Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2006

Άρτεμις και Αλκιβιάδης

(Ιανουάριος 1989)


Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθού μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου

Μανόλης Αναγνωστάκης



Ο Αλκιβιάδης ξύπνησε μετά το πέμπτο κουδούνισμα, ακούστηκε η φωνή του,
αγανακτισμένη να λέει πως τώρα, τώρα θα άνοιγε. Σύρθηκαν βήματα, άνοιξε η πόρτα. Ο Αλκιβιάδης κοίταξε για λίγο, κοιμισμένος ακόμα, ύστερα κατάλαβε ποιος ήταν ο πρωινός επισκέπτης και πήρε έκφραση ακράτητου ενθουσιασμού.

«Όχι υστερίες!» είπα, σηκώνοντας το χέρι.

Αγκαλιαστήκαμε και περάσαμε στο καθιστικό, το οποίο χρησίμευε και ως ατελιέ - και φαινόταν λες και μόλις είχε ολοκληρωθεί του Κουτρούλη ο γάμος εκεί μέσα. Μπήκε μια γυναίκα με πυτζάμες και ρώτησε μισοκοιμισμένη τι τρέχει.

«Νίψου κι έλα να γνωρίσεις τον Κίμωνα. Είναι η Άρτεμις, καθηγήτριά μου στη σχολή, διάσημη καλλιτέχνιδα και εκρηκτική γυναίκα, ανδροφάγος. Ίσως γίνω μια μέρα ο τρίτος της ζωντοχήρος...»

Η Άρτεμις είχε περάσει τα σαράντα, αλλά παρόλο που ήταν πρωί, δεν της φαινόταν.

«Χρόνια ακούω για σένα και να που επιτέλους σε γνωρίζω από κοντά. Για να σε δω καλά!»

Με περιεργάστηκε σχολαστικά, με έμπειρο μάτι, χωρίς δισταγμούς και περιστροφές.

«Χαμογελάς, ε; Ήμουνα περίεργη να δω, πως είναι αυτός που ξελόγιασε την καλύτερή μου φίλη...»

Τέλος μας τράβηξε στην κουζίνα για πρωινό και η γνωριμία συνεχίστηκε εκεί. Μιλούσαμε για το στρατό, τις εμπειρίες μου από τη θητεία και τις προοπτικές του Αλκιβιάδη, που θα έφευγε σε λίγους μήνες, για να υπηρετήσει και αυτός. Λίγο αργότερα η Άρτεμις έφυγε για τη σχολή, αφού τόνισε ότι το μεσημέρι θα τρώγαμε μαζί.

«Πως σου φάνηκε;» ρώτησε ανήσυχα ο Αλκιβιάδης.

«Θα μπορούσε να είναι η μαμά σου...»

«Άνετα, αν παντρευόταν κάπως μικρή, αλλά δεν εννοούσα αυτό... Ξέρεις, έχω κόψει κάθε σχέση με το σπίτι μου εξαιτίας της. Δε θέλουν να με δουν ούτε ζωγραφιστό. Μα είναι να τραβάς τα μαλλιά σου: Δυο φορές χωρισμένη, με δυο παιδιά... Ο γέρος μου έχει κάνει κιόλας δυο εμφράγματα και μάλλον πάει σύντομα για το τρίτο. Ήρθε να τη γνωρίσει, είπε δυο κουβέντες παραπάνω, μέσα στη φούρκα του κι αυτή τον έστειλε στο διάολο... Έκτοτε είμαι το μαύρο πρόβατο, ούτε η μάνα μου, ούτε η αδελφή μου επικοινωνούν μαζί μου...»

«Περαστικά»

«Ευχαριστώ πολύ. Ξέρεις, ήθελαν να γίνω γιατρός, μηχανικός, οικονομολόγος, κάτι χρήσιμο τελοσπάντων, ή, τουλάχιστον, να αναλάβω το μαγαζί, αλλά εγώ το χαβά μου… Κάθε φορά που τσακωνόμαστε με τον πατέρα μου, σε έφερνε ως παράδειγμα προς μίμηση, ενώ εγώ φυσικά ήμουν ο αχαΐρευτος... Παρόλα αυτά δεν κατάφερε να με κάνει να σε σιχαθώ. Έπεσε από τα σύννεφα όταν του ξεφούρνισα ότι ήσουν από τους αρχηγούς εκείνης της μεγάλης κατάληψης στην Ιατρική, πολύ το χάρηκα! Δεν εννοούσα, που λες, αυτό για την Άρτεμη, αλλά για τους τρόπους της. Ξέρεις, είναι ιδιαίτερα αυθόρμητη...»

Ο Αλκιβιάδης έπιασε να πλένει τα πιάτα και τα φλιτζάνια. Τον παρακολουθούσα σχεδόν γελώντας, γιατί όσο δεξιοτέχνης ήταν με τα πινέλα και τα χρώματα, τόσο αδέξιος έμοιαζε μπροστά στο νεροχύτη.

« Άλκη για πες μου, έχεις μάθει τίποτα καινούριο;»

«Καινούριο, από πότε;»

«Πάει ένας μήνας που μιλήσαμε στο τηλέφωνο και μου είχες πει ότι εξακολουθεί να είναι άφαντη»

«Τα ίδια. Έχω να τη δω τουλάχιστον δυο χρόνια κι απ' ότι ξέρω, όπως σου είχα πει, το μόνο σημείο ζωής είναι η κάρτα, που έστειλε πέρυσι στα γενέθλια της Άρτεμης, χωρίς διεύθυνση βέβαια... Ξέρεις, μια ωραία κάρτα γαλλικής παραγωγής, ταχυδρομημένη από το Παρίσι, αλλά εξαιρετικά λιγόλογη -είμαι καλά, φιλιά και τίποτε άλλο...»

«Η Άρτεμις δεν ξέρει κάτι;»

«Όχι. Στεναχωριέται πολύ, γιατί ήτανε φίλες κολλητές. Τον πρώτο καιρό που εξαφανίστηκε έλεγε πως είναι κάποιο καινούριο της βίτσιο, αλλά έχουν περάσει κιόλας δυο χρόνια..»

«Εικοσιεφτά μήνες»

«Τόσο. Δεν ήρθε ούτε στη δίκη, ούτε όταν αρρώστησε η μάνα της, τίποτα. Ποιος ξέρει γιατί τα κάνει αυτά;»

«Ποια είναι η δική σου θεωρία;»

Ο Αλκιβιάδης άφησε το σφουγγάρι στο νεροχύτη, σκούπισε τα χέρια του και κάθισε στο τραπέζι.

«Εγώ δεν την ήξερα τόσο καλά ώστε να έχω αξιόλογη γνώμη, ό,τι ακούω να μου λέει η Άρτεμις. Λοιπόν, η κοπέλα έχει πάθει, δεν είναι καλά. Θυμάσαι πόσο νευρική και αλλοπρόσαλλη ήταν στο τέλος, έπαιρνε χάπια, έπινε πολύ... Πόσος καιρός είναι που χωρίσατε οριστικά; Τον Δεκέμβρη του ογδόντα πέντε, πάνε τρία χρόνια και... Μετά εγώ δεν την έβλεπα και πολύ, η Άρτεμις μου έλεγε ότι χειροτέρεψε περισσότερο, έκανε φοβερούς καυγάδες με τους δικούς της, με όλον τον κόσμο, ήρθε η ιστορία με τον Ιάσονα, αυτά σου τάχω πει, και ξαφνικά εξαφανίστηκε χωρίς καμιά προειδοποίηση... Έγραψε δυο φορές στη μάνα της και τρεις στην Άρτεμη, καναδυό φορές από το εξωτερικό, χωρίς διεύθυνση, δυο λόγια, ότι είναι καλά. Εγώ πιστεύω ότι δεν είναι καλά, καθόλου!»

Άναψα το τσιγάρο που έστριβα τόση ώρα.

«Δεν μπορώ να το πιστέψω... Η Καλυψώ είχε πάντα δικό της τρόπο σκέψης, είναι απολύτως ανεξάρτητο άτομο. Δεδομένου ότι δεν έχει οικονομικό πρόβλημα, ώστε να χρειάζεται να δουλεύει για να επιβιώσει, έκρινε καλύτερο να κόψει κάθε επαφή με τον κύκλο της, τους ανθρώπους που υπήρξαν μάρτυρες ή γνώστες της φοβερής εμπειρίας και της ταπείνωσης, που είχε με τον Ιάσονα...»

Ο Αλκιβιάδης άναψε κι αυτός το Μάλμπορο.

«Θεωρείς φυσιολογικές τις ενέργειές της;»

«Κοίταξε Άλκη, φυσιολογικές με την κοινή λογική δεν είναι, σίγουρα. Αυτό όμως προσπαθώ να σου πω, η Καλυψώ ουδέποτε ενεργούσε με βάση την κοινή λογική. Είναι η μόνη γυναίκα που κάνει αυτό που θέλει, χωρίς περιστροφές και δισταγμούς. Μ' αυτήν την έννοια δε μπορώ να δεχτώ ότι είναι άρρωστη…»

«Τι να σου πω... Φοβάμαι ότι κρίνεις έτσι για καθαρά προσωπικούς λόγους… Τον τελευταίο καιρό που είσαστε μαζί, δεν πρόσεξες να έχει αλλάξει;»

«Όχι, δεν είχα προσέξει τίποτα… Ίσως ήταν λίγο ανήσυχη, αλλά ήταν πάντοτε η γνωστή Καλυψώ… Όταν ακούω ότι αυτή η γυναίκα έγινε ξαφνικά υστερική, αλκοολική ή έπαιρνε χάπια, τρελαίνομαι, δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μου…»

* * *

Η Άρτεμις γέμισε το τραπέζι καλομαγειρεμένα φαγητά, από το κοντινό εστιατόριο, και τα συνόδευσε με κόκκινο κρασί. Η επικοινωνία μας ήταν εύκολη, από την πρώτη στιγμή είχαμε συμπαθήσει ο ένας τον άλλον. Στο φαγητό μιλούσαμε - δηλαδή η Άρτεμις μιλούσε - για το αγαπημένο θέμα της, εκείνον τον καιρό: Ότι ύψιστος σκοπός της τέχνης πρέπει να είναι η αυτοαναίρεση και η αυτοκαταστροφή της. Να οδηγεί σε κάθαρση, να λυτρώνει τον δημιουργό και τον θεατή και να καταστρέφεται, να εξαφανίζεται για να δώσει τη θέση της σε ανώτερη μορφή, έτσι που μέσα από την αέναη διαδικασία της δημιουργίας να ξεπηδάνε όλο και ομορφότερες γενιές ανθρώπων και καλλιτεχνημάτων. Έβρισκα τις απόψεις της ενδιαφέρουσες, αλλά τραβηγμένες.

«Δε φαντάζομαι να ενσωματώνεις στα γλυπτά σου από μια ωρολογιακή βόμβα, που σε κάποια δεδομένη στιγμή θα κάνει μπαμ...»

Γέλασαν, ο Άλκης, που έπινε κρασί, κόντεψε να πνιγεί.

«Ίσως δεν είναι άσχημη ιδέα» σχολίασε η Άρτεμις, όταν όλα ηρέμησαν. «Απ’ όσο ξέρω κι απ’ ό,τι βλέπω εσύ είσαι παραδοσιακός και στις αντιλήψεις σου για την εξέλιξη των μορφών που μπορεί να πάρει η τέχνη...»

«Το φτωχό μου αισθητήριο λέει, πως τα μεγάλα, τα ουσιαστικά θέματα που υπάρχουν είναι πάγια, αναλλοίωτα από τον χρόνο: Ο έρωτας, η ελευθερία, η ομορφιά και ο θάνατος, από τον καιρό του Ομήρου ως τις μέρες μας. Εφ’ όσον εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η ουσία, η κατάθεση του δημιουργού πάνω στα βασικά αυτά θέματα, το πρόβλημα της εξέλιξης των μορφών με αφήνει αδιάφορο ή έστω, το αντιμετωπίζω από ιστορική και μόνο σκοπιά. Απόδειξη είναι η αμείωτη λειτουργικότητα των έργων, η υψηλή αισθητική απόλαυση που νοιώθουμε όταν διαβάζουμε Όμηρο ή αντικρίζουμε τον Ηνίοχο, στους Δελφούς»

«Ναι αλλά οι εποχές αλλάζουν γρήγορα, ιδιαίτερα τώρα... Η τέχνη πρέπει να προπορεύεται ή έστω να τις ακολουθεί»

«Προσωπικά δεν έχω καμιά διάθεση να προπορευθώ, είτε ως δημιουργός είτε ως κοινό... Έχω μάλιστα την εντύπωση ότι η περίφημη "πρωτοπορία", τις περισσότερες φορές, δεν είναι παρά άλλοθι, για παραγωγή μετρίων ή κακών έργων»

«Τι μας λες...»

«Μην αρπάζεσαι, εξάλλου θα ήθελα να αλλάξουμε θέμα, γιατί ο χρόνος είναι άσπλαχνος... Θέλω να μου πεις ό,τι ξέρεις για την Καλυψώ»

Η Άρτεμις κάρφωσε το βλέμμα της στο δικό μου.

«Ό,τι ξέρω;»

«Ναι, και θα προτιμούσα να τα πάρεις με τη σειρά, από τον καιρό που τη γνώρισες»

«Την αγαπάς ακόμα;»

«Μην κάνεις τέτοιες ερωτήσεις...»

«Καλά, όπως θέλεις» είπε - και σήκωσε το φρύδι.

Ανάψαμε τσιγάρα κι ο Αλκιβιάδης την πίπα του.

* * *

«Γνώρισα την Καλυψώ αρχές του 74, λίγο μετά το Πολυτεχνείο. Έκανα τότε την πρώτη μου έκθεση, με τρομερή αποτυχία ομολογώ, δεν ερχόταν σχεδόν κανένας να τη δει. Βρισκόμουν μόνη και έρημη στην αίθουσα κι αναρωτιόμουν, αν όλοι οι άλλοι είναι ηλίθιοι ή μόνον εγώ. Η Καλυψώ για κάποιο λόγο περνούσε από κει, είχε ραντεβού λίγο αργότερα και μπήκε να σκοτώσει την ώρα της. Εγώ καθόμουν σε μια γωνιά και παρακολουθούσα τη μοναδική μου επισκέπτρια. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δεκαεφτά, ντυμένη με τζιν καμπάνα, πολύχρωμο γιλέκο, ταγάρι, μαύρα ίσα μαλλιά, ξέρεις, η μόδα της εποχής εκείνης. Μου έκαναν εντύπωση το ωραίο της σώμα και η αναίδεια με την οποία περιεργαζόταν τα γλυπτά μου. Μασούσε τσίκλα και χαμογελούσε ειρωνικά, ήμουν έτοιμη να την ξεμαλλιάσω από το κακό μου, όταν κοίταξε το ρολόι της, έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε. Την άλλη μέρα ξαναπέρασε παρέα μ' έναν νεαρό φοιτητή που είχε τότε, τον Μιθριδάτη. Τον είχε φέρει για να του δείξει, λέει, τι μαλακίες κάνουν και τις πασάρουν για γλυπτική. Ε, δεν άντεξα και έβαλα τις φωνές. Όταν κατάλαβε ότι εγώ ήμουν η καλλιτέχνιδα δαγκώθηκε, ζήτησε συγνώμη και προσπάθησε να με καλοπιάσει. Ήταν τόσο ειλικρινής σ' αυτή της την προσπάθεια, που τη συγχώρεσα και πιάσαμε κουβέντα. Τους εξήγησα όσο μπορούσα πιο απλά, ώστε να καταλάβουν την αισθητική των γλυπτών. Με άκουσαν υπομονετικά, έφυγαν με το νεαρό κι εγώ έβαλα τα κλάματα, από τα νεύρα που είχα μαζέψει εκείνες τις μέρες. Την επόμενη μέρα ξαναπέρασε, μόνη. Μου εξομολογήθηκε ότι την είχε συγκινήσει η μοναξιά μου μέσα σ' εκείνο το χώρο και η επιμονή μου. Κουβεντιάσαμε αρκετά, ύστερα πήγαμε παρέα για καφέ και από τότε γίναμε φίλες αχώριστες, παρόλο που ήταν αρκετά μικρότερη από μένα, μαθήτρια ακόμα...».

«Μόνο φίλες; Η Καλυψώ μου είχε αφηγηθεί, πως είχατε και άλλου είδους σχέσεις...»

Η Άρτεμις ξέσπασε σε γέλια, αλλά δε μου διέφυγε η λοξή ματιά που έριξε στον Αλκιβιάδη.

«Ε, κι αυτό, αλλά το βασικό ήταν η μεγάλη μας φιλία... Συνεννοούμαστε, πως να στο πω; Εξάλλου και οι δυο μας είχαμε φυσική ροπή προς το ανδρικό φύλλο...»

* * *

«Ήταν ο καιρός που χώριζα με τον πρώτο μου έρωτα και πρώτο μου σύζυγο και μαζί με την Καλυψώ ριχτήκαμε στο καμάκι. Για την ακρίβεια, εκείνη ήταν που με μανατζάριζε, είχε ο θάρρος και την εμπειρία παρόλο που ήταν μικρή ακόμα, ενώ εγώ ουσιαστικά ήμουν άβγαλτη και αθώα. Βγάλαμε το άχτι μας… Αν και λατρεύαμε τον άντρα ως έννοια, περιφρονούσαμε τους άντρες που γνωρίζαμε, γιατί βλέπαμε καθαρά πως ήταν όρθια ζώα. Σε κανέναν δε μπορούσαμε να αποκαλυφθούμε, να επικοινωνήσουμε. Γι’ αυτό, αντιστρέψαμε τους καθιερωμένους ρόλους, τους κάναμε να μας ερωτευθούν παριστάνοντας τις παρθένες, τους χρησιμοποιούσαμε στο κρεβάτι ως αντικείμενα και τους διώχναμε. Αυτό κράτησε σχεδόν δυο χρόνια, μετά εγώ γνώρισα τον δεύτερο άντρα μου, ερωτεύτηκα πολύ και έκοψα. Η Καλυψώ συνέχισε μόνη της, ήθελε κι αυτή τον μεγάλο έρωτα, αλλά δεν της έκανε κανένας. Κάποια στιγμή εγώ ξαναχώρισα, γνώρισα τον Άλκη στη σχολή και τα φτιάξαμε, η Καλυψώ είχε μείνει πάλι μόνη και ερχόταν εδώ συχνά. Χαζεύοντας παλιές φωτογραφίες του Άλκη, από το σχολείο, σε είδε και άρχισε να ρωτάει ποιος είναι αυτός, που βρίσκεται και τέτοια. Ο Άλκης της μίλησε για σένα, ότι σπουδάζεις Ιατρική στη Θεσσαλονίκη και πολλά ακόμη κι έτσι αποφάσισε ν' ανέβει επάνω και να σε γνωρίσει, ψυχολογικά φτιαγμένη ότι θα έβρισκε το δέκα το καλό. Αυτά όλα τα ήξερες, έτσι δεν είναι;»

«Τα ήξερα σε γενικές γραμμές, μου τα είχε πει η ίδια αν και όχι τόσο γλαφυρά σε ό,τι αφορά τις κοινές σας περιπέτειες...»

«Ζήλευες;»

«Φυσικά ζήλευα, από ένα σημείο και μετά δεν ήθελα να ξέρω λεπτομέρειες, αν και προσπαθούσα να το παίζω αδιάφορος και υπεράνω. Έλεγα στον εαυτό μου ότι το μόνο που έχει σημασία είναι η ίδια η Καλυψώ»

«Εγώ ομολογώ πως δεν ήξερα ότι είχατε κάνει μαζί κρεβάτι…» είπε ο Αλκιβιάδης.

«Αυτό είναι μια λεπτομέρεια, ειλικρινά χωρίς καμιά σημασία... Η Καλυψώ δεν είχε κανένα ταμπού, άλλωστε είχε σχετικές εμπειρίες, από πολύ μικρή. Δε φαντάζομαι να παρεξηγήθηκες τώρα;»

«Μπα… Μαζί σου έχω μάθει να δέχομαι τα πλέον εξωφρενικά πράγματα ως φυσικά...»

«Ευχαριστώ πολύ! Γεγονός είναι ότι, αφού σε γνώρισα και μετά, έχω καλογερέψει»

«Αυτό μας έλειπε...»

* * *

«Όταν τα πρωτοφτιάξατε η Καλυψώ μου μιλούσε με τις ώρες στο τηλέφωνο για σένα, είχε γράψει μάλιστα και δυο-τρία γράμματα, ενθουσιασμένη αλλά και ανήσυχη. Μου έλεγε πως ήσουν ο πρώτος άνδρας που τη δέχτηκε όπως ακριβώς ήταν, που δεν ήταν υποχρεωμένη να προσποιείται ή να λέει παραμύθια. Από την άλλη μεριά, φαινόταν γοητευμένη με το χαρμάνι σου, συνηθισμένη ως τότε να γνωρίζει άντρες, όπως σου τους περιέγραψα νωρίτερα. Έλεγε πως σε είχε ερωτευθεί, αλλά για λόγους άμυνας και στυλ το έπαιζε κάπως υπεράνω και υπεροπτικά. Εξάλλου μπορούσε να το κάνει, η διαφορά σας, ως προς την εμπειρία στα θέματα αυτά ήταν πολύ μεγάλη... Δεν έδινε μεγάλη σημασία στη διαφορά της ηλικίας, αλλά καταλάβαινα ότι την ενοχλούσε λιγάκι. Άλλο πρόβλημα ήταν ότι έβλεπε καθαρά πως, αν συνέχιζε μαζί σου, θα έπρεπε να αλλάξει οριστικά τρόπο ζωής, γιατί εσύ, ως επαρχιώτης και παραδοσιακός δεν θα μπορούσες να χωνέψεις την περίφημη θεωρία της για το ζωτικό ερωτικό κέντρο και τις περιστασιακές περιπέτειες. Αισθανόταν δηλαδή, ότι χάνει την κεκτημένη ανεξαρτησία της και αυτό δε μπορούσε να το δεχθεί. Γιαυτό αποφάσισε να φύγει την πρώτη φορά, παρόλο που σ' αγαπούσε... Πόσο μείνατε μαζί τότε;»

«Δυο μήνες και κάτι...»

«Σε διαβεβαιώ ότι όσο τη γνώριζα εγώ, ποτέ δεν είχε μείνει περισσότερο με κανέναν ως τότε... Δοκίμασε να γυρίσει στις παλιές συνήθειες, αλλά την είχε πατήσει και γρήγορα πήρε την απόφαση, να ξαναγυρίσει σε σένα, βέβαιη ότι έστω και δύσκολα θα σε κατακτούσε ξανά...»

«Όπως κι έγινε»

«Τρεισήμισι χρόνια είναι πολύς καιρός... Νόμιζα ότι η Καλυψώ θα έμενε οριστικά μαζί σου, αλλά έπεσα έξω. Δεν μου είπε πολλά, για την απόφασή της να χωρίσετε, αλλά κατάλαβα ότι κάπου η σχέση είχε βαλτώσει...»

«Για μένα καθόλου. Με τα δικά μου δεδομένα, περνούσαμε άψογα, αλλά η Καλυψώ είχε αρχίσει να κουράζεται, ήταν συνηθισμένη διαφορετικά. Τώρα καταλαβαίνω ότι όσο κι αν μ' αγαπούσε είχε πια βαρεθεί τη Θεσσαλονίκη, τις παρέες μου, την επανάληψη των ίδιων χώρων και των ίδιων ανθρώπων. Στο βάθος χωρίσαμε για λόγους ταξικούς...»

«Δεν το πιστεύω... Η Καλυψώ δε θα ‘μενε σ' αυτό...»

«Δυστυχώς, αυτό ήταν. Κάποια στιγμή η γοητεία μου δε μπορούσε πια να ισοφαρίσει την έλλειψη μιας πλούσιας και άνετης ζωής και η ιστορία έκλεισε εκεί. Για πες μου όμως, τι έκανε μετά;»

«Γύρισε στις παλιές της συνήθειες, αλλά χωρίς μεγάλο κέφι, ώσπου γνώρισε τον Ιάσονα και τον ερωτεύτηκε ή έπεισε τον εαυτό της ότι τον ερωτεύτηκε. Γρήγορα όμως ξέφτισε κι αυτή η ιστορία, ώσπου έγινε ό,τι έγινε... Στο τέλος είχε γίνει νευρική, μελαγχολική, δεν ανεχόταν κανέναν. Της έλεγα να έρθει να σε βρει, αλλά το απέκλειε χωρίς συζήτηση, δεν ήθελε καν να της κάνω κουβέντα γι αυτό. Μια ωραία πρωία, μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι φεύγει για πάντα, μακριά από όλους και να μην την αναζητήσει κανείς. Δε μπορούσα να φανταστώ ότι το εννοούσε, αλλά να που το ‘κανε...»

Έπεσε σιωπή γύρω από τα άδεια μπουκάλια. Καπνίζαμε όλοι.

«Θα ψάξεις να τη βρεις;»

«Όχι»

«Νόμιζα ότι θα το έκανες, αφού την αγαπάς...»

«Μην είσαι τόσο ρομαντική… Δεν είμαι ντετέκτιβ, ούτε μπορώ να πάω στο Παρίσι, στα τυφλά. Αλλά κι αν ήξερα που είναι, πάλι δεν θα πήγαινα»

«Κρίμα...»

«Όχι. Εξάλλου πάντα αυτή ερχόταν και μ' εύρισκε, ποτέ δεν έγινε το αντίστροφο»

Κοίταξα το ρολόι μου και σηκώθηκα.

«Ευχαριστώ για όλα»

Λίγη ώρα αργότερα, ξεκλείδωνα την πόρτα του σπιτιού της αδελφής μου. Ήξερα πως έλειπε, στη σχολή της.