηση του «ζαχάρου». Ο πλούτος έρχεται μέσω της μικρής χρέωσης και του τεράστιου αριθμού των ενδιαφερομένων. Αν ο αγροτικός ιατρός είναι πραγματικός επαγγελματίας θα προμηθευτεί και κάποια όργανα, πχ καρδιογράφο, τα οποία είτε λείπουν από τον εξοπλισμό του ιατρείου, είτε δε λειτουργούν. Τότε επιτυγχάνονται, με τον συνδυασμό δημόσιας υγείας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας, δύο αξιόλογοι στόχοι: Προσφέρονται υπηρεσίες στους έχοντες (αλλά και στους μη έχοντες) ανάγκη και αυξάνεται το εισόδημα του ιατρού, ο οποίος έχει κι άλλες δυνατότητες: Είναι πολύ εύκολο (αν δεν το έχουν κιόλας …καθιερώσει οι προηγούμενοι) να επιβάλει στους ασθενείς της περιοχής του μια μικρή αμοιβή για τις κατ' οίκον επισκέψεις, ταχύνοντας το βήμα προς τα εκεί όπου η αμοιβή προσφέρεται και βραδύνοντάς το όπου δεν παρατηρείται τέτοια προδιάθεση… Κι αν όλα αυτά τα κάνει με χαμόγελο, με ευγένεια και χωρίς κραυγαλέα απληστία, σε λίγες εβδομάδες όλοι θα πίνουν νερό στ' όνομά του και θα δοξάζουν τον Θεό, που τους έστειλε στα χωριά τους τέτοιον επιστήμονα, τέτοιον καλό άνθρωπο… Τα ήξερα όλα αυτά, τα είχα συζητήσει αναλυτικά με προηγηθέντες συναδέλφους και, σε λίγες μέρες, θα έπρεπε να εφαρμόσω στην πράξη τις αποφάσεις μου, εκεί στα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας.

* * *

Συνάντησα, στην αγορά Μοδιάνο, τον Κατιλίνα, οδοντίατρο αλλά και συγγραφέα και σκηνοθέτη και δημοσιογράφο και μπάρμαν. Αγκαλιαστήκαμε και με οδήγησε σε τσιπουράδικο της εμπιστοσύνης του. Τον ακολούθησα ήσυχος, γιατί έβλεπα πως δεν υπήρχε περίπτωση να λαθέψει: Πανύψηλος, υπέρβαρος, γελαστός, πασίγνωστος και εγκάρδιος με όλον τον κόσμο στην αγορά. Βολευτήκαμε, παράγγειλε μ' ένα ελαφρύ νεύμα στον κάπελα και με ρώτησε πως μου φάνηκε η πόλη, μετά από την πολύμηνη απουσία μου. Είπα πως συνειδητοποιώ την αλλαγή που συντελέστηκε, αυτή τη φορά όχι στην πόλη ή τους άλλους, αλλά σε μένα τον ίδιο. Το γεγονός δηλαδή ότι όλα τα σπουδαία, σημαντικά και ανεπανάληπτα γεγονότα, που έζησα ως φοιτητής, παίρνουν πια την πραγματική τους διάσταση και φαντάζουν αφελή, γραφικά και χαριτωμένα, μέσα από τη χρονική απόσταση. Ο Κατιλίνας παρατήρησε ότι αυτήν τη φάση την δοκιμάζουν όλοι, όταν φτάσει η ώρα να περάσουν στον χώρο της εργασίας, δηλαδή στην πραγματική ζωή.

«Ο φοιτητικός βίος» είπε «είναι κατ' εξοχήν εικονική πραγματικότητα, τουλάχιστον όπως τον ζήσαμε εμείς: σεξ, ρετσίνα και πολιτική… Μεγαλείο! Αλλά τελειώνει κάποτε και τότε έρχεται η έρημη απομυθοποίηση, σε συνδυασμό με την αυτοκριτική…»

Μέχρι να τα πούμε αυτά έφτασε το τσίπουρο με τα συνοδευτικά του, νερό, παγάκια και την πρώτη εξάδα πιάτων.

«Δεν με πτοεί η πεζή σου λογική, Κατιλίνα! Κάθε γωνιά αυτής της πόλης μου θυμίζει ωραία πράγματα και μου κλείνει πονηρά το μάτι. Όταν περνάω, ας πούμε, γωνία Αγίας Σοφίας και Ερμού δε μπορώ να μη θυμηθώ ότι εκεί ακριβώς μοίραζα προκηρύξεις της κατάληψης. Ή στις χοντρές κολώνες της Αριστοτέλους, αφισοκόλληση και, καπάκι, η σύλληψη από τους μπάτσους...»

«Τι έτος ήσουν τότε;»

«Τρίτο, το ογδόντα ένα. Στην Καμάρα πάλι, το πρώτο ραντεβού με γυναίκα στη Σαλονίκη, τέσσερις μέρες αφού είχα ανέβει πρωτοετής. Ήταν τρεις φίλες, είμαστε με τον Διομήδη και τον Αγαμέμνονα και μας έστησαν, τις βρήκαμε αργότερα, αλλά τα χαλάσαμε στη μοιρασιά και δεν έγινε τίποτα...»

«Σου αρέσει η ανάμνηση εκείνης της εποχής;»

«Ναι, γιατί ήταν η εποχή της φιλίας, της δράσης, της νεότητας…»

«Παρόλες τις μαλακίες που έκανες κι εσύ και όλοι; Εμένα μου έχει μείνει η εικόνα μιας ομάδας πειναλέων, απένταρων και άγαμων, στην πλειοψηφία τους, προσώπων... Θυμάμαι τον εαυτό μου, για παράδειγμα και στεναχωριέμαι. Τριγύριζα χωρίς κανένα λόγο αποδώ κι αποκεί, είχα κάνει την ψυχανωμαλία μου σημαία, και τι έγινε; Έχασα ανώφελα το χρόνο και τις δυνάμεις μου. Αλλά κι εσείς, οι πολιτικοποιημένοι, τι βίδωμα, αδελφέ μου… Χρόνια ολόκληρα τρέξιμο, συνεδριάσεις, παραμύθιασμα… Εσύ, δηλαδή όχι και τόσο, είχες κι άλλες λόξες, αλλά εκείνος ο Διομήδης, για παράδειγμα, ήτανε λογικά όσα έκανε; Κορόιδο στην κομμουνιστική πρωτοπορία, δεν χάρηκε τις σπουδές του, πήρε πτυχίο με πέντε κόμμα μηδέν, καθυστέρησε και δυο χρόνια, λόγω πολιτικής…»

«Καλά, είναι γνωστό ότι μόνο ο Διομήδης μπορεί να σε συναγωνιστεί σε μιζέρια και γκρίνια...»

«Γι’ αυτό δεν τον γουστάριζα ποτέ αυτόν τον τύπο… Αλλά εντάξει, κι εγώ όταν περνάω από το τούρκικο προξενείο θυμάμαι το μπουρδέλο που πήγαινα τότε, όταν είχα λεφτά. Δέκα λεπτά με την Καίτη, τέσσερα κατοστάρικα. Τι να της ζηλέψω αυτής της ανάμνησης; Φιλία δεν είχε, η δράση ήταν στατική, είχε βέβαια νεότητα… Αν είχα μυαλό τότε, αντί να μαλακίζομαι εδώ, θα είχα φύγει έξω, θα ξεκινούσα, όταν ήταν καιρός, αυτά που με ενδιέφεραν... Αυτό είναι που δεν μπορώ να χωνέψω, ότι χάσαμε τον χρόνο μας, σπαταλώντας τις δυνάμεις και τις δυνατότητες της νεότητάς μας… Μην αυταπατάσαι ότι ακόμα υπάρχει καιρός: Όλα έχουν κριθεί οριστικά ως τα εικοσιτρία, άντε ως τα εικοσιτέσσερα…»

«Καλά, καλά, ξέρεις πολύ καλά ότι η ιστορία της ζωής γράφεται άπαξ και πλέον ου. Σε καταλαβαίνω, όταν μου λες ότι δεν είσαι ευχαριστημένος με όσα έκανες, γιατί μπορούσες να κάνεις χιλιάδες άλλα πράγματα. Αλλά, διάβολε, έκανες κάτι…»

«Εντάξει, δυο βιβλία για υγιεινή διατροφή και δίαιτα, δυο ταινιούλες, ραδιόφωνο, το μπαρ, είναι κάτι τις, αλλά μου φαίνονται ελάχιστα, μπροστά στις πραγματικές δυνατότητες τις μεγαλοφυΐας μου... Με όλα αυτά βγάζω λεφτά, αλλά όχι και τόσα πολλά, τελικά…Είμαι τριάντα χρονών και εξακολουθώ να παραμένω τοπικός ερασιτέχνης... Άστα. Αλλά το χειρότερο δεν στο είπα ακόμα: Παντρεύομαι!»

«Σοβαρά; Με ποιάν;»

«Αριστοτέλης! Εδώ! Το καθήκον σου… Θα μας φέρει και φάβα, την καλύτερη των Βαλκανίων…Δεν την ξέρεις, είναι ηθοποιός και δουλεύει στο Κρατικό. Τη λένε Πενθεσύλεια. Εσύ θα παντρευτείς;»

«Μπα»

«Η άλλη τι γίνεται;»

Ρώτησε πολύ φυσικά, ξεκοκαλίζοντας την παντσέτα του, χωρίς να με κοιτάζει. Άθελά μου, χαμογέλασα – παρόλο το τσίμπημα που ένοιωσα.

«Η άλλη τελείωσε. Είναι σχεδόν τρία χρόνια που δεν έχουμε συναντηθεί»

«Ωραία γυναίκα… Που βρίσκεται τώρα;»

«Ιδέα δεν έχω»

«Ξέρεις Κίμωνα, πάντα απορούσα γι’ αυτήν τη γυναίκα. Πρώτα- πρώτα, τι σου βρήκε... Όχι ότι δεν είσαι ωραίο παιδί και τα λοιπά, αλλά ρε παιδί μου, αυτή ήτανε από άλλο ανέκδοτο...»

«Φαίνεται ότι έχω κρυφά χαρίσματα…»

«…τα οποία εγώ δεν γνωρίζω… χα χα… Έτσι, εξηγείται…Εξάλλου πάντα το έπαιζες μυστήριο. Εξαφανιζόσουν, δεν έβγαινες εύκολα από το κλειστό σου κύκλωμα, ξέρω ‘γω... Όχι ότι δεν ήσουνα κοινωνικός, αλλά έδινες την εντύπωση ότι ήσουνα και δεν ήσουνα. Καλά, ότι σε θεωρούσανε υπερόπτη και σνομπ το ξέρεις και μόνος σου... Όταν έλειπες, άνθιζε η άποψη ότι είσαι λιγάκι sui generis, αλλά όταν εμφανιζόσουν, όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Δε βαριέσαι, τρωγόμαστε με τα ρούχα μας...»

* * *

Κάθομαι στο καφενείο του σιδηροδρομικού σταθμού της Θεσσαλονίκης και περιμένω το τραίνο για την Αθήνα πίνοντας καφέ, καπνίζοντας πίσω από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Όταν έρχεται η Θυμέλη, επιστρέφοντας από το τηλεφώνημα που πήγε να κάνει, διπλώνω την εφημερίδα και της χαμογελάω. Αυτή ανταποδίδει το χαμόγελο, αλλά δε μπορεί να μην σκέφτεται πως θ' αργήσουμε και πάλι να συναντηθούμε. Μου θυμίζει να της τηλεφωνώ κάθε μέρα κι εγώ το υπόσχομαι, αν και ξέρω καλά ότι δεν πρόκειται να το κάνω και ότι πριν περάσουν πολλές εβδομάδες, η Θυμέλη θα ζευγαρώσει τα είκοσι χρόνια και τη θερμή της φύση, με κάποιον άλλον.

Μια και είναι η τελευταία φορά που γίνεται λόγος για τη γλυκιά Θυμέλη, ας πούμε δυο λόγια γιαυτήν. Ήταν μαθητευόμενη νοσοκόμα ακόμα, είχε λίγους μήνες στη Θεσσαλονίκη, όταν την πλησίασα. Παρακολουθούσα παιδοχειρουργική στο Κεντρικό, ακριβώς δίπλα στη σχολή των νοσοκόμων. Η Θυμέλη βρέθηκε αθεράπευτα ερωτευμένη. Τη συμπαθούσα, αν και με κούραζε η αφέλειά της και η φλυαρία της. Δεν διέκοψα όμως μαζί της, όλους αυτούς τους μακριούς και δυσάρεστους μήνες της θητείας, ώσπου πήρα το πολυπόθητο αγροτικό και έφευγα προς το νότο. Η Θυμέλη μου έγραφε συχνά κι εγώ της τηλεφωνούσα. Ταξίδεψε αρκετές φορές για να με δει στο Μεσολόγγι, την Άρτα και την Αλεξανδρούπολη. Έπιανε δωμάτιο στο ξενοδοχείο, όπως είχαμε συνεννοηθεί τηλεφωνικά, συγυριζόταν και με περίμενε, με τους μεγάλους κρίκους στ’ αυτιά, την κοντή φουστίτσα και τα κόκκινα χειλάκι της. Η ίδια δε μπορούσε να φανταστεί πόσο σημαντικές ήταν οι επισκέψεις της, γιατί ήμουνα πλέον έμπειρος (και απολύτως κυνικός) χειριστής των γυναικών. Κατανοώντας εξάλλου τις συναισθηματικές ανάγκες της κοπέλας, προσπαθούσα να είμαι τρυφερός μαζί της, ακόμα κι όταν τη βαριόμουν αφόρητα.

«Πως το λένε το χωριό που πας;»

«Άγιο Βασίλειο»

«Και είναι μικρό;»

«Δεν έχω ιδέα...»

«Γιατί όμως δε θέλεις να έρθω το άλλο Σαββατοκύριακο;»

«Σου το εξήγησα, θα είμαι στην Αθήνα εκείνες τις μέρες»

«Να συναντηθούμε στην Αθήνα τότε!»

«Ούτε αυτό γίνεται, στην Αθήνα θα πάω για δουλειές»

«Και πότε θα σε δω;»

«Γιατί ρωτάς τα ίδια πράγματα συνέχεια; Δε σου είπα ότι θα σου τηλεφωνήσω εγώ και θα κανονίσουμε;»

Η Θυμέλη καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά δε μπορούσε να φανταστεί πως η ιστορία μας ήταν κιόλας τελειωμένη. Εξακολούθησε να δυσανασχετεί, μέχρι που ανέβηκα στο βαγόνι. Με αποχαιρέτησε μ' ένα κινηματογραφικό φιλί και το τραίνο άρχισε, επιτέλους, να κινείται.