Κυριακή, Μαρτίου 05, 2006

Πρόσκληση σε αρραβώνες -ΙΙ

Το μεσημέρι, στο σπίτι των γονιών της Αγαύης, γνωρίσαμε την αρραβωνιαστικιά του Θεύδη, όσοι δεν την ξέραμε ως τότε. Ήταν φοιτήτρια της ιατρικής, κοριτσάκι ακόμα. «Ξυριζόμουν ένα πρωί» έλεγε ο Θεύδης «και είδα το είδωλο μου να με κοιτάζει μέσα από τον καθρέφτη, μίζερο και ταλαίπωρο. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να παντρευτώ». Η Αγαύη φορούσε κοντή φουστίτσα, κοκάλωνε τα μαλλιά της με ζελέ και πριν γνωρίσει το Θεύδη πήγαινε κάθε Σάββατο σε μπαράκια. Αργότερα, θέλοντας και μη, εναρμονίστηκε με τον τρόπο ζωής του Θεύδη, τα ελληνικά τραγούδια και τις ταβέρνες. Σιγά σιγά μαζεύτηκαν όλοι, το σπίτι γέμισε. Είχαν στρώσει τρία τραπέζια, ένα στο καθιστικό, για τους συγγενείς, ένα στο μεγάλο μπαλκόνι, για τους φίλους και ένα στην κουζίνα, για τα μικρά. Η μαμά της Αγαύης, η κυρία Λευκοθέα, ήταν από τα Χανιά και τα τραπέζια ήταν κατάφορτα από κρητικές νοστιμιές, υπεράνω κριτικής. Υπέροχο ήταν και το κρασί, από το νησί του μπαμπά της νύφης, τη Λήμνο.

Όταν τελείωσε το γενναίο φαγοπότι, συγκεντρωθήκαμε όλοι γύρω απ’ το μεγάλο τραπέζι και ο πατέρας του Θεύδη άλλαξε τις βέρες. Παρατήρησα πως όλες οι γυναίκες, μικρές και μεγάλες, έκλαιγαν με την ψυχή τους, όπως και αρκετοί από τους άντρες. Ο Θεύδης προσπαθούσε να αποστρέφει το βλέμμα από την πεντάδα Καλιγούλα - Αγαμέμνονα - Κατιλίνα – Διομήδη - Κίμωνα, γιατί κάθε φορά που μας αντίκριζε, τον έπιαναν ακατάσχετα γέλια. Στο μεταξύ εκφωνήθηκαν εμπνευσμένα λογύδρια από τους συμπεθέρους και δόθηκαν άφθονες ευχές στο νέο ζευγάρι.

Το απόγευμα, όταν το γλέντι των αρραβώνων είχε ολοκληρωθεί, πήγαμε με τον αρραβωνιαστικό και τον Διομήδη για καφέ. Εκεί ο Θεύδης μας εξιστόρησε για δεύτερη φορά τα της γνωριμία του με την Αγαύη.

«Πριν την ξαναδώ, ήμουν σίγουρος ότι αυτήν τη γυναίκα θα την παντρευόμουν - και ιδού, σήμερα αρραβωνιάζομαι, ο γάμος τον Σεπτέμβριο!».

«Όλα αυτά είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα…» είπε ο Διομήδης. «Δεν κατάλαβα, όμως, μιας και σαφώς δεν υφίσταται θέμα ισχυρού έρωτος, ισχυρίζεσαι ότι επέλεξες ψύχραιμα και τολμηρά να παντρευτείς την Αγαύη, υλοποιώντας το συμπέρασμα από μια λογική σειρά σκέψεων ή νομίζεις ότι η επιλογή σου ήταν τυχαία, με την έννοια ότι είχες πλέον ωριμάσει για το γάμο και έτυχε μπροστά σου η Αγαύη, άρα η γυναίκα της ζωής σου επελέγη όχι για άλλους λόγους, αλλά από συνδυασμό τύχης και ανάγκης…»

Ο Θεύδης ξαφνιάστηκε λίγο.

«Καθένας παίρνει τελικά ό,τι του αξίζει, αλλά το συγκεκριμένο πρόσωπο, ναι, είναι θέμα τύχης, ήρθε μπροστά μου τη στιγμή που ένοιωθα πως έπρεπε να παντρευτώ… Αλλά, κάλλιστα, στη θέση της θα μπορούσε να είναι κάποια άλλη γυναίκα»

«Όπως η Πανσέμνη;» ρώτησε ο Διομήδης.

«Βέβαια, όπως η Πανσέμνη, όπως δυο τρεις ακόμα… Αλλά, πιστεύω ότι αυτή που πραγματικά ήθελα στη ζωή μου, πέρασε από δίπλα μου, την είδα, κατάλαβα ότι αυτή είναι η γυναίκα για μένα, αλλά την είχε άλλος κι έτσι δεν έγινε τίποτα… Εδώ ήταν θέμα κακής τύχης, κακής συγκυρίας…»

Τον κοιτάξαμε με απορία.

«Ναι, δεν σας έχω μιλήσει γι’ αυτό και ίσως σας φανεί αστεία υπόθεση, αλλά πέρασαν δέκα χρόνια, εξακολουθώ να την έχω στο μυαλό μου και να λέω πως αν μπορούσα να είμαι μ’ αυτήν, ίσως όλη η ζωή μου να είχε εξελιχθεί διαφορετικά»

Η περιέργειά μας είχε φουντώσει και ο Θεύδης άρχισε την καινούρια του αφήγηση. Ατυχώς απεδείχθη καινούρια μονάχα για τον Διομήδη, εγώ ήδη είχα ακούσει την ιστορία της Ηρώς, που γνώρισε ο Θεύδης ένα βράδυ που ‘βρεχε και όλοι οι άλλοι, εκτός από τον καλό κομμουνιστή Διομήδη, είμαστε στο Πήλιο…

* * *

Στην ταβέρνα δεν συνέβη τίποτε το αξιομνημόνευτο, εκτός του ότι καταναλώθηκαν μεγάλες ποσότητες λευκό κρασί. Βρέθηκα δίπλα στην Ισμήνη και ο Καλιγούλας δίπλα στη Σαπφώ. Ο Καλιγούλας την έπεσε στη Σαπφώ, εφαρμόζοντας την παλιά καλή τακτική «γαμείν διά του αλκοόλ» αλλά την πάτησε, γιατί η Σαπφώ ήταν γερό ποτήρι και τον έβγαλε γρήγορα νοκ -άουτ. Αντίθετα, η Ισμήνη έπινε μόνο σόδα.

«Έχω το στομάχι μου» μου εξήγησε, «δεν πίνω καθόλου, έχω κόψει και τον καφέ, πρέπει να σταματήσω και το κάπνισμα, άστα»

Φαινόταν πως η οικονομική και συναισθηματική της κατάσταση παρέμεναν προβληματικές.

«Θέλεις και συ να καταναλώσεις Ισμήνη;»

Χαμογέλασε.

«Τι να τα κάνεις τα λεφτά, όταν δεν έχεις φράγκο… δεν ξέρω πως τα κατάφερα, αλλά είμαι εκτός τόπου και χρόνου»

Την Ισμήνη την συμπαθούσα. Τον καιρό που ήταν με τον Διομήδη την έβλεπα συχνά, κατόπιν σπανιότερα και τα τελευταία χρόνια αποκλειστικά σε γάμους γνωστών και φίλων. Μου άρεσε. Με κοιτούσε με γελαστά μάτια, όταν μιλούσε μαζί μου ήταν πάντοτε ήρεμη και γλυκιά, με τους άλλους την έβλεπα νευρική και εριστική, μέχρις υπερβολής. Ήταν όμορφη. Όχι πια με την ομορφιά του μετα - νυμφιδίου, που είχε πριν δέκα χρόνια, η εικόνα της είχε ωριμάσει. Την ήθελα. Χρόνια, όμως, ήταν ταμπού για μένα, γιατί υπήρξε ο μεγάλος έρωτας του καλύτερου φίλου μου. Ένοιωθα, κάθε φορά τα σήματα που μου έστελνε, ανταπέδιδα - αλλά μέναμε εκεί. Εκείνο το βράδυ, κάτι λύθηκε.

«Έχω γενέθλια σήμερα» μου ψιθύρισε «έλα στο σπίτι μου να μου ευχηθείς»

Έβλεπα τον Διομήδη και τη Φαίδρα, ωραίους και χαρωπούς, δίσταζα.

«Λοιπόν;» με ρώτησε η Ισμήνη, όταν έπρεπε να φύγει.

Λοιπόν, πήρα μια βαθιά ανάσα και την ακολούθησα.

Έμενε σ’ ένα μικρό δυάρι, σχεδόν φοιτητικό, στο Παγκράτι. Όλοι οι χώροι ήταν γεμάτοι βιβλιοθήκες. Πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα, εδώ τα βιβλία άφηναν χώρο για δυο πίνακες, στο κεφάλι και στο πλάι του κρεβατιού. Μου έκαναν εντύπωση, η Ισμήνη το πρόσεξε.

«Ερωτικά λάφυρα… είναι τα μόνα πράγματα αξίας που υπάρχουν σ’ αυτό το σπίτι».

Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Την είχα φανταστεί πολλές φορές αυτή τη σκηνή, ορισμένες απ’ αυτές την ώρα που έκανα έρωτα με άλλες γυναίκες. Την είχα επανειλημμένα σκηνοθετήσει, στη φαντασία μου, σε όλες τις πιθανές παραλλαγές. Πάντοτε υπήρχε στο σενάριο συνενοχή, μελαγχολία και συμπάθεια, δηλαδή συστατικά πολύ ερωτικά. Δεν ήταν, λέει, η προσδοκία να αποκαλυφθεί κάτι απρόσμενο ή να ανθίσει μια δυνατή ερωτική σχέση, με πολλά χρόνια καθυστέρηση. Διακρινόταν η επιθυμία επιστροφής σε μια εποχή που φαντάζει πλέον όλο και περισσότερο ιδανική, ντυμένη με τα στολίδια του μύθου, που πλάθεται σιγά σιγά. Όλα αυτά πήγαν περίπατο, όταν ήρθε η ώρα να γίνει η φαντασίωση πραγματικότητα. Η Ισμήνη με τράβηξε στο δικό της σενάριο, γεμάτο ένταση, ανατροπές, μυστήριο, τόλμη και σοφά υπολογισμένες δόσεις προστυχιάς. Είχε χρόνια να μου συμβεί, να αφεθώ να τρελαίνομαι στο ερωτικό παιγνίδι.

Όταν κάναμε το πρώτο διάλειμμα τη φίλησα στο στόμα και της ψιθύρισα κομπλιμέντα για την ερωτική της δεινότητα. Η Ισμήνη χαμογελούσε ευχαριστημένη.

«Όλες έχουν ένα δυνατό χαρτί, εγώ είμαι πρωταθλήτρια στο κρεβάτι… Έξω απ’ αυτό, τα κάνω θάλασσα»

Ένοιωσα τη φωνή της να σπάει, είδα το κάτω χείλος της να τρέμει ελαφρά. Την αγκάλιασα κι αυτή τυλίχτηκε γύρω μου.

«Έπιασε το κόλπο των γενεθλίων…»

«Τι εννοείς;»

«Γενέθλια έχω το Νοέμβριο, μικρέ μου… Είμαι σκορπιός, όπως κι εσύ… Απλώς χρησιμοποίησα αυτό το παραμύθι, για να σε ξεμπλοκάρω και να έρθεις απόψε μαζί μου»

«Λες να ήρθα γι’ αυτό;»

«Όχι, ήθελες σαν τρελός να έρθεις, αλλά θα γινόταν κι απόψε ό,τι είχε γίνει μια ντουζίνα φορές ως τώρα: θα σκεφτόσουν τον Διομήδη, θα κομπλάριζες και τελικά η αντροπαρέα θα μένατε μαζί και θα πίνατε μέχρι το πρωί»

«Καλά, εσύ δεν δίσταζες;»

«Δίσταζα μόνο και μόνο γιατί φοβόμουν ότι θα μου έλεγες όχι. Βλέπεις, είσαι απελπιστικά παλιομοδίτης, αλλά δες το αλλιώς: Είμαστε, ίσως, ο μόνος συνδυασμός που δεν είχε πραγματοποιηθεί ανάμεσα στην παλιά παρέα… Α, και με τον Θεύδη δεν έγινε, κοιμηθήκαμε ένα βράδυ μαζί, στην Κρήτη, αλλά ήταν πολύ πιωμένος και έπεσε ξερός. Την άλλη μέρα ήρθε με το καράβι η γκόμενα που είχε τότε, μια Γερμανίδα»

«Αυτό δεν μου το είχε πει ο Θεύδης…»

«Τι να σου πει, ο ταλαίπωρος… Αλλά, εδώ που τα λέμε, άλλοι έχουν τ’ όνομα και ο Θεύδης έχει τη χάρη, έχει μεγάλο σουξέ στις γυναίκες»

«Έτσι που εμφανίζεται ανασφαλής και αναμαλλιασμένος, προφανώς τους ερεθίζει το μητρικό ένστικτο και θέλουν να τον προστατέψουν. Εκτός αν διαθέτει τίποτα εξαιρετικά, κρυφά, προσόντα…»

«Χα, τίποτα το αξιοσημείωτο, αλλά ισχύει εκατό τοις εκατό αυτό περί των γυναικείων ενστίκτων, απλώς πρέπει να προσθέσουμε την πάγια ανωμαλία μας να γινόμαστε θύματά σας… Λέω να το κόψω αυτό, επιτέλους, να γίνω ισότιμος εταίρος στο ερωτικό παιγνίδι»

«Εντάξει, ισότιμη εταίρα μου, με αποπλάνησες απόψε, αλλά ξέρεις ότι πάντοτε ήθελα να σε βάλω στο κρεβάτι, από τη μέρα που γνωριστήκαμε και προτίμησες τον Διομήδη…»

«Δεν φταίω, ήταν πιο φανταχτερός από σένα… φαινόταν περισσότερο άντρας, εσύ έδειχνες έφηβος ακόμα, ήσουν πολύ μικρός για μένα… Καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα, αλλιώς η Καλυψώ θα έδιωχνε εμένα αντί τη Χρυσηίδα…»

Η εικόνα της Καλυψώς, που είχε φύγει για λίγη ώρα απ’ το μυαλό μου, επέστρεψε με μιας και κατέκλυσε το βασίλειό της. Είχε δίκιο η Ισμήνη, και τότε και τώρα, η Καλυψώ θα εκτόπιζε εύκολα οποιαδήποτε γυναίκα απ’ τη ζωή μου.

«Έλα να με βρεις στο χωριό, την άλλη βδομάδα τα σχολεία κλείνουν, για το Πάσχα»

Η Ισμήνη τραβήχτηκε από την αγκαλιά μου και αναζήτησε τα τσιγάρα της. Ανάψαμε.

«Όχι, προτιμώ να έρχεσαι εσύ στην Αθήνα. Είναι ψυχολογικό το θέμα, δεν μπορώ να ταξιδέψω τόσες ώρες, για να σε συναντήσω…»

«Μα γιατί;»

«Δεν καταλαβαίνεις… Προτιμώ να είμαστε φίλοι, να κάνουμε έρωτα όταν βρισκόμαστε, αλλά…»

Με είχε ξαφνιάσει. Μου ζητούσε «ερωτική φιλία» δηλαδή φιλία με σεξ, αυτό που πρότεινα πάντοτε (ματαίως) στις γυναίκες, αλλά αυτή το ζητούσε από θέση άμυνας. Ήθελε να είμαστε μαζί, αλλά χωρίς συναισθηματική επένδυση. Σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε κάποιον δεσμό σε εξέλιξη, τον οποίον δεν ήθελε να διακινδυνεύσει για να με επισκεφθεί στον γραφικό Άγιο Βασίλειο Ναυπακτίας.

«Εντάξει, γεννηθήτω το θέλημά σου… Πως σου φάνηκαν οι αρραβώνες;»

«Τι να σου πω, κάθε φορά νοιώθω αμήχανα όταν σας βλέπω μαζεμένους. Εσένα, πως σου φάνηκαν οι φίλοι σου; Εννοώ ο Διομήδης, ο Θεύδης, ο Κατιλίνας, όλοι. Ανθρωπάκια... κι εγώ, κάποτε, τους είχα περάσει για σπουδαίους!»

«Είναι σπουδαίοι, με τον τρόπο τους»

«Άσε με, τώρα. Όλοι έχουνε κυριλέψει, κι εσύ το ίδιο. Αλλάξατε εντελώς, σα να βλέπεις άλλους ανθρώπους. Δηλαδή, εσύ όχι και τόσο… Τουλάχιστον δεν ντύνεσαι σαν μικροαστός, δεν φόρεσες γραβάτα…»

«Αν φορούσα γραβάτα, προς τιμήν του Θεύδη, θα ήμουν άλλος άνθρωπος; Μην υπερβάλλεις…»

«Ε, λιγάκι υπερβάλλω, αλλά έχω δίκιο, το ξέρεις κι εσύ! Ειδικά ο Διομήδης, είναι να τρελαίνεσαι! Πως έγινε έτσι, αρχικαπιταλίστας, αυτός που μας είχε αλλάξει τα φώτα με την επανάσταση; Μην ξεχνάς ότι χρόνια δούλεψα σε τέτοιους φροντιστηριάρχες, σαν κι αυτόν… Έχει γίνει διπλός απ’ το πολύ φαΐ, βρήκε κι αυτή τη σουσουράδα τη Φαίδρα, άστονα…»

«Ο Διομήδης παχαίνει γιατί από το άγχος της δουλειάς τρώει και πίνει ανεξέλεγκτα. Εσύ, όμως, γιατί έχεις κολλήσει σ' εκείνον τον καιρό; Καταντάει αρρώστια!»

«Μόνο εγώ το έχω, ε;»

«Σ' αυτό το βαθμό, μόνο εσύ. Έχεις καθόλου αλκοόλ;»

«Ναι, θα σου φέρω»

Η Ισμήνη επέστρεψε με το δίσκο, ψηλή, όμορφη, με τα μαύρα μάτια της, πρόσεξε πως παρατηρούσα το γυμνό της κορμί με ένταση και χάρηκε. Άφησε ό,τι κρατούσε στο κομοδίνο και ήρθε δίπλα μου.

* * *

Ο Ιούλιος ρωτούσε να μάθει για την ειδικότητα, που θα ξεκινούσα μετά τον Άγιο Βασίλειο. Δεν του άρεσαν τα νυστέρια και τα αίματα, αυτός αν ήταν γιατρός και όχι οδοντίατρος, θα προτιμούσε να κάνει κάποια εργαστηριακή ειδικότητα, μικροβιολόγος για παράδειγμα. Η ιατρική όμως είχε στερηθεί τις πολύτιμες υπηρεσίες του Ιούλιου, που είχε ανοίξει το οδοντιατρείο του και πήγαινε μια χαρά.

Η αλλαγή του Ιούλιου υπήρξε απίστευτη. Κάποτε ήταν ντροπαλός, διστακτικός, με τη σφραγίδα της αμφιβολίας σε κάθε του λόγο ή ενέργεια. Τώρα πια, μιλάει με βαριά φωνή, πειθώ, κάθεται αναπαυτικά στην πολυθρόνα, πίνει χυμούς, δεν καπνίζει, πηγαίνει τρεις φορές την εβδομάδα στο γυμναστήριο, οδηγεί γαλλικό αυτοκίνητο και φεύγει για ξεκούραση τα Σαββατοκύριακα, μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, την Ιππολύτη. Το σπίτι του είναι διακοσμημένο με γούστο, έχει αρχίσει να φτιάχνει τη μεγάλη δισκοθήκη με δίσκους της δεκαετίας του εξήντα, που πάντα ονειρευόταν και αγοράζει πίνακες για επένδυση. «Του χρόνου, θα παντρευτούμε» δηλώνει «αλλά, παιδιά θα κάνουμε το 1992, μετά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση»

Δεν παρέλειψε να μου επισημάνει, με κάποια δόση κακεντρέχειας, ότι το βασικότερο λάθος που είχα κάνει, ήταν που δεν παντρεύτηκα τη Χρυσηίδα. Τώρα, μου είπε, θα ήσουν ωραίος και άνετος. Ευθέως, δηλαδή, επισήμαινε ότι δεν ήμουν ωραίος και άνετος εκείνη τη στιγμή. Τον ρώτησα αν είναι ευτυχισμένος και αυτός απάντησε με μεγάλη σιγουριά πως ναι, είναι. Τότε το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το πρόσωπο μου και δήλωσα ψυχρά πως οι ευτυχισμένοι άνθρωποι μου προξενούν αηδία. Η Ιππολύτη, που παρακολουθούσε σιωπηλή, έκανε μια φοβισμένη κίνηση. Ο ειλικρινής θυμός, που δεν μπόρεσε να κρύψει ο Ιούλιος, έγραψε μικρή χαραμάδα στο καλογυαλισμένο του προφίλ και συμπέρανα με σιγουριά, πως ο άνθρωπος δε μπορεί να αλλάξει ριζικά από τα είκοσι ως τα τριάντα του, μένει πάντα ο ίδιος. Έφυγα έξω φρενών, με το θράσος του Ιούλιου, ψιλομετανοιωμένος για τη δική μου σκανταλιά, βέβαιος πως οι συναντήσεις μας στο μέλλον θα περιοριζόντουσαν αυστηρά στις αναπόφευκτες.