Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2006

Πρόσκληση σε αρραβώνες - I

(Απρίλιος 1989)


Και ιδού πως επιτυγχάνουμε και πάλι
Αφού τα ζάρια πέσαν στην κοιλιά μιας γυναικός
Μιας γυναικός γυμνής και κοιμωμένης
Κατόπιν κολυμβήσεως στην άμμο.

Ανδρέας Εμπειρίκος


«Ο κύβος ερίφθη» είπε ο Θεύδης στο τηλέφωνο, «αρραβωνιάζομαι με την Αγαύη το Σάββατο και θαρθείς. Θα είναι όλος ο κόσμος!».Όλος ο (γνωστός) κόσμος ήταν ο Ιούλιος με την Ιππολύτη, ο Διομήδης με τη Φαίδρα, η Ισμήνη και η Σαπφώ μόνες, ο Κατιλίνας με την Πενθεσύλεια, ο Αγαμέμνονας και η Αρσινόη, και ο Καλιγούλας, μόνος.

* * *

Ο Θεύδης με περίμενε στο σταθμό και μετά οδήγησε το toyota του Διομήδη ως το φροντιστήριο. Ο Διομήδης μας περίμενε στο άνετο γραφείο του, έφτιαξε εσπρέσσο και μοίρασε πούρα. Ήταν καλοδιάθετος, αντίθετα με τον Θεύδη, που φαινόταν μουτρωμένος και νευρικός.

«Τι έπαθες ρε; Μήπως το μετάνιωσες και δεν θέλεις να παντρευτείς;»

«Καλά, αυτό που κάνω είναι σίγουρα βλακεία, αλλά τώρα πάει, εκτέθηκα... Ρε παιδιά, θέλω να καταναλώσω και δε μπορώ! Είναι ζωή αυτή, χωρίς σπίτι, χωρίς αμάξι, χωρίς ταξίδια, να σκέφτομαι να βγω έξω, να κινδυνεύω να μου κόψουνε το τηλέφωνο...»

«Ψυχραιμία...»

«Τι ψυχραιμία;»

«Αν έχεις συναλλαγματικές δυσχέρειες, εδώ είμαστε!»

«Όχι Διομήδη, δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Γενικά, το χρήμα μου λείπει πολύ και έχω σαλτάρει!»

«Καλά, προίκα δεν παίρνεις;»

«Τρίχες. Όταν παντρευτούμε, οι πεθεροί θα μετακομίσουν αλλού και θα μείνουμε εμείς στο σπίτι τους, αυτό ειν’ όλο»

«Ας πρόσεχες...»

«Άσε ρε Κίμωνα, εγώ δεν ξέρω τι να κάνω κι εσύ με δουλεύεις από πάνω! Λέω να πάω στην επαρχία, να πάω στη Σαουδική Αραβία, στο Ζαΐρ, ξέρω και γω που; Ακόμα κι αυτός ο Διομήδης, που φαινόταν ο πλέον ανεπρόκοπος, κονομάει. Εσένα δε σου τι δίνει, που δεν έχεις αμάξι;»

«Μπα. Η μηχανή μου με βολεύει, ακόμα και στα χωριά της Ναυπακτίας, αν και κάποιες φορές το μότο - κρος που κάνω στα κατσάβραχα είναι επικίνδυνο… Ο πατέρας μου επιμένει να μου αγοράσει ένα αυτοκίνητο, υπό τον όρο να παρατήσω τη μηχανή, αλλά, προς το παρόν, αντιστέκομαι…»

«Είδες; Ρε τι μαλάκας ήμουνα που σπούδασα νομική! Δε γινόμουνα ποδοσφαιριστής, ηλεκτρολόγος, κάτι αποδοτικό τελωσπάντων...»

«Μην τον ακούς, αυτός συνέχεια γκρινιάζει...»

«Ε βέβαια, εσύ τι ανάγκη έχεις;»

«Αν εννοείς ότι με ξελάσπωσε η Φαίδρα, είναι κακοήθεια εκ μέρους σου, αλλά είναι και σωστό. Εν πάση περιπτώσει δε θα χανόμουνα, πάλι ωραίος θα ήμουνα! Άσε που και συ ωραίος είσαι, βέβαια τα λεφτά δεν είναι όσα πρέπει, για την ώρα, αλλά το κακό με σένα είναι ότι έχει θεριέψει μέσα σου το καταναλωτικό γουρούνι και γρυλίζει χωρίς σταματημό»

«Σε αυτό έχεις δίκιο… Πλάκα πλάκα ο καταναλωτισμός έχει αναδειχθεί σε έσχατη αξία για μας... Ναι δόκτωρ, έτσι είναι. Δεν έχουμε πια να περιμένουμε από πουθενά, όλες οι διαφυγές έχουν αποκλειστεί. Η επανάσταση δεν έγινε και δεν θα γίνει ποτέ και αν γίνει κάποτε, θα την κάνουν άλλοι, όχι εμείς. Ως δημιουργοί, απλούστατα δεν κάναμε τίποτα, ως κοινωνικοί παράγοντες είμαστε ανύπαρκτοι, ως επιστήμονες τρίχες, ως επαγγελματίες κανονικό προλεταριάτο, που φυτοζωεί. Τι χαρά μας έχει μείνει; Να καταναλώνουμε! Ώρες - ώρες λέω ότι είμαστε δαρμένα σκυλιά, χωρίς τίποτε που να στηρίζει εγωισμό και αξιοπρέπεια...»

«Έλα τώρα, μη λες τέτοια πράγματα, γαμπρός άνθρωπος»

«Ε, με πιάνει πότε - πότε, ο Διομήδης ξέρει, εμείς έχουμε πολύ καιρό να βρεθούμε, έχω λοιπόν εδώ και ένα-δυο χρόνια μια φοβερή διάθεση, λιώμα σκέτο. Μάλλον από τον καιρό που πήγα φαντάρος, μετά το πτυχίο. Με τη συνεχή πίεση των οικονομικών, με την απουσία οτιδήποτε θετικού πράγματος ως στόχου...»

«Καλά ρε Θεύδη, εσύ φημίζεσαι για την οργιαστική σου φαντασία. Δε μπορούσες να βάλεις κάποιο στόχο;»

«Όχι. Με αυτούς τους στόχους που είχα, έχασα, και τώρα το μόνο που μπορώ να σκεφθώ είναι να παντρευτώ, να βάλω γραμμάτια, για να πάρω αμάξι, αυτά τα φοβερά... Εδώ δεν έχει θέση η φαντασία, εδώ πρέπει να μιλήσει η υπέρβαση για να γλιτώσω από τα αδιέξοδα, δηλαδή να σαλτάρω και να τελειώνουμε...»

«Ε, δε θα ‘χει μεγάλη διαφορά με τώρα… Μην του δίνεις σημασία, όπως πάντα το κουνούπι το κάνει ελέφαντα και εντυπωσιάζεται από μόνος του. Κοίταξε: Έχει ωραία γυναίκα, βρήκε πελατεία αμέσως, και μάλιστα κονομάει καλά, άλλο αν η τρομερά σπάταλη φύση του τον κρατάει χρεωμένο, εξακολουθεί να με κερδίζει στο τάβλι, γιατί η κωλοφαρδία του δεν περιγράφεται, έχει τους φίλους του όλους εδώ στην Αθήνα, πηδάει μία νοσοκόμα έτσι στο αδιάφορο, κυκλοφορεί συνέχεια. Διάβολε, δε φαίνεται δυστυχής, έστω κι αν θέλει να το φέρνει έτσι. Πίστεψέ με Κίμωνα, δεν είναι, κατά βάθος είναι ευχαριστημένος που έγινε ένας ωραίος μικροαστός, προοδευτικός βέβαια και αναρχικός στη θεωρία, πασοκτζής στην ψήφο. Έχω βαρεθεί να τον ακούω να κλαίγεται...»

«Είσαι άθλιος, γιατί κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις...»

«Ε, καλά τώρα. Αφού ξέρω ότι ξέρεις ό,τι ξέρω και ο Κίμωνας το ίδιο, πάλι θα τα λέμε; Εντάξει, όλοι αισθανόμαστε ότι κάπου την πατήσαμε, ούτε οι πρώτοι είμαστε ούτε οι τελευταίοι. Το θέμα είναι τώρα, πως ολοκληρώνεται η προσαρμογή μας στην πραγματικότητα, να τελειώνουμε»

«Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από κάθε προσπάθεια;»

«Αν εννοείς από κάθε ψευδαίσθηση, αυτό ακριβώς σημαίνει!»

Για λίγη ώρα μείναμε σιωπηλοί. Μετά πήρε το λόγο ο Θεύδης, αλλάζοντας εντελώς το ύφος της συζήτησης:

«Η παρηγοριά δεν είναι εύκολη υπόθεση για όσους δεν πιστεύουν σε κάποιον θεό ή διάβολο ή δομημένο σύστημα αξιών. Πώς να παρηγορηθεί κάποιος, όταν το μόνο που τον συγκινεί - κατά κάποιον τρόπο - είναι τα αποτελέσματα του Παναθηναϊκού; Aπουσία ζωτικού χώρου για τη συνείδηση… έξω από μαζικές κοινωνικές δομές, οργανώσεις, εκδηλώσεις. Εκτός κοινότητος. Παρασυρμένος στη μοναχική πλήξη: Κάποια στιγμή αραιώνουν οι επαφές με τους δυο - τρεις ανθρώπους που έτι υφίστανται. Χειρότερα, επαφές και τηλεφωνήματα και απουσία λόγου. Δεν υπάρχει λόγος ανταλλάξιμος, πράγμα φυσικό, γιατί ο λόγος δεν φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν. Απαιτεί ερεθισμούς. Όχι μόνο της σκέψης, αλλά και της εμπειρίας, της κοινής εμπειρίας. Ίσως φταίνε τα βιώματα, ίσως ο τρόπος που έχω μάθει να συμπεριφέρομαι: Η σκέψη μου ανθίζει αποκλειστικά μέσα από τον διάλογο, η έμπνευση απογειώνεται μόνο με τη νοερή παρουσία του μελλοντικού συνομιλητή, ο οποίος όμως πρέπει να είναι πραγματικός, ζωντανός άνθρωπος. Γι’ αυτό, προσπαθώντας να απαντήσω στην αμηχανία του '87, είχα διατυπώσει τη θεωρία των κατακερματισμένων μειοψηφιών. Ατυχώς, σε ό,τι με αφορά, ο κατακερματισμός προχωρά μέχρι τη μονάδα. Έτσι, τουλάχιστον, δείχνει το πράγμα»

Τον κοιτούσαμε ξαφνιασμένοι, κι αυτός συνέχισε να μιλάει:

«Βέβαια υπάρχουν ακόμα κάποιες σταθερές, η οικογένεια και οι δυο -τρεις άνθρωποι, εσείς δηλαδή, με τους οποίους υπάρχει, περισσότερο δυνητικά, παρά ως πρακτική, η δυνατότητα απεμπλοκής από τη μιζέρια και τη μονοτονία της κατά μόνας πλήξης. Ατυχώς, δε μπορεί να δοθεί με αυτά λύση. Ατυχέστερα, φίλοι μου, το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται με τις κυρίες, που κατά καιρούς σχετίζομαι: Πέραν των αυτονοήτων, ουδέν. Ξηρασία. Και με την Αγαύη, που θα την παντρευτώ, δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος…»

Ο Θεύδης πήγε προς το παράθυρο και κοίταζε την κίνηση του δρόμου. Πήγε να πει κάτι ο Διομήδης, αλλά ο Θεύδης σήκωσε το χέρι και έκανε νόημα ότι δεν είχε τελειώσει.

«Εδώ εμφανίζεται ερώτημα καίριο και καθοριστικό, σε σχέση με τον τρόπο ζωής. Η κατάσταση δεν είναι απλώς ανησυχητική, είναι απελπιστική. Έστω, να δεχθώ ότι μπορώ να ζήσω χωρίς ευνοϊκή κοινότητα, με απουσία κοινότητας ή και με εχθρική, αν το φέρει ο διάβολος, κοινότητα. Είναι κακό, αλλά μπορεί κανείς να το αντιμετωπίσει. Πως, όμως, μπορώ να συμβιβασθώ με την ιδέα ότι ο τρόπος ζωής μου θα είναι από δω και πέρα αυτός ο συγκεκριμένος, όπως διαμορφώθηκε πλέον για τα καλά; Αντιλαμβάνομαι ότι στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξηγηθώ καλύτερα. Ειλικρινά, δεν είναι τόσο εύκολο, γιατί πρέπει να σας δώσω να καταλάβετε πράγματα που, αφ΄ ενός δεν είναι επακριβώς μετρήσιμα και αφ΄ ετέρου έχουν ως σημείο αναφοράς τη δική μου υποκειμενικότητα. Εν πάση περιπτώσει, ευελπιστώ ότι τουλάχιστον θα μπορέσω να εξηγήσω με λογικό και συνεπή τρόπο αυτό που μου συμβαίνει, όπως το έχω καταλάβει. Ο περίφημος τρόπος ζωής, που μου επέβαλαν όλα όσα χαρακτήρισαν τις προσωπικές μου επιλογές και τις συνθήκες του περιβάλλοντος χώρου, ας πούμε ότι μπορεί να σηματοδοτηθεί από ορισμένες λέξεις - κλειδιά: Εργασία, κατανάλωση, χρέη, άγχος, απουσία δημιουργικής χαράς, έλλειψη ζωτικού χώρου. Το να πάει καλά η δουλειά μου, να καταναλώσω ακριβότερα είδη ή ακόμα να ζήσω για να φτιάξω ένα σπίτι και μια οικογένεια μέσα σ’ αυτό, μου φαίνονται ήδη κολοκύθια νερόβραστα. Το να διαβάσω ορισμένα βιβλία ακόμα, να δω κάποια έργα τέχνης, ή να δημιουργήσω ο ίδιος κάτι, είναι πλέον σίγουρο ότι δεν πρόκειται να μ’ αλλάξει ούτε τόσο δα. Κι αν είναι να μείνω ο ίδιος, προς τι η όλη ιστορία; Εξίσου άνευ ουσίας μου φαίνεται η προοπτική να επενδύσω στις ερωτικές δραστηριότητες περισσότερα απ’ όσα πραγματικά αξίζουν. Όσα ανέφερα προηγουμένως είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να μου συμβεί, στην πλέον ευνοϊκή περίπτωση, τα επόμενα χρόνια. Επειδή θέλω να είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, δεν ασχολούμαι καθόλου με τα στραβά και τις αναποδιές που, ενδεχομένως, θα παρεμβληθούν και θα τροποποιήσουν προς το χειρότερο τα ήδη αναιμικά "καλύτερα"»

Με είχε ξαφνιάσει με το λογύδριό του.

«Είναι προφανώς προτιμότερη η κατάσταση του εισοδηματία που έχει απεριόριστη δυνατότητα να φιλοσοφεί απερίσπαστος από βιοτικές έγνοιες, αλλά, ας επιστρέψουμε στην πραγματικότητα. Εξήγησέ μας, γιατί η δουλειά σου να επιδρά αρνητικά, γιατί να χαρακτηρίζεται ως βασικό μείον του τρόπου ζωής;» τον ρώτησα.

«Διατυπώνω άνευ φόβου και πάθους τις σκέψεις μου επί του θέματος: Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβαίνει σε κάποιους ανθρώπους με καταπληκτικές αντοχές, αλλά εμένα με εξουθενώνει. Θετικά, όταν δουλεύω πολύ, γιατί δεν είμαι σε θέση να ασχοληθώ σοβαρά με ο,τιδήποτε άλλο, και αρνητικά, διότι η έλλειψη δουλειάς δηλητηριάζει τη σκέψη, συνεπώς και τις δυνατότητές μου. Μέση κατάσταση; Δεν πιστεύω ότι μπορεί να ορισθεί μέση κατάσταση, δεδομένου ότι το πολύ και το λίγο καθορίζεται άμεσα ή έμμεσα από χιλιάδες επιμέρους ανεξέλεγκτες μεταβλητές. Με δυο λόγια, η δουλειά είναι για μένα δυσβάστακτη δουλεία. Προς διευκρίνιση προσθέτω ότι την κατάσταση ίσως διαμορφώνει κατ’ αυτόν τον τρόπο ειδικά η φύση της δουλειάς του δικηγόρου. Η εξάρτηση από τους άλλους και η ανάγκη να ενεργώ και να συμπεριφέρομαι ως κάποιος άλλος, κάποιος που αγνοεί παντελώς το είναι και την ουσία και οφείλει να παζαρεύει τις δυνάμεις του στο δήθεν και την επίφαση. Το να είμαι "καλός" στη δουλειά μου το θεωρώ αυτονόητο, αλλά και απολύτως αναγκαίο όρο για την επαγγελματική επιβίωση. Εκείνο που δεν μπορώ να δεχθώ είναι η τρομακτική αλλοτρίωση που η δουλειά συνεπάγεται. Η αλήθεια ότι η ζωή δεν είναι παρά μια αλληλουχία συμβιβασμών, στο θέμα της δουλειάς βρίσκει την υψηλότερη δυνατή επιβεβαίωση. Δεν ξέρω αν σας οδήγησα στο συμπέρασμα ότι μισώ τη δουλειά μου. Δεν είναι τόσο απλό, γιατί κοντά στα αρνητικά, υποτίθεται ότι μου προσφέρει και τα θετικά της, δηλαδή διαφυγή από τη θλιβερή κατάσταση της βιοτικής ανέχειας και ορισμένη κοινωνική παρουσία. Ως αντάλλαγμα, μου παίρνει τα πάντα. Δεν διστάζω, συνεπώς, να διακηρύξω ότι τελικά είμαι χαμένος. Για να είμαι όμως δίκαιος, οφείλω να επισημάνω τις μικρές ικανοποιήσεις που δημιουργούν μερικές φορές η αίσθηση παροχής υπηρεσιών υψηλού επιπέδου και η αναγνώριση του γεγονότος από εντολείς και συναδέλφους. Ίσως πρόκειται για μια ακόμα ψευδαίσθηση, αλλά δεν νομίζω ότι της δίνω περισσότερη σημασία απ’ όση έχει στην πραγματικότητα. Συμπληρωματικά επί του θέματος, η διαγραφόμενη προοπτική είναι η όλο και μεγαλύτερη ενασχόληση - καταξίωση, επαγγελματική - κοινωνική, όπως εναργέστατα και ασφαλώς δείχνουν τα παραδείγματα προηγουμένων συναδέλφων, οι οποίοι τρέχουν, επίσης, σ’ αυτόν τον μαραθώνιο, που έχει ως έπαθλο τη μίζερη επιβίωση και όχι τη ζωή. Τα παρεπόμενα αυτής της κατάστασης είναι, νομίζω, ευκόλως νοητά, αν και καθόλου εύκολα αποδεκτά. Επέμεινα ιδιαίτερα στο ζήτημα της δουλειάς, γιατί, κατά τη γνώμη μου, είναι το κομβικό σημείο του τρόπου ζωής που με ενοχλεί. Εξ αιτίας της δουλειάς, για χάρη της δουλειάς, έχουν επενδυθεί έχουν επενδυθεί πολλά και ψυχολογικά τα πάντα, από τους δικούς μου, αλλά και από μένα τον ίδιον, σε μεγάλο βαθμό. Η δουλειά λειτούργησε ως ουσιαστικό άλλοθι, αλλά και πραγματικό αντίκρισμα για τις σπουδές. Γύρω από την προοπτική της, παλαιότερα, αλλά και γύρω από την πραγμάτωσή της, τώρα, περιστρέφεται όλο το πλέγμα των επιλογών, οικογενειακών και προσωπικών. Το ουσιαστικότερο: γύρω από τη δουλειά αυτή μπορώ να σχεδιάσω οποιαδήποτε προοπτική. Χωρίς αυτήν φαίνεται ότι είμαι μετέωρος κοινωνικά, οικονομικά, σε οικογενειακό επίπεδο»

Ο Διομήδης, που από ώρα ανυπομονούσε, πήρε τον λόγο:

«Καθώς σε άκουγα, Θεύδη, ήρθε στο μυαλό μου σειρά αντιπολιτευτικών επιχειρημάτων, σχετικά με τον γενικό και τον ειδικό ρόλο της δουλειάς, καλύτερα του επαγγέλματος. Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι η εργασία δεν είναι ταυτόσημη με την ύπαρξη, κάθε άλλο, είναι υποσύνολο. Συνεπώς, η μεταβίβαση των προβλημάτων του όλου στο μέρος, η απόδοση σε ένα χαρακτηριστικό της καθημερινότητας όλης της ευθύνης για την μιζέρια της ζωής, του τρόπου ζωής, δεν είναι σωστή. Δεν είναι δίκαιο να σηκώνει η εργασία τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου. Επιπλέον, είναι η βούληση εκείνη που την έχει προσδιορίσει: Ως προς τον τόπο, ως προς τον τρόπο, ως προς τις προοπτικές, ως προς το οικονομικό αντίκρισμα, ως πιθανότητα συνδυασμού της με επιθυμητό τρόπο ζωής και δραστηριοτήτων. Συνεπώς, τι φταίει η δουλειά αυτή καθ’ εαυτή; Μην ξεχνάς ότι επιδρούν επιβαρυντικά πάνω στην καθημερινότητα πολλές αδυναμίες και μειονεκτήματα, κατ’ αρχάς αφανή. Η δουλειά είναι εμφανής, άρα και εύκολος στόχος. Διάολε, η δυνατότητα ανάλυσης, σε τέτοιο στοιχειώδες επίπεδο, δεν θα έπρεπε να σου λείπει…»

Ο Θεύδης δεν απάντησε, θεωρώντας ότι είχε ολοκληρώσει επαρκώς την παρουσίαση των απόψεών του. Μίλησα εγώ:

«Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των ανθρώπων είναι, ίσως, η δύναμη της συνήθειας. Κατά καιρούς και κατά ηλικία, συμβαίνουν ορισμένα "καθοριστικά" γεγονότα, όπως είναι η είσοδος στο πανεπιστήμιο, ο γάμος. Η επιλογή των πράξεων αυτών καθορίζεται αυτόματα, από την εξωτερική-κοινωνική κεκτημένη ταχύτητα, τη μεγάλη συνήθεια. Από κει και μετά, το άτομο λειτουργεί ερήμην των οιονδήποτε επιθυμιών, ή του ταλέντου του, και τραβάει κουπί. Παρόλα αυτά κάτι δεν του πάει καλά, ψάχνει λοιπόν απεγνωσμένα την έξοδο. Γύρω απ' αυτήν τη διαφυγή - φετίχ παίζονται πολλά παιγνίδια, σχηματίζεται σιγά - σιγά η συλλογική και η ατομική μυθολογία της εξόδου. Τα άτομα εφευρίσκουν άπειρους εξειδικευμένους τρόπους διαφυγής, αλλά τα μικρά ρυάκια ενώνονται και σχηματίζουν τις μεγάλες μαζικές αυταπάτες. Η μυθολογία της εξόδου για πολλούς γνωστούς μας, είχε περισσότερο ή λιγότερο φιλόδοξα ζητούμενα. Στηριζόταν στη συνεπή και έγκαιρη πραγματοποίηση του δρομολογίου πανεπιστήμιο, εξεύρεση γυναίκας, στρατός, επάγγελμα, γάμος, συμμετοχή στα κοινωνικά δρώμενα, κατανάλωση, παιδιά, συνέχιση της οικογενειακής παράδοσης, μετεξέλιξη από βαλκάνιους σε ευρωπαίους, έψαχνε δηλαδή την έξοδο μέσα από την ασυνείδητη αποδοχή του αδιεξόδου ή με άλλα λόγια, την άρνηση της παραδοχής ότι το αδιέξοδο υπάρχει. Σ’ αυτήν τη μεγάλη κατηγορία εντάσσεται, ως κορυφαίος του χορού, ο αγαπητός Θεύδης»

«Ευχαριστώ, με υποχρέωσες… Αλλά γιατί μιλάμε μόνο περί του Θεύδη; Για πες μας, για παράδειγμα, για τον φροντιστή μας»

Γελάσαμε όλοι και συνέχισα, σε χαλαρή ατμόσφαιρα:

«Η πιο χαρακτηριστική μαζική αυταπάτη που άγγιξε τον Διομήδη, ήταν το επαναστατικό όραμα. Οι αφετηρίες του ήταν καθαρές και αθώες, δεν έζησε τίποτα από τον σταλινισμό, το 1968, την πραγματικότητα της αυταρχικής γραφειοκρατίας, έζησε όμως τις έσχατες επιβιώσεις τους και το λάθος του ήταν ότι δεν κατάφερε έγκαιρα να τις αξιολογήσει. Άλλωστε, οποιαδήποτε αμφιβολία υποχωρούσε χάρις στο γεγονός ότι το κόμμα αντιμετώπιζε με κάποια επίφαση δυναμισμού τη χειροπιαστή αθλιότητα της ελληνικής πραγματικότητας. Αργότερα, ο Διομήδης μπόρεσε να αναλύσει περισσότερο ψύχραιμα την κατάσταση, βρέθηκε όμως σε πολιτικό κενό. Τότε τον άγγιξε η δεύτερη μαζική αυταπάτη, το κυνήγι του ευδαιμονισμού και της κατανάλωσης, όπου τον συναντάμε σήμερα αυτάρεσκο, αλλά ανήσυχο»

Ο Διομήδης δέχτηκε πρόθυμα τους τελευταίους χαρακτηρισμούς.

«Έχεις δίκιο, βλέπω να με διακατέχει μια αυταρέσκεια, αλλά είναι η ψυχική μου αντίδραση απέναντι στη σκυλίσια δουλειά που έχω, κάθε μέρα… Όσο για την ανησυχία, έκανες διάνα, φίλε μου! Ανησυχώ μέχρι παράνοιας, αλλά ας μην το πιάσουμε αυτό τώρα… Είχα όμως και μια άλλη βασική αυταπάτη, που δεν ήταν καθόλου μαζική, ήταν απολύτως προσωπική… Πως σου διέφυγε;»

«Το έχω υπόψη μου, αλλά δεν το ανέφερα ακριβώς γιατί μιλούσαμε για τις μαζικές αυταπάτες. Μια και το ‘φερε η κουβέντα, ιδού η Ισμήνη, η οποία προσωποποίησε μια διάχυτη αυταπάτη περί έρωτος. Δικός της καημός ήταν η ολοκλήρωση μέσω των άλλων, των ανδρών. Τους αγάπησε, τους πίστεψε, άκουσε τις συμβουλές τους, υπάκουσε στις επιθυμίες τους και υπέστη κατ' επανάληψιν τη φθοροποιό απογοήτευση του χωρισμού. Συνήθως αφήνει αυτή τους άνδρες, όταν διαπιστώνει ότι, για μια ακόμα φορά, έχει κάνει λάθος, ότι ο συγκεκριμένος εραστής δεν διαθέτει, στην πραγματικότητα, όσα η ίδια εξαρχής του αποδίδει. Η Ισμήνη περνά τότε άσχημες περιόδους, με κατάθλιψη, υστερίες και αγχολυτικά. Φυσική συνέπεια όλης αυτής της διαδρομής είναι ότι η Ισμήνη απόφυγε να παντρευτεί, αν και φαντάζομαι ότι δεν έλειψαν οι περιπτώσεις. Αυτή η αξιαγάπητη κοπέλα επιμένει ακόμα, περιμένοντας το κάτι άλλο, που ενδεχομένως θα καθυστερήσει αρκετά»

«Βλέπω έχεις ασχοληθεί αρκετά με τις αυταπάτες των άλλων… θα μας πεις και για τις δικές σου;» έκανε ο Θεύδης.

«Αντίθετα με σας, εγώ είχα πάντοτε συνείδηση ότι κάτι δεν πάει καλά. Προσπάθησα ωστόσο, να βγάλω κάποια άκρη, κατά καιρούς, με την λογοτεχνία, την πολιτική, την αφοσίωση στις σπουδές ή τον έρωτα, αλλά ό,τιδήποτε από αυτά δε στάθηκε ικανό να αποδειχθεί σταθερό έρεισμα και όχι μυθολογία. Σκέφτομαι, μετά από κάθε στραπάτσο, ότι τελικά οι μόνοι ευτυχείς είναι όσοι έχουν αποθέσει τις ελπίδες τους στην μετά θάνατο ευτυχία, αλλά αυτούς εξακολουθώ να τους αντιμετωπίζω συγκαταβατικά. Τα τελευταία χρόνια έχω τη σταθερή πλέον άποψη ότι η αποφυγή της οποιασδήποτε μικρής ή μεγάλης ανοησίας είναι τελικά ουτοπία ή θέμα τύχης, έχω συμφιλιωθεί πλήρως με την αδυναμία μου να αυτοκαθορισθώ, τουλάχιστον στον παρόντα χρόνο. Από την άλλη πλευρά, αισθάνομαι ικανοποιημένος που ολοκλήρωσα μια ενδιαφέρουσα δεκαετία, γεμάτη από πολλά και διάφορα»

«Αυτά να τα λες σε όσους δεν σε ξέρουν, όχι σε μας… Άκου, δεν παραμυθιάστηκες… Υπήρχε μεγαλύτερο παραμύθιασμα από το δικό σου, με την Καλυψώ;» παρατήρησε ο Θεύδης - και ο Διομήδης συμφώνησε.

«Δεν διαφωνώ, είναι έτσι και χειρότερα ακόμα, απλώς εξακολουθεί να γίνεται σύγχυση ανάμεσα στις μαζικές αυταπάτες και στις αυστηρά προσωπικές»

Ο Διομήδης ρώτησε «Ποια ήταν η αυταπάτη της Καλυψώς;»

Σκέφτηκα λίγο πριν απαντήσω, ενώ οι φίλοι μου περίμεναν με ενδιαφέρον: δεν είχαμε συζητήσει για την Καλυψώ, εδώ και πολύ καιρό.

«Ίσως η μεγαλύτερη απ΄ όλες… Η Καλυψώ αντιμετώπιζε συνειδητά τον κόσμο, ως το αναπόφευκτο περίβλημα του εαυτού της. Μέσα απ' αυτή τη θεώρηση δε μπορούσε να αγαπήσει αληθινά οτιδήποτε άλλο, ούτε τους εραστές της, παρόλο που ήταν κατεξοχήν ερωτική γυναίκα. Ζούσε για πολλά χρόνια με την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας, γεγονός που την οδήγησε σε αποφάσεις οδυνηρές για την ίδια και όσους την αγαπούσαν, όπως, για παράδειγμα, εγώ που σας μιλάω»

«Μα τι περιμένουμε επιτέλους να μας συμβεί;» ρώτησε ο Θεύδης.

«Ουκ οίδα…» είπα και σήκωσα τα χέρια ψηλά «εκτός αν η παιδοποιία είναι μια λύση. Επ’ αυτού ας μας διαφωτίσει ο Διομήδης, που είναι ευτυχής πατήρ μιας ζωηρής κόρης».

Ο Διομήδης γέλασε αυθόρμητα, μόλις αναφέρθηκε η κόρη του.

«Ίσως είναι νωρίς ακόμα να σας μιλήσω γι’ αυτό, η κόρη μου είναι μόλις έξι μηνών… Κατά βάθος περιμένουμε τα ίδια πράγματα, που περιμέναμε στα δεκαοχτώ, αλλά επειδή συνειδητοποιούμε το παράλογο, μετουσιώνουμε τις μεγάλες προσδοκίες σε μεγάλα ανεκπλήρωτα, που δεν τα ομολογούμε πια ούτε στον εαυτό μας, πολύ περισσότερο στους άλλους… Υποψιάζομαι ότι θα μπορέσουμε να μιλήσουμε γι’ αυτά χωρίς ενοχές μόνο προς το τέλος του βίου, σε κάποιες δεκαετίες… Εν τω μεταξύ διαχεόμαστε μέσα στις πόλεις που ζούμε, παρουσιάζουμε όλο και λιγότερο ενδιαφέρον γιατί, είναι μαθηματικά αναπόφευκτο, όλο και λιγότερο επαναστατούμε, ερωτευόμαστε, ανιχνεύουμε το νέο. Σαν να μην έφτανε αυτό, ορισμένοι από μας, καταλογίζουν στους δεκαοχτάρηδες, που φτάνουν δέκα-δώδεκα χρόνια αργότερα, ότι δεν είναι τόσο ωραίοι, όσο είμαστε εμείς, φτιάχνουμε δηλαδή τη δική μας μυθολογία, σα να υπάρχει η δυνατότητα της εξόδου προς το παρελθόν!»

Η συζήτηση συνεχίστηκε αρκετή ώρα, μιλήσαμε και για τις αυστηρά προσωπικές μας αυταπάτες. Ο Θεύδης είχε μουσικό τάλαντο, έγραφε τραγούδια με όμορφους στίχους και μελωδίες, πήγε κι ένα χρόνο, μετά τον στρατό, στο ωδείο. Το παίδεψε λίγο, αλλά το παράτησε γρήγορα. Όταν το ‘φερνε η κουβέντα τα έριχνε στην τύχη του, που δεν τον έβαλαν να παίξει πιάνο όταν ήτανε βρέφος, όπως τον Μότσαρτ, ας πούμε. Έτσι το μόνο που έμεινε ήταν ορισμένα κομμάτια παιγμένα σε μικρό ακροατήριο, σε σπίτια ή σε ταβέρνες. Την παραμικρή πιθανότητα που είχε να δημιουργήσει, την κατάστρεψε υποτασσόμενος στην υπερφίαλη φιλοδοξία να ανακαλύψει αυτός τη νέα μουσική πρόταση, που δεν θα ήταν μονάχα μουσική πρόταση, αλλά ολοκληρωμένη εικαστική πράξη. «Δεν με ενδιαφέρει να αναπαράγω κοινοτοπίες» έλεγε. «Θέλω το μεγάλο έργο κι αφού δεν το μπορώ, δε θέλω τίποτα κι αφήστε με ήσυχο!». Το θέμα του μεγάλου έργου δεν μας το περιέγραψε ποτέ, ξέραμε όμως ότι απ’ τα δεκαοχτώ του κιόλας φανταζόταν ότι θα αναδείκνυε την σύνολη ελληνική παράδοση, ως σύγχρονη πολιτισμική πρόταση, παράγοντας έργο παγκόσμιας εμβέλειας, κυρίως μουσικό, αλλά με ενσωμάτωση όλων των μορφών τέχνης: Η συμπαντική τέχνη! Επιπλέον, ο νέος Βάγκνερ, θα ήθελε να έχει σημαντική πολιτική παρουσία, σαν τον Μίκη, αλλά σε σύγχρονο, πρωτοποριακό ρόλο. Η αλήθεια είναι ότι πάντα είχε φρέσκες και ενδιαφέρουσες ιδέες, κυρίως για τη μουσική, αλλά κατά καιρούς και πολιτικές, συγγραφικές ή οικολογικές. Ειδικά οι οικολογικές του ανησυχίες συζητήθηκαν ευρύτατα, ενθουσίασαν και, φυσικά, έμειναν στα λόγια. Ο Θεύδης διάβαζε, συζητούσε, ανακάλυπτε, ενθουσιαζόταν, βρισκόταν σε μόνιμη πνευματική εγρήγορση. Είχε μια ευκολία στη σύλληψη και την κατανόηση των προβλημάτων, αλλά, πάντοτε, παρενέβαινε η αχαλίνωτη φαντασία του και έχτιζε με τα λόγια, ανώγια και κατώγια… Δεν είχε την παιδεία και την ευφυΐα του Κριτία, κυρίως όμως δεν είχε τη συνέπεια και τη σταθερότητα, που χαρακτήριζαν τον Διομήδη.

Ο Διομήδης ζωγράφιζε, έκανε γλυπτική με πηλό, ξύλο και άλλα υλικά, όλα με ένθεη, μακάρια τεμπελιά και ραθυμία, αλλά με εντυπωσιακά και ενδιαφέροντα αποτελέσματα.

«Τον Διομήδη τον χαντάκωσε το Κόμμα!» δήλωσε ο Θεύδης. «Τον θυμάμαι, όταν γνωριστήκαμε, το ‘79, το παιδί έδειχνε ζήλο δόκιμου μοναχού, τον πήρε στο λαιμό του ο ξάδελφός του ο Ιππόλυτος, το αστέρι της γενιάς του Πολυτεχνείου… Επανάσταση, με ίνδαλμα τον Μπρέζνιεφ! Μη χειρότερα… Και ήταν πρώτος, χρυσοχέρης, και με πρωτότυπη αίσθηση των μορφών και του χώρου, εμένα με είχε ενθουσιάσει, αυθεντικό ταλέντο. Τι διάολο, έλεγα τότε, το ‘ριξε στην πολιτική επειδή δεν πέρασε στην Καλών Τεχνών και μπήκε στο Μαθηματικό; Όταν συνήλθε κάπως από την πολιτική, του ‘φταιγε ο προδομένος έρως, μετά έτρεχε να γίνει πετυχημένος φροντιστής και, εν τω μεταξύ, λησμόνησε την τέχνη και περιέπεσε στην τελειότητα: Τσιγάρο, καφές ή ουίσκι και βαθιά πολυθρόνα»

Ο Διομήδης δεν ήταν τόσο φιλόδοξος, όσο ο Θεύδης, είχε πολύ λιγότερη εμπιστοσύνη στην αξία της δουλειάς του και πάντοτε δίσταζε να μιλάει γι’ αυτήν, περισσότερο να την παρουσιάζει - ώσπου σταμάτησε να παράγει οτιδήποτε.

«Kαι συ, πότε θα εκδόσεις;» με ρώτησε, πειραγμένος από τις πατσαβούρες περί τεμπελιάς, που είχε εισπράξει.

«Τα ψήνω» απάντησα, αλλά κι εγώ δεν είχα να πω περισσότερα.

Στο σημείο αυτό, ο Διομήδης άνοιξε το ψηλότερο ντουλάπι της βιβλιοθήκης και κατέβασε ένα μπουκάλι σκωτσέζικο και ποτήρια.

«Όταν μιλάω για τέχνη, προτιμώ να δροσίζω το λαρύγγι μου» είπε. «Τελικά είμαστε άτυχη γενιά. Ούτε εμφύλιο είχαμε, ούτε ένα -ένα -τέσσερα είχαμε, ούτε χούντα, ούτε τον κακό μας τον καιρό... Οι καλλιτέχνες ξεπηδάνε μέσα από την εποχή τους, εκφράζουν τη γενιά τους και την εποχή τους, τα σημαντικά πράγματα, που βίωσαν μέσα από τις κοινές, συλλογικές εμπειρίες. Εμείς τι λόγο έχουμε να υπάρξουμε ως καλλιτέχνες, αφού η γενιά μας ήταν η γενιά της μαλακίας;»

Το ουίσκι ήταν εξαιρετικό. Το σβήναμε με παγωμένο νερό.

«Αυτή τη θεωρία μας την έχεις ξαναπεί και φαίνεται λογικοφανές άλλοθι» είπα, «αλλά δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Βάλε, ως οικοδεσπότης, καινούριο νερό της φωτιάς στα ποτήρια»

Ο Διομήδης επέμεινε:

«Ορίστε το υγρόν πυρ, αλλά μη με υποτιμάς και επίτρεψέ μου να φέρω ένα παράδειγμα, τους ρεμπέτες που τόσο μας αρέσουν τα τραγούδια τους. Όντως είναι θαυμάσια, είναι έκφραση ευαισθησίας γνήσιων ανθρώπων, αυθεντικών, αληθινών, που γράφανε και παίζανε όπως ένοιωθαν, γι’ αυτό έβγαλαν αριστουργήματα. Όταν αγαπούσαν, αγαπούσαν αυθόρμητα, όχι εγκεφαλικά, κατόπιν λογικής επεξεργασίας, όταν υπέφεραν, υπέφεραν χωρίς επιτήδευση... Ξέρω ότι διαφωνείς Κίμωνα και σ' αυτό, αλλά δε θα με κάνεις να πιστέψω ότι αυτοί οι λαϊκοί δημιουργοί είχαν τα διανοουμενίστικα χαρακτηριστικά, που θέλεις να τους αποδώσεις. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι είχαν το χώρο, την κοινότητα, την ιδιαιτερότητα, ήταν προσδιορισμένοι. Εμείς είμαστε συνοθύλευμα άκαιρων, παράταιρων επιδράσεων, δε βιώσαμε τίποτα αυθεντικό, γι’ αυτό δεν πρόκειται ποτέ να κάνουμε, ως γενιά, σημαντική τέχνη. Δε λέω ότι δε μπορούμε να παράγουμε γενικά, αυτό είναι σχετικά εύκολο, το σημαντικό όμως είναι ότι η παραγωγή μας θα είναι πλαστική, δε θα ‘χει ψυχούλα μέσα της, γιατί η γενιά μας δεν κέρδισε παρά τον καταναλωτισμό και δεν έχασε τίποτα μεγάλο και χειροπιαστό, κανένα όραμα, καμιά νίκη...»

Τα έλεγε αυτά εδώ και χρόνια, διαφωνούσαμε πάντα.

«Μιλάω για τα πρόσωπα και συ εξακολουθείς το χαβά με τις γενιές και τις συλλογικές εμπειρίες. Μα δεν είναι η υπέρβαση το πρωταρχικό στοιχείο της τέχνης; Δεν είναι διανοουμενίστικη εφεύρεση, ισχύει από τα δημοτικά ως το ροκ, από τα αρχαία αγάλματα ως τον κυβισμό και φυσικά είναι παρούσα και στο ρεμπέτικο. Ο καλλιτέχνης διαστέλλεται και γίνεται οικουμενικός, έστω κι αν μας μιλάει απλώς για τα παιδικά του χρόνια στο χωριό... Τα άλλα που λες, περί βιωμάτων, είναι τραβηγμένα από τα μαλλιά, κυριολεκτικά προφάσεις εν αμαρτίαις. Δεν είναι όμως ώρα να φεύγουμε; Θεύδη, καλορίζικος, με καλούς απογόνους!»