Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2006

Αγροτικό ιατρείο

(Μάρτιος 1989)

Ξένος είμαι στο σπίτι μου
ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

Νίκος Καρούζος



(Γράμμα του Κίμωνα)

Ο Άγιος Βασίλειος, της επαρχίας Ναυπακτίας, είναι χωριό τόσο αδιάφορο, όσο εκατοντάδες άλλα της ελληνικής επαρχίας - και λίγο περισσότερο. Ο "αγροτικός" γιατρός έχει στη διάθεσή του ένα μικρό χώρο, μέσα στα γραφεία της κοινότητας, για να εξετάζει τους ασθενείς, έχει την αυθόρμητη εκτίμηση και συμπάθεια των κατοίκων και ατελείωτες ώρες για σκότωμα. Από επαγγελματική άποψη, τα πράγματα είναι τρομερά απλουστευμένα. Μετράει κανείς την πίεση στους γέροντες, θεραπεύει αμυγδαλίτιδες και ιλαρές στα παιδιά και αξιοποιεί ευσυνείδητα την παραμικρή ευκαιρία να κατέβει στην Αθήνα.

Χρειάστηκε να επιστρατεύσω όλη την έμφυτη αισιοδοξία μου για να καταφέρω την προσαρμογή μου σ’ αυτό το περιβάλλον. Στην αρχή φρόντισα να γνωρίσω τους ιθαγενείς, ιδιαίτερα την πνευματική ελίτ του τόπου. Υπάρχει ο δάσκαλος, η φαρμακοποιός, ο οδοντίατρος (σύζυγος της φαρμακοποιού) και ο γραμματέας της κοινότητας, κτηνοτρόφος αλλά και απόφοιτος της Παντείου. Όλοι αυτοί έχουν από δυο - τρία παιδιά, τηλεόραση, βίντεο - και τους χαρακτηρίζει μια χαριτωμένη ψιλονεύρωση. Δήλωσαν ομόφωνα, όταν τους γνώρισα, ότι στόχος τους είναι να φύγουν από τον Άγιο Βασίλειο, το συντομότερο. Ο οδοντίατρος όμως, μου εξομολογήθηκε ότι αυτό το λένε χρόνια τώρα και δεν πρόκειται να το κάνουν ποτέ. Τελικά γίναμε φίλοι με τον γραμματέα - κτηνοτρόφο, που αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην ντόπια διανόηση και τις ευρύτερες μάζες, είναι χωρατατζής, γλεντζές και ξέρει να βρίσκει το καλύτερο κρασί. Ο Διοκλητιανός (έτσι τον λένε αλλά τον φωνάζουμε Στέλιο) με συνοδεύει ορισμένες φορές, υπό την ιδιότητά του ως γραμματέας της κοινότητας, στα γύρω μικρότερα χωριά που έχω υπό την υψηλή ιατρική μου φροντίδα και απ' όπου γυρίζουμε πάντα πιωμένοι, με το στερεοφωνικό του Ντάτσουν (με εκουαλάιζερ παρακαλώ) να παίζει σκυλάδικα στη διαπασών.

Προσπαθώ να περνώ τις ώρες μου διαβάζοντας, αλλά πόσο να διαβάσει κανείς; Έτσι περνάω τον καιρό μου κάνοντας τηλεφωνήματα, περιπάτους, βλέποντας τηλεόραση. Σημειωτέον, αγαπητή μου Ελένη, από τη δεύτερη βδομάδα εδώ κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει τίποτε από γκόμενες στην πιάτσα. Δυο - τρεις κοπελίτσες που κυκλοφορούν είναι αδύνατο να προσπελασθούν χωρίς να ξεσηκωθεί σάλος και πανικός. Τη νοσοκόμα που γνώρισες στη Θεσσαλονίκη ξέχασέ τη. Για το καλό της, απελύθη.

...........................................................

* * *


(Γράμμα του Διομήδη)

«Παλιέ μου φίλε σου γράφω για να παρηγορηθώ...» Παραλίγο να αρχίσω το γράμμα με την μελλοδραματίζουσα μεν, εύγλωττη ωστόσο εισαγωγή «έχω χωθεί στα σκατά μέχρι το λαιμό». Τούτο το Σαββατοκύριακο λείπει η Φαίδρα και έμεινα μόνος στο σπίτι, με το στερεοφωνικό να παίζει δυνατά Led Zepelin, Doors και Rolling Stones. Ο διάβολος με έβαλε, να βγάλω από τα χαρτοκούτια και να ταχτοποιήσω στα καινούρια ωραία μου ντοσιέ, τα χαρτιά μου, τα παλιά μου βιβλία και γενικώς τη σαβούρα που κουβάλησα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Ήταν σα να άνοιξα το μπουκάλι με τα φαντάσματα... Αυτή τη στιγμή είμαι μέσα στο χαρτομάνι, δεκάδες αυθεντικά μνημεία των ηρωικών εποχών 79-84.

Έχω μπροστά μου, για παράδειγμα, την ομιλία που είχα κάνει σε εσωκομματική εκδήλωση το 1982 "για το Πολυτεχνείο", ένα όμορφο κείμενο πέντε σελίδων. Ξαναδιαβάζοντάς το, προσπάθησα να ξεχωρίσω ανάμεσα στις γραμμές του, τι απ' όσα έλεγα ήταν δικές μου θέσεις και τι είχα παπαγαλίσει από άλλα "επίσημα" κείμενα. Διαπίστωσα με έκπληξη πόσο εύκολα είχα υιοθετήσει απόψεις και ερμηνείες καταφανώς εμπειρικές και μονοσήμαντες και με πόσο άγιο θράσος είχα τεκμηριώσει τα συμπεράσματά μου, για την τρέχουσα πολιτική συγκυρία, πάνω στις απόψεις αυτές. Φυσικά το στυλ μου παραμένει αναγνωρίσιμο, ανεξάρτητα απ' αυτά που έλεγα, αλλά είναι προφανές ότι τα έλεγα χωρίς βίωση, χωρίς προηγούμενη ανάλυση και επεξεργασία. Τα ίδια διαπιστώνω ξαναδιαβάζοντας το κείμενο «ψήφισμα για τις βάσεις» που είχα γράψει και υπέβαλε η παράταξή μας στο ΔΣ του συλλόγου, ένα άλλο «κείμενο - διακήρυξη για την ΕΠΟΝ», ένα «ψήφισμα για την απλή αναλογική», κι άλλο «σχέδιο ψηφίσματος για τις βάσεις», πολλά σχέδια τοποθετήσεων σε γενικές συνελεύσεις του συλλόγου, συνδικαλιστικές ανακοινώσεις, ομιλίες σε κομματικές συνελεύσεις. Βρήκα μέχρι τη «διάλεξη» που είχα κάνει σε πρωτοετείς φοιτητές για «το πανεπιστήμιο και το ρόλο του στη σημερινή κοινωνία» - άκου φίλε μου άνεση!

Αυτά παθαίνει όποιος δεν προσέχει -λέω τώρα. Και εγώ και πολλοί άλλοι, μπήκαμε αυθόρμητα και με καλή πίστη στην πολιτική, στα κάτω-κάτω επίπεδα φυσικά, γύρω στα ‘78, πολύ νέοι, φωνακλάδες, φίλαθλοι του Ολυμπιακού και του ΠΑΟΚ, προσπαθώντας να συνδυάσουμε την επαναστατική μας σοβαροφάνεια με τις αχαλίνωτες διονυσιακές μας παρορμήσεις. Σε ελάχιστες περιπτώσεις, η αναπόφευκτη σύγκρουση των αντιθέσεων αυτών είχε τραγικά αποτελέσματα, στις περισσότερες ιλαροτραγικά. Βλέπαμε στελέχη του Κόμματος να καταφεύγουν σε ηρεμιστικά, για να ξεπεράσουν τις σπαραξικάρδιες εσωκομματικές πατσαβούρες, που τους έριχνε η καθοδήγηση. Βλέπαμε τις γυναίκες να κυκλοφορούν ατημέλητες, αχτένιστες, φανατικές χωρίς λόγο, κατά της αποτρίχωσης. Βλέπαμε να δημιουργούνται κλειστές ομάδες, όπου ανθούσε το κουτσομπολιό σε απίστευτο βαθμό, εφόσον ήταν για όλους αναπόφευκτο, να ερωτεύονται συνεχώς μεταξύ τους. Βλέπαμε δεκάδες ανθρώπους να αποχωρούν από την «επανάσταση», στην οποία ακόμα ορκιζόμαστε, ανθρώπους που είχαν στη συνέχεια τεράστια προβλήματα αποξένωσης και κατάθλιψης, έως ότου να συνέλθουν και να βρουν την υγειά τους. Βλέπαμε βέβαια και τους άλλους ή τις άλλες, που δολωνόντουσαν με λιμπιντικά αγκίστρια και βέβαια την κοπάναγαν με την πρώτη ευκαιρία. «Οπου πίπτει πούτσος, πίπτει και ψήφος» είχε πει ο πολύς Κατιλίνας – μεγάλος κόπανος κατά τα λοιπά.

Αλλά ποιοι είμαστε τελοσπάντων; Ακόμα θυμάμαι τους καυγάδες μας, όταν μιλούσα για τη «γενιά μας» και συ διαμαρτυρόσουν, λέγοντας ότι οι γενικεύσεις αυτού του τύπου σε απωθούν. Μπορεί να είχαμε και οι δυο δίκιο. Έτσι κι αλλιώς, μιλάμε ειδικά για μερικές χιλιάδες φοιτητές, υποψήφιους διανοούμενους, με ποικιλία καταβολών και αισθητικής. Μειοψηφία βέβαια, αλλά την κοινωνία την συγκροτούν, ακριβώς, οι μειοψηφίες. Κοινό μας χαρακτηριστικό, ο θαυμασμός μας για όσα δεν είχαμε ζήσει από μέσα, κυρίως το κλίμα της «γενιάς του Πολυτεχνείου» συγνώμη, η γενίκευση αφορά την τότε αντίληψη και μυθοπλασία. Κόσμος που μεγάλωσε μετά την μεταπολίτευση και πριν το AIDS. Στο σημείο αυτό, μπαίνω στον πειρασμό να αντιπαραβάλλω αυτές τις τρεις γενιές, αλλά δεν θα το κάνω εδώ και τώρα, γιατί θα ξεφύγω από το θέμα μου, που είμαστε εμείς - τότε.

Λοιπόν, η διάθεσή μας για «επαναστατική» δράση πήγαζε από το αυθόρμητο, τη γνήσια αηδία, που μας προκαλούσε η ελληνική κοινωνία όπως ήταν (και είναι ακόμα, μετά από τόσα χρόνια καραπασόκ) διαρθρωμένη, τη θέλησή μας για κάτι καινούριο, το κυνηγητό του οποίου μας δικαίωνε, μας καταξίωνε, ως κοινωνικές και πολιτικές οντότητες. Αυτά τα ενισχύαμε, σε ελάχιστες περιπτώσεις, με τη μελέτη ορισμένης βιβλιογραφίας. Αποτέλεσμα: Μπορούσαμε να πουλάμε εφημερίδες στους εργάτες (που μας έβλεπαν με συγκατάβαση) στις έξι το πρωί, να γεμίζουμε αφίσες τη Θεσσαλονίκη, να οργώνουμε τις συνοικίες, με κουπόνια για οικονομική ενίσχυση. Συνεδριάζαμε για ατελείωτες ώρες, συνήθως ασχολούμενοι με ανοησίες. Τα μαθήματα στις σχολές έμεναν πίσω, εμείς όμως τρέχαμε απτόητοι προς το λαμπρό κομμουνιστικό πεπρωμένο - άλλο θέμα τώρα το τεράστιο πολιτικό φάλτσο μας, δεν θα σταθώ σ’ αυτό. Ο χρόνος ήταν κατατεμαχισμένος σε ασφυκτικά μικρές περιόδους, ανάμεσα σε σημαδιακές ημερομηνίες: Εκλογές (γενικές, δημοτικές, φοιτητικές) οργάνωση φεστιβάλ, συνελεύσεις φοιτητικών συλλόγων, πολιτικές εκδηλώσεις, επετειακές εκδηλώσεις, καμπάνιες για στρατολόγηση ακόμα περισσότερων επαναστατών, οικονομικές εξορμήσεις, συνέδρια, συνδιασκέψεις, αχτίφ και ακόμα περισσότερες εκδηλώσεις, ομιλίες, συγκεντρώσεις, πορείες και ακόμα περισσότερες πορείες.

Ήταν απλώς θέμα χρόνου - σε συνδυασμό με δυο βασικές διαπιστώσεις: Πρώτον, η πολιτική μας δεν περνούσε στις μάζες και δεύτερον, σωστά δεν περνούσε, γιατί ήταν μια πολιτική μπούρδα. Έτσι, άλλος στον ένα, άλλος στους δύο ή στους τρεις χρόνους την κοπανούσε. Οι περισσότεροι όχι μετά από διανοητική - πολιτική επεξεργασία, αλλά από ένστικτο αυτοσυντήρησης, γιατί οι ρυθμοί δουλειάς ήταν θεότρελοι: Παράλληλα με όσα κάναμε για την «επανάσταση» θέλαμε να πιούμε, να κάνουμε καμάκι, να ξενυχτήσουμε παίζοντας χαρτιά ή συζητώντας, να παίξουμε μουσική. Λογικά, συνύπαρξη επαναστατικής δράσης, διασκέδασης και μαθημάτων, δε μπορούσε να υπάρξει, η σοβαρή ενασχόληση με καθεμιά από τις τρεις αυτές δραστηριότητες ξεχωριστά, απαιτεί ολόκληρο, σχεδόν, το χρόνο του νεολαίου. Για κάποιο χρονικό διάστημα ορισμένοι (εγώ ας πούμε) ασχολούνταν αποκλειστικά με το ένα από τα τρία, την «επανάσταση». Μετά άρχιζαν οι δυαδικοί συνδυασμοί (επανάσταση-μαθήματα ή επανάσταση-διασκέδαση) και στις χειρότερες περιπτώσεις, οι τριαδικοί, όπου προσπαθούσαμε να χωρέσουν τρία πόδια σε ένα παπούτσι. Ήταν η εποχή των πασαλειμμάτων, γενικά.

Προσπαθώ να εμβαθύνω και λέω: Καίρια αντίφαση, υποκειμενικής φύσης, εκείνης της περιόδου είναι η ακόλουθη: Μπήκαμε στους «επαναστατικούς» φορείς, υπακούοντας στο αυθόρμητο, πολύ γρήγορα όμως, οι μηχανισμοί τους απαιτούσαν από μας επαγγελματική σοβαρότητα, υπευθυνότητα και «λογική». Έτσι, η εθελοντική προσφορά μεταβαλλόταν αργά ή γρήγορα σε απεχθές και φορτικό καθήκον. Επιπλέον, οι μηχανισμοί δεν διέθεταν ίχνος χιούμορ. Η πλέον χαρακτηριστική φιγούρα, για όσους θήτευσαν τότε σε οργανώσεις της αριστεράς, ήταν αυτή του λεγόμενου κομματόσκυλου. Τα πιο αχώνευτα κομματόσκυλα ήταν γυναίκες. Θυμάσαι την Αγριππίνα; Είχε φάει τα λυσσακά της όταν με διέγραφαν, αλλά δεν πέρασε καιρός πολύς και τα παράτησε και η ίδια - πολύ θα ήθελα να ξέρω το γιατί, αλλά δε βαριέσαι...

Με την ευκαιρία, θαυμάζω τώρα αυτήν την παράνοια των διαγραφών, για όλες ανεξαιρέτως τις αριστερές οργανώσεις, ακόμα και το ΠΑΣΟΚ, σε τρομερά ποσοστά. Μάλιστα, όσο μικρότερες ήταν οι οργανώσεις και τα κόμματα, τόσο περισσότερες αναλογικά ήταν οι διαγραφές, οι αποχωρήσεις, οι φραξιονισμοί και τα υπόλοιπα μοβ γαϊδουράγκαθα του εσωκομματικού φολκλόρ. Περιμένω από κάποιον ψυχαναλυτή (με ιδίαν εμπειρία κατά προτίμηση) να δημοσιεύσει δοκίμιο, σχετικά με ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία των καιρών, τις σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονταν μέσα στις οργανώσεις, στα διάφορα επίπεδά τους. Ο εξουσιασμός, ως τρόπος ζωής, βρήκε πρόσφορο έδαφος στις οργανώσεις της αριστεράς, θαυμάσια άλλοθι - άνθισε και έβγαλε πολλά ξινά λεμόνια.

Θέλω να πιστέψεις ότι έχω ξεπεράσει οριστικά τις μαύρες που είχα -θυμάσαι τα χάλια που κυκλοφορούσα: Αποτυχημένος επαναστάτης, εραστής, επιστήμονας, ένας λεβεντομαλάκας... Μου έτυχε και κείνη η θεούσα η Ερμιόνη πριν φύγω από τη Θεσσαλονίκη και με αποσυντόνισε, ώσπου να τη στείλω από ‘κει που ‘ρθε… Εν πάση περιπτώσει όμως, είναι θέματα που δεν παύουν να μ’ ενοχλούν ή έστω να με απασχολούν, όλο και λιγότερο βέβαια. Χρόνος παντί ιητρός, έτσι δεν είναι; Το φροντιστήριο μου τη σπάει, αλλά α-πο-δί-δει. Η Φαίδρα μου τη σπάει (ορισμένες φορές) αλλά είναι αυτό που ζητούσα, από κάθε άποψη - εννοείς τι εννοώ. Με την πολιτική τούτον τον καιρό έχω σχέσεις τρίτου τύπου: Όταν είμαι στο σπίτι και δεν έχω δουλειά παρακολουθώ τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Βλέποντας προς τα πίσω δεν ξέρω αν πρέπει να βάλω τα κλάματα ή τα γέλια, αν το ένα ή το άλλο αντιστοιχεί καλύτερα στο τότε ή στο σήμερα.

..........................................................

* * *

(Γράμμα του Κίμωνα, που δε στάλθηκε).

Ο καιρός περνάει, κι εμείς μεγαλώνουμε και ομορφαίνουμε ή έστω μονάχα μεγαλώνουμε. Είχες παρατηρήσει κάποτε, ότι βιώνω τις μέρες μου σα να ήταν κινηματογραφική ταινία, ότι «σκηνοθετώ» την ίδια μου τη ζωή, την ώρα που κυλάει. Αν είναι έτσι, από τις γοητευτικές αμερικάνικες παραγωγές (τον καιρό που είμαστε μαζί) έχω περάσει στην κλιμακτήριο της ευρωπαϊκής κινηματογραφίας: Κατήφεια, νεύρωση, ελιτισμός, κακοφτιαγμένα σενάρια. Πως, άλλωστε, θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Αφέθηκα απολύτως σε σένα και ιδού το αποτέλεσμα, από τον καιρό που έφυγες και ως τα τώρα...

Τι σημασία έχει πως δεν είμαι πια ο νεαρός, που συνάντησες στη Θεσσαλονίκη, άπραγος, πολυπράγμων και φιλομαθής εθελοντής σε ό,τι μου γυάλιζε; Κι αν άλλαξε ο κοινωνικός μου ρόλος, διαπιστώνω, για μια ακόμα φορά, πως το έρμα παραμένει, ως είχε. Το ευτύχημα του τότε ήταν πως βρεθήκαμε την κατάλληλη στιγμή, όταν υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις, ώστε να μυθοποιηθεί η συνάντησή μας, να δικαιωθεί με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο η κινηματογραφική αντίληψη μου για τη ζωή. Το κακό του σήμερα είναι πως η (παραμένουσα) αντίληψη φαντάζει παράταιρη και αδικαιολόγητη, ακριβώς γιατί της λείπει η δυνατότητα απογείωσης, της λείπει η μεγάλη πρωταγωνίστρια...

Αναρωτήθηκα πολλές φορές «γιατί αυτή κι όχι μια άλλη γυναίκα;» Δε μπορεί να υπάρξει λογική τεκμηρίωση οποιασδήποτε απάντησης. Γίνεται να το δικαιολογήσω απλά, με την επίκληση του ότι σε ερωτεύτηκα; Όχι, κι άλλες είχαν αυτήν την τύχη ή την ατυχία, ορισμένες μάλιστα με δόξαζαν ως ερωτικό τους σύντροφο, ως εκεί που αισθανόμουνα θεϊκός. Αυτό όμως δε μου αρκούσε, η ματαιοδοξία είναι αναπόσπαστο στοιχείο μου, αλλά η ικανοποίησή της ποτέ δε μου αρκούσε, ήθελα κάτι παραπάνω. Στην περίπτωσή σου μάλιστα η ματαιοδοξία μου εκμηδενίζεται: Συνειδητοποιώ ότι ποτέ δεν μπόρεσα να σκεφτώ άσχημα για σένα, να σε κατηγορήσω, ακόμα κι όταν η συμπεριφορά σου ήταν αλλοπρόσαλλη και οι πράξεις σου δολοφονικές για τα αισθήματα και τον εγωισμό μου.

Γιατί γράφω αυτό το γράμμα, αφού δεν έχω ιδέα που βρίσκεσαι, για να το στείλω και να το διαβάσεις; Ίσως γιατί είναι η μοναδική διέξοδος που διαθέτω αυτό το δυσάρεστο βράδυ. Έτσι κι αλλιώς, είσαι συνέχεια μέσα στο μυαλό μου, συζητώ νοερά μαζί σου, αισθάνομαι την παρουσία σου στην ατμόσφαιρα, κινηματογραφώ την απουσία σου. Κι αν δε βρίσκεσαι κοντά μου, υπάρχεις μέσα μου, ως αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξής μου. Μου είναι απολύτως αδύνατον να αποδεχθώ την ιδέα ότι δεν θα ξανασυναντηθούμε. Τότε, κάποια στιγμή θα σου δώσω να διαβάσεις αυτό εδώ, το γραμμένο σε ανύποπτο χρόνο ψυχογράφημα και ίσως το κριτικάρουμε μαζί, πίνοντας και ακούγοντας μουσική.

2 Comments:

At 3:32 π.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

Κάνε δόκτορ υπομονή και όλα θα πάνε καλά. Απόλαυσε την ελληνική φύση. Σε κάποια φάση της ζωης μου και εγώ βρέθηκα στην ίδια θέση με σένα και εκεί έκανα την μεγάλη βλακεία να μη απολαμβάνω την κάθε μέρα μου και της φοβερές ομορφιές τησ μητέρας φύσης. Τα χρόνια πέρασαν και οι όμορφες νεανικές ,ζωντανές μέρες δεν ξανάρχονται. Άλλες υποχρεώσεις μας συνεπαίρνουν και μας κρατάνε μακριά από την πραγματικά όμορφη ζωή , που είναι αυτή που σήμερα ζεις. Αναπολώ διαβάζοντας μέσα από την ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ του Καζαντζακη τις ομορφιέ της ελληνικής γης με τους αγνούς ανθρώπους της , εδώ πλέον μακριά στα ξένα. Ζήσε δοκτορα το σήμερα και φόρτωσε τις μπαταρίες σου για το μέλλον, δεν ξέρεις που θα σε βρει.

 
At 10:25 π.μ., Blogger AMANDA said...

απολαυστικό το κείμενο!
το έκλεψα για να το μοιραστώ με ομοιοπαθείς με σαφή αναφορά στο blog σας!
αναμένω και νέα κείμενα από την καρριέρα σας!

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home