Σάββατο, Μαρτίου 11, 2006

Πρόσκληση σε αρραβώνες -ΙΙΙ

Μετά από σειρά τηλεφωνημάτων συγκεντρωθήκαμε όλοι στο σπίτι της Σαπφώς. Η Σαπφώ εξακολουθούσε να μένει με τους γονείς της και δούλευε στο υπουργείο Γεωργίας. Κακώς, αυτή η γυναίκα ήταν γεννημένη ρεπόρτερ. Προφανώς είχε υποψιαστεί κάτι στην ταβέρνα και φρόντισε να τηλεφωνήσει στην Ισμήνη, η οποία το επιβεβαίωσε.

«Καινούριο ειδύλλιο μαθαίνω!» είπε θριαμβευτικά όταν με είδε, «τελικά ήταν το μόνο που δεν είχε γίνει μέχρι τώρα...»

Παρατήρησα πως εκκρεμεί ακόμα το δικό της με τον Καλιγούλα, ο Καλιγούλας γέλασε νευρικά και αυτή είπε «να το έχουμε υπόψη μας, έτσι Καλιγούλα;»

Ο Διομήδης είχε μείνει έκπληκτος. Κατέβασε δυο απανωτά ουίσκι και γέμισε πάλι το ποτήρι του. Αν δεν τον σταματούσα, η Σαπφώ θα είχε να λέει για έναν ολόκληρο χρόνο. Τον πλησίασα και του ψιθύρισα:

«Κόφτο, θα γίνουμε ρεζίλι! Θα σου το έλεγα εγώ, αλλά η Σαπφώ πρόλαβε…»

Με κοίταζε με μάτι θολό, φοβήθηκα μήπως μου ορμούσε, έτσι που τον έβλεπα να σφίγγει τις γροθιές του. Τελικά αυτοσυγκρατήθηκε, πριν τον πάρουν είδηση οι υπόλοιποι.

«Αυτό δεν το περίμενα… γιατί εσένα; Γιατί αυτήν;»

Με είδε που τον ατένιζα στεναχωρημένος και συνήλθε εντελώς.

«Με συγχωρείς, αντιδρώ σαν ηλίθιος… με συγχωρείς!»

Ακούμπησε το χέρι μου και συνέχισε:

«Ντρέπομαι, αλλά κάποια πράγματα είναι ανεξέλεγκτα…»

Αν δεν ήταν τόσος κόσμος εκεί, συμπεριλαμβανομένης της Φαίδρας, θα αγκαλιαζόμαστε – κανονικό μελό. Καθίσαμε.

«Κανονικά δεν πρέπει να δίνω δεκάρα. Η Ισμήνη ανήκει στην περίοδο της ζωής μου που αντιπαθώ περισσότερο, τότε με παράτησε και κόντεψα να τρελαθώ και μετά δεν άφησε αρσενικό γάτο, να μην τον πάρει… και τώρα βλέπω εσένα, το φίλο μου, τον αδερφό μου, μ’ αυτήν… Τι να πω, καλή σου τύχη, να προσέχεις, γιατί κάτι τα νευρικά και η αδυναμία της, κάτι ότι κάνει καλό κρεβάτι, είναι ικανή να σε κάνει να δαγκώσεις τη λαμαρίνα και να τρέχεις…»

Τον κοίταξα ίσια στα μάτια.

«Άκουσε, αν είναι να χαλιέσαι - τέρμα, κόβω!»

Ο Διομήδης διαμαρτυρήθηκε και επέμεινε πως έπρεπε να επιμείνω.

«Εντάξει. Αλλά, αν είναι να συνεχίσω με την Ισμήνη, θέλω να το ξεκαθαρίσουμε, εσύ δεν έχεις πρόβλημα…»

Φάνηκε ότι συνειδητοποιούσε, επιτέλους, το αναπόφευκτο και τη γελοιότητα της ανθρώπινης αδυναμίας, της δικής του, της δικής μου, της Ισμήνης και της ανθρωπότητας όλης και χαμογέλασε. Πάνω στην ώρα κατέφθασε η Σαπφώ, με μια πιατέλα γεμάτη κεράσματα, αλλά η περιέργειά της έμεινε νηστική.

Από τη Σαπφώ έμαθα τα νέα της Χρυσηίδας. Όταν τελείωσε τη σχολή, πήγε τρία χρόνια στην Αμερική, έκανε μάστερ και γύρισε μαζί με τον Νικόδημο. Αυτός είναι μηχανικός και τελείωσε τη διατριβή του εκεί. Σύμφωνα με τη Σαπφώ, μεσολάβησε τρελός έρωτας και τώρα ετοιμάζουν το σπίτι τους, για να παντρευτούν σύντομα. «Οι σελίδες γυρίζουνε, μεγάλε!» σχολίασε, μάλλον ξεκάρφωτα, ο Καλιγούλας, καθώς ορμούσε, ακάθεκτος, στην κάβα της Σαπφώς, την οποία ήδη τιμούσαμε, από ώρα, με τον Θεύδη, τον Αγαμέμνονα και τον Διομήδη.

* * *

«Κυρίες και κύριοι!» φώναξε ο Θεύδης, με τα μάτια να λάμπουν και σταγόνες ιδρώτα στη ράχη της μύτης. «Έχω να σας πω κάτι πολύ σοβαρό: Κοιτάξτε να φύγετε μακριά απ' αυτόν το μαλακισμένο τόπο. Εγώ έχω αηδιάσει με όσα ακούω, βλέπω, μυρίζω γύρω μου. Πάμε επιτέλους κάπου αλλού, να εξαγνιστεί η χώρα μας, η πατρίδα μας, στο μυαλό μας και, από μακριά, να μπορέσουμε να την αγαπήσουμε, γιατί από κοντά, μας προκαλεί ασφυξία!»

Ο Διομήδης, κι αυτός σε κατάσταση ευθυμίας, πήρε το λόγο και διαφώνησε απολύτως.

«Είναι γεγονός ότι ζούμε σε χώρα με άθλιο κράτος, θλιβερή οικονομία, μηδενικές υπηρεσίες, γεμάτη κομπιναδόρους καταφερτζήδες, ρουσφέτια, κομματισμό, χυδαιότητα, αηδία. Όμως είναι ό,τι έχουμε, ό,τι αγαπάμε, ό,τι μας κρατάει, επιτέλους, σε κάποιο συνεκτικό ιστό. Αλίμονο στη μοίρα των μεταναστών! Εδώ είναι οι φίλοι μας, τα τραγούδια μας, το αποστασιοποιημένο μας μέλλον. Περιφρονούμε απεριόριστα ό,τι μας περιβάλλει, αλλά αγαπάμε την Ελλάδα, γιατί αυτή γεμίζει το εσωτερικό μας, την ψυχή μας!»

Ο Θεύδης πήρε πάλι το λόγο και είπε πως η ζωή είναι μία και μοναδική. Ό,τι γίνεται είναι οριστικό, τετελεσμένο, αναπότρεπτο. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, οι λαθεμένες επιλογές καθορίζουν την καταστροφική συνέχεια και, επιπλέον, η ζωή είναι απελπιστικά σύντομη, μια ανάσα. Το κάθε της στάδιο έχει τις δικές του απαιτήσεις, τις δικές του προτεραιότητες, άρα τρέχουμε πίσω από τις καθημερινές αγωνίες και λησμονάμε την ουσία, τον καλό σκοπό της ζωής μας. Όταν έρθει, λοιπόν, η ώρα των λογαριασμών, διαπιστώνουμε ότι σπαταλήσαμε τη ζωή μας χωρίς να τη ζήσουμε, τη σκορπίσαμε χωρίς να την εκμεταλλευτούμε, κατά πως έπρεπε.

«Που το πας, ω αγαθέ;» ρώτησε ο Καλιγούλας.

«Ακριβώς στο κέντρο του στόχου!» απάντησε ο Θεύδης. «Εκεί το πάω! Μα δε βλέπετε γύρω σας τι γίνεται; Παπανδρέου, Κοσκωτάς, διαπλοκή, εισαγγελείς, 17 Νοέμβρη, ο Μένιος και οι λοιποί, ο επερχόμενος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία, και μια αριστερά, να την πιεις στο ποτήρι, τα εγγόνια του Στάλιν αγκαλιά με τα ανίψια του Μπερλιγκουέρ - ή του Τσαουσέσκου; - αντάμα στον Συνασπισμό, είναι θέμα ολίγου χρόνου ν’ αρχίσουν και πάλι τις γροθιές μεταξύ τους… Ο καιρός των ευτελών, η χώρα της ευτέλειας, η προοπτική του μηδενός… Διαπλοκή και θανάσιμος αγώνας για την εξουσία. Στο μεταξύ η κοινωνία αποσυντίθεται, η νεολαία αναζητά στον καπιταλισμό ό,τι δεν μπόρεσε να της δώσει η αριστερά και το ΠΑΣΟΚ, την ελπίδα δηλαδή, και πολλοί φεύγουν αλλού, σκυλάδικα, αισθητική μηδέν, ένα πλαστικό χάος είναι πια η πατρίδα μας… Αλλά δεν είναι αυτή η Ελλάδα, αυτή είναι η ομίχλη που την κρύβει, το σκουπιδομάνι που την σκεπάζει, το νέφος που την πνίγει! Η πατρίδα μου είναι όμορφη, λαμπερή, έχει αφάνταστη ποικιλία και πάντοτε κορυφαία αισθητική… Που να τη δω; Πως θα τη βρω ξανά; Πότε θα συναντηθώ και πάλι μαζί της; Μονάχα αν βρεθώ έξω, πέρα, μακριά, από αυτό το απίθανο κουρελαριό που καταστρέφει την εικόνα της, και, εν μέρει, το είναι της. Μετανάστευση, λοιπόν! Έξω, κι όπου νάναι!»

Ο Θεύδης κάθισε στην πολυθρόνα του εξαντλημένος. Το πάθος της αγόρευσής του είχε προσελκύσει την προσοχή της συντροφιάς, τα μέλη της οποίας αναζητούσαν, με τα μάτια, αυτόν που θα διατύπωνε τον αντίλογο. Αυτός ήταν ο Διομήδης. Άρχισε να μιλάει αργά, ήρεμα, παρ’ όλα τα ουϊσκια που είχε κατεβάσει:

«Να φύγουμε, λες… Εντάξει, να φύγουμε, να αναζητήσουμε τον τόπο που θα μας δεχθεί, που θα μας πηγαίνει το σύστημά του, η αισθητική του, η κουλτούρα του… Διότι, αφού είμαστε έρμαια μιας πεπερασμένης και μη αναστρέψιμης και σύντομης ζωής, εκεί που θα πάμε να φιλοσοφήσουμε περί Ελλάδος, θα πρέπει, ταυτόχρονα, να ζήσουμε καλά. Γιατί, αν είναι να ζούμε ίδια ή και χειρότερα αναπολώντας την Ελλάδα του μύθου και της νοσταλγίας, ποιος χάνει τελικά το χρόνο, άρα την ίδια τη ζωή;»

Ο Διομήδης έκανε μια παύση, απολαμβάνοντας την απόλυτη προσήλωση του ακροατηρίου, και συνέχισε:

«Αφού θέσαμε τα ζητούμενα, ας μελετήσουμε διεξοδικά το ερώτημα, που να πάμε. Παίρνουμε, λοιπόν, την υδρόγειο σφαίρα, τη στριφογυρνάμε και κολλάμε το δάχτυλο εκεί που θα σταματήσει η περιστροφή της. Τι βλέπω; Σταμάτησε στα παράλια της Κίνας… Ο Θεύδης, ένας Έλληνας απελεύθερος της αριστεράς, στη χώρα του Τένγκ. Τη χώρα του κίτρινου σοσιαλισμού, του ενός κόμματος, της απόλυτης νομενκλατούρας, της απουσίας και του ελάχιστου ψήγματος δυτικής πολιτικής σκέψης, ανθρώπινων δικαιωμάτων και άλλων ουσιωδών λεπτομερειών, απαραίτητων προκειμένου να επιβιώσει ευπρεπώς ο λεπτεπίλεπτος φίλος μας… Ούτε εικοσιτέσσερις ώρες δεν του δίνω, πριν τον τσουβαλιάσουν, ή, το πιθανότερο, πριν αναχωρήσει έντρομος, για τον επόμενο προορισμό. Επειδή ακόμα και ο Θεύδης διαθέτει στοιχειώδες ένστικτο αυτοσυντήρησης, δεν θα επέλεγε επ΄ ουδενί τις λοιπές δημοκρατίες της Ασίας, αραβικές, ισλαμικές, αραβοσοσιαλιστικές τύπου Ιράκ, νεοκομμουνιστικές τύπου Βιετνάμ ή αγριοκαπιταλιστικές με ασιατική γραφικότητα τύπου Φιλιππίνων… Δεν θα διάλεγε ούτε την Τουρκία, φαντάζομαι, ούτε το Ισραήλ, όπου η ατμόσφαιρα βρωμάει μπαρούτι… Τι μένει, από ολόκληρη την Ασία; Η Ιαπωνία. Θεύδη, μην διαμαρτύρεσαι, μόνο η Ιαπωνία έχει κάποιες προδιαγραφές που να σου ταιριάζουν, αλλά δεν είναι δυνατόν να προτιμήσεις την Οσάκα από τη Θεσσαλονίκη και το Τόκιο από την Αθήνα, τουλάχιστον όχι περισσότερο από δυο - τρεις μήνες, υπό την προϋπόθεση ότι μπορείς να επιβιώσεις οικονομικά εκεί, που είναι πανάκριβα… Περιστρέφουμε την υδρόγειο, αλλάζουμε ήπειρο, πάμε Ωκεανία. Εδώ, μάλιστα! Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία και κάτι ψιλά, λιβάδια, πρόβατα, απερίγραπτος πολιτισμός τσοπαναραίων, αισθητική που σκοτώνει… Να πάμε Ωκεανία; Πάμε, μόνο αν μας κυνηγάνε από την Ελλάδα, επί ποινή ανασκολοπισμού… Επόμενη ήπειρος, η Αφρική: Η χαρά του παιδιού, της γυναίκας, του ανθρωπισμού, του πολιτισμού… Αναχωρούμε, άνευ σχολίων, για την Αμερική: Να μια ενδιαφέρουσα ήπειρος για τον φίλο μας. Χιλή, Αργεντινή, Βραζιλία, Βενεζουέλα, Κολομβία, Ισημερινός, Παναμάς, Μεξικό… Που θα μπορούσε να ζήσει κανείς; Παντού, υπό την προϋπόθεση ότι έχει τα απαραίτητα άφθονα δολάρια. Δεν έχεις τα δολάρια Θεύδη; Τότε, μήπως σου κάνει η Κούβα; Ω, η Κούβα… Φιντέλ, εκλεκτά πούρα, επανάσταση, το φάσμα του Τσε στην Αβάνα και την Σάντα Κλάρα, μουσική, μονοκομματισμός, λατρεία του ισόβιου ηγέτη, η ευδοκίμηση των μύθων, τα σημάδια του πάππα - Έρνεστ, το Γκουαντανάμο… Κούβα, πανέμορφη χώρα… Τι λες, Θεύδη, μπορείς να ζήσεις εκεί; Εννοώ, με τα εισοδήματα του Κουβανού, με τις ευκαιρίες του Κουβανού και τις ελευθερίες του Κουβανού, διότι ο τουρίστας περνάει καλά οπουδήποτε… Ας αφήσουμε λοιπόν με βαριά καρδιά τις μελαμψές Κουβάνες κι ας ανεβούμε βορειότερα στη χώρα - φετίχ, στο κράτος - απωθημένο: Ηνωμένες Πολιτείες… Α, εδώ μάλιστα! Έχει ό,τι τραβάει η ψυχή σου: Πολιτισμός, μαστούρα, πρωτοπορία, απέραντη πολιτική και κοινωνική συντήρηση, προκλητική τεχνολογία, προκλητική φτώχεια, τα καλύτερα και τα χειρότερα κι ανάμεσα όλες οι διαβαθμίσεις… Όλες οι ράτσες, όλοι οι λαοί του κόσμου, μαζεμένοι εκεί. Βεβαίως υπάρχει ρατσισμός, αλλά δεκάδες μειονοτικές κοινότητες ευημερούν, συνυπάρχει εκτεταμένη αθλιότητα αλλά και εντυπωσιακά δίκτυα φιλανθρωπίας και φροντίδας... Αντιθέσεις; Όσες μπορείς να φανταστείς. Λοιπόν, ειδικά για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ευθέως και χωρίς περιστροφές: θες να πας εκεί μετανάστης;»

Τα βλέμματα στράφηκαν στον Θεύδη. Αυτός σκέφτηκε λίγο πριν απαντήσει, δυσανασχέτησε και τέλος είπε:

«Όχι, η Αμερική έχει λαμπρές όψεις, έχει τη τζαζ, το σινεμά που αγαπώ, τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες, αλλά, συνολικά, είναι η ενσάρκωση της δυτικής ματαιοδοξίας, αφέλειας, ψευδαίσθησης… Είναι υπερδύναμη, αν όπως φαίνεται, μπατιρίσει η Σοβιετία θα γίνει το μοναδικό αφεντικό του κόσμου, κυβερνούν τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, οι πολίτες μπορούν να πιέζουν μόνο για επιμέρους συμφέροντά τους. Θα μπορούσα να ζήσω καλά εκεί, αλλά όχι ως ενεργός πολίτης, μόνον ως εισοδηματίας - παρατηρητής…»

Ο Διομήδης συνέχισε την περιήγηση ανά τον κόσμο:

«Συμφωνώ απόλυτα! Τι μας έμεινε; Η παλιά, καλή Ευρώπη… Φαντάζομαι ότι Σοβιετία και δορυφόροι αποκλείονται, εξάλλου δεν τους βλέπω να πολυκαιρίζουν, άρα μας μένει η δυτική και βόρεια Ευρώπη, καμιά ντουζίνα χώρες, οι γνωστές μας… Λοιπόν, από το Εδιμβούργο ως τα Χανιά, πρακτικά είναι το ίδιο πράγμα. Έχουμε διαφορετικό κλίμα, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικό φαγητό, αλλά έχουμε κοινά πολιτισμικά δεδομένα, μια δυτικοευρωπαϊκή αισθητική, λίγο πολύ κατανοητή και αποδεκτή από όλους και υπάρχει ήδη μια ιστορία ανταλλαγής, κατανόησης και συνεννόησης μεταξύ των Ευρωπαίων. Φοιτητές πάνε κι έρχονται στα πανεπιστήμια με προγράμματα ανταλλαγής, τουρίστες, εμπόριο… Λοιπόν, Θεύδη, η Γερμανία έχει καλύτερα οργανωμένο κράτος, διοίκηση, υποδομές… Τη διαλέγεις, ως τόπο αυτοεξορίας, ή προτιμάς κάποιαν άλλη χώρα;»

Ο Θεύδης σήκωσε τα χέρια ψηλά.

«Δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα με την τετράγωνη λογική σου… Εξάλλου, η μετανάστευσή μου, αν γίνει θέλω να έχει προσωρινό χαρακτήρα, δηλαδή κάποια στιγμή να επιστρέψω. Ίσως η λύση να είναι η εσωτερική μετακίνηση, να πάει κανείς σ’ ένα ορεινό χωριό ή καλύτερα σ’ ένα νησάκι του Αιγαίου… Εκείνο που ήθελα να πω, πριν ο Διομήδης μας παρασύρει με την περιστροφή της υδρογείου, είναι ότι η μετανάστευση μπορεί να είναι εσωτερική, ψυχολογική διεργασία, η οποία όμως καταλήγει σε σημαντικές αποφάσεις, με πολιτικό χαρακτήρα και σημασία. Εννοώ ότι φεύγει κανείς αποστασιοποιούμενος, κρατώντας αυστηρά σχέσεις αστικής ευθύνης με την οργανωμένη μας πολιτεία, το φοβερό και γελοίο ελληνικό κράτος. Έχουμε επαφές, υποχρεωτικές, με την εφορία, τους δήμους κλπ, αλλά με την ψυχρότητα και την ψυχραιμία του πελάτη, αφαιρούμε κάθε συναισθηματική φενάκη απ’ αυτό το τέρας…»

Όταν καταλάγιασαν τα ποικίλα σχόλια, πήρα τον λόγο:

«Ενδιαφέρουσα άποψη… Φαντάζομαι, όμως, θα ήθελες να δεις το πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό κατεστημένο να ανατρέπεται ή έστω να βελτιώνεται, να προσαρμόζεται στις ανάγκες των ανθρώπων, διάλεξε εσύ τι θα ήθελες να συμβεί. Πως όμως θα γίνει αυτό αν μετατραπείς από ενεργό πολίτη σε απαθή και αδιάφορο Βούδα; Κι αν η όποια κίνηση δεν γίνεται σε κατεύθυνση που σου αρέσει ή σ’ αφήνει αδιάφορο, αλλά πηγαίνει προς αντιπαθείς προορισμούς, δεν θα αντιδράσεις; Και αν εσύ και η Αγαύη γεννήσετε μισή ντουζίνα παιδιά, που σας το εύχομαι, πως θα κρατήσεις την αριστοκρατική θέση των σχέσεων αστικής ευθύνης και μόνον, με το οργανωμένο σύστημα, όταν αυτά τα παιδιά θα πρέπει να μεγαλώσουν και να ζήσουν ακριβώς μέσα σ’ αυτό το σύστημα; Δε λέω ότι είναι λύση τα κόμματα, κάθε άλλο, τα κόμματα μας έχουν κάψει τη γούνα. Αλλά πρέπει να αναζητήσουμε κάποιους τρόπους παρέμβασης, αν όχι σε κεντρικό τουλάχιστον σε τοπικό επίπεδο, σε προσδιορισμένους χώρους. Φίλε μου Θεύδη, η αηδία για την πολιτική δεν πρέπει να μας οδηγήσει να κάνουμε ό,τι και ο καλόγερος, που θύμωσε και έκοψε τα απαυτά του… Η ατομική μας ευθύνη και δυνατότητα είναι υπαρκτές και πρέπει να τις υποστηρίξουμε»

Ο Θεύδης χαμογέλασε και απάντησε:

«Φίλτατε Κίμωνα, ξέρεις πόσο σε εκτιμώ, εκτός των άλλων και για την καθαρή πολιτική σου σκέψη, περιθωριακή μεν, αλλά σεβαστή. Όμως τώρα που σε ακούω, η τοποθέτησή σου μοιάζει, πώς να το πω, αφελής. Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο, ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ! Εμείς, τα υποτιθέμενα υποκείμενα της ιστορίας, δεν είμαστε παρά κουρελάκια στον άνεμο και η παρέμβασή μας στα πράγματα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση, ο κόσμος ακολουθεί πάντα τη δικιά του πορεία… Ναι, είναι σημαντικός ο ακτιβισμός σου, αλλά μόνο για σένα, περίπου ως ψυχοθεραπεία ή άλλοθι… Τους αποδέκτες της δράσης σου, πόσο τους ωφελείς; Για πόσο χρόνο; Αν δεν τους λύνεις τα πάγια, χρόνια δεσμά τους, πόσο πραγματικά ωφέλιμη είναι η ανιδιοτελής και φιλόδοξη δραστηριότητά σου;»

Αισθάνθηκα υποχρεωμένος να απαντήσω:

«Επιβίωση σημαίνει διαρκής αγώνας. Κάθε ενέργεια που συμβάλλει υποστηρικτικά σ’ αυτήν την προσπάθεια, είτε είναι θεσμική, είτε είναι δυο κουβέντες συμπάθειας, πρέπει να αξιολογείται και να μην υποτιμάται. Μια παρέμβαση, ας πούμε, για να αποτραπεί η ίδρυση ενός διαλυτηρίου πλοίων σ’ ένα όμορφο λιμάνι, το οποίο επιπλέον είναι και σπουδαίος ιστορικός και αρχαιολογικός χώρος, μπορεί να πετύχει το στόχο της, μπορεί και όχι. Με συνθλίβει, όμως, η ιδέα ότι κάποιοι είναι σε θέση να αποφασίζουν και να υλοποιούν επενδύσεις με γνώμονα τα κέρδη τους, ερήμην των πολιτισμικών και οικολογικών συμφερόντων των ανθρώπων, και κανείς να μην αντιδρά, να μην κινείται. Αυτό, φίλε μου Θεύδη, μου φαίνεται πραγματικά αχώνευτο!»

Ωστόσο, ο Θεύδης δεν είχε πει την τελευταία του λέξη.

«Έστω ότι αποτρέπεις το καταστροφικό έργο στο σημείο Χ, αυτό θα γίνει στο σημείο Ψ, κάποια χιλιόμετρα παραπέρα. Κι αν κυνηγήσεις και το Ψ, τότε το κεφάλαιο θα αναζητήσει την εγκατάσταση του έργου σε άλλη, γειτονική χώρα, όπου ενδεχομένως οι βιοτικές ανάγκες είναι οξύτερες και η οικολογική συνείδηση λιγότερο αναπτυγμένη. Το έργο της καταστροφής θα γίνει εκεί, πιθανόν σε χαμηλότερο επίπεδο ασφάλειας και προστασίας του περιβάλλοντος. Λοιπόν, εύγε, κοινωνικέ αγωνιστή και οικολόγε Κίμωνα: Με τη δράση σου κατάφερες να ξεφορτωθείς τον κίνδυνο από την αυλή σου και τον φόρτωσες στον γείτονά σου. Αλλά ο πλανήτης είναι μικρός, θα καταστραφεί όλος μαζί, δεν μπορούμε να κρατήσουμε κάποιες νησίδες σώες και αβλαβείς. Άρα η δράση σου όχι μόνο δεν έκανε καλό, αντίθετα έκανε κακό στους ανθρώπους, στο κεφάλαιο απλώς προξένησε ελαφρά φαγούρα στο υπογάστριο… Για όποιον δεν κατάλαβε, το πρόβλημα δεν είναι να μην αποθηκεύονται πυρηνικά απόβλητα στα νησιά μας και να αποθηκεύονται στις φτωχές χώρες του κόσμου, το πρόβλημα είναι να μην παράγονται καθόλου πυρηνικά απόβλητα. Αν λοιπόν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, τότε πρέπει να κάνουμε πολιτικό αγώνα κατά του παγιωμένου τύπου ανάπτυξης και παραγωγής, έχοντας να προτείνουμε πειστικές εναλλακτικές λύσεις, κι αυτό σε επίπεδο πλανήτη, όχι σε επίπεδο νομού Αρκαδίας, πράγμα που σήμερα μοιάζει εντελώς ανεδαφικό»

Έκανα μια τελευταία προσπάθεια:

«Δεν διαφωνώ με την ανάλυσή σου, αλλά η παραίτηση που προτείνεις όχι μόνο δεν αποτρέπει την καταστροφή, αλλά την διευκολύνει. Επιπλέον, αυτό που το 1989 μοιάζει ανίσχυρο και περιθωριακό, το 2009 ή 19, μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντική πολιτική δύναμη. Αν όμως εμείς, τώρα στα 89, παραιτηθούμε οικοιοθελώς από κάθε αντίρρηση, σίγουρα δεν βοηθάμε ούτε το παρόν, ούτε το μέλλον…»

Ο Θεύδης επέμεινε:

«Συνεχίζει τον αγώνα ο αγνός, ο αφελής, ο μη γνώστης… Παραιτούμαι μπορεί και να σημαίνει οριοθέτηση μιας νέας αντίστασης, μπορεί να υποδεικνύω στο μέλλον ένα πολύ καλύτερο μοντέλο, έστω αυτοπυρπολούμενος από απελπισία… Επειδή βλέπω ότι δεν έγινα αντιληπτός από όλους, θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω χρησιμοποιώντας δυο παράλληλες και παρόμοιες ιστορίες, μια του δεκάτου ενάτου αιώνα και μια του εικοστού. Η πρώτη είναι η ιστορία του Ανδρέα Κάλβου. Αυτός, νεότατος, έριξε νέο φως στην ελληνική ποίηση, έδειξε δρόμους, υπήρξε ποιητής δυνητικά εφάμιλλος, αν όχι σημαντικότερος του Σολωμού. Όμως, η Ελλάδα τον έδιωξε, κυριολεκτικά τον κατέστρεψε, κατέληξε να ζήσει τα τελευταία του χρόνια αυτοεξόριστος στη Σκωτία και να πεθάνει στην ξενητιά. Η δεύτερη περίπτωση είναι ο σύγχρονός μας Άρης Αλεξάνδρου - κι αυτός μια ζωή εξόριστος, πέθανε το 1978 στο Παρίσι. Το μεγαλύτερο έγκλημα των Ελλήνων ήταν ότι στέρησαν και από τους δυο τη δυνατότητα να δημιουργήσουν… Μας άφησαν ελάχιστο έργο, ο Κάλβος είκοσι Ωδές και ο Αλεξάνδρου ένα μυθιστόρημα, τρεις ποιητικές συλλογές και ένα θεατρικό έργο, που γράφτηκε το 1951 και δεν έχει παιχθεί ακόμα, ένας θεός ξέρει αν θα το ανεβάσει κάποιος στη σκηνή… Αλλά οι Ωδές είναι τεκτονικός σεισμός για την ελληνική γλώσσα και την ποίηση και το ‘Κιβώτιο’ το σημαντικότερο μυθιστόρημα του εικοστού αιώνα, απ’ όσα γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα - υποκειμενική κρίση, αλλά τη διατυπώνω ευθαρσώς. Αυτούς τους ανθρώπους, η χώρα μας, η χώρα τους, τους κυνήγησε, τους συνέθλιψε, τους εξόρισε, τους φίμωσε… Δεν είναι εξαιρέσεις, φίλε Κίμωνα. Όσο είσαι αφελής, γραφικός, αποσπασματικός, ακίνδυνος, έχεις χώρο και ενδεχομένως αναγνώριση, χρήμα, δόξα. Όταν τα πράγματα σοβαρέψουν η Ελλάδα σ’ έχει σκοτώσει, χωρίς δισταγμούς…".

Επικράτησε σιωπή, για λίγο. Όσοι ήξεραν για τη ζωή και το έργο του Κάλβου και του Αλεξάνδρου συμφωνούσαν με τον Θεύδη, στους υπόλοιπους δημιουργήθηκε περιέργεια ή αμηχανία. Πήρα πάλι τον λόγο:

«Στον επόμενο αιώνα, όταν οι άνθρωποι θα ξεδιαλέγουν τα πολύτιμα υλικά του παρελθόντος για να φτιάξουν το δικό τους πολιτισμό, θα παίρνουν με θαυμασμό και σεβασμό και αγάπη όσα δημιούργησαν ο Κάλβος και ο Αλεξάνδρου… Εξίσου πολύτιμη με το έργο τους θα είναι η ανάμνηση της ζωής τους… Τελικά, Θεύδη, οι Έλληνες αυτούς θα θυμούνται, όχι τους μεγαλόσχημους ισχυρούς, που τους συνέθλιψαν εν ζωή… Ποιος ξέρει, σήμερα κιόλας, ποια ήταν τα σταλινικά ζωντόβολα που επέβαλαν στον Αλεξάνδρου απομόνωση μεταξύ των εξορίστων, στη Μακρόνησο; Ποιος δίνει την παραμικρή σημασία στους ασφαλίτες που τον κυνήγησαν, τους δικαστές που τον δίκασαν, τους ευτελείς της αριστερής διανόησης, που προσπάθησαν να θάψουν το έργο του; Ποιος δίνει μια δεκάρα για τους μεγαλόσχημους επτανήσιους κόντηδες και καθηγητάδες, που κατέτρεξαν τον Κάλβο; Πάντα το μέλλον θα φέρνει έναν Παλαμά, έναν Ελύτη που θα βάζουν τα πράγματα στη θέση τους, έστω εν καιρώ… Αν επιστρέψουμε, κατ΄ αναλογίαν, σε εμάς τους κοινούς θνητούς, επιμένω πως έχει νόημα, έστω και εν ονόματι του μέλλοντος, η πολιτική, η αντίδραση, η ανυπακοή, η επεξεργασία εναλλακτικής πρότασης…»

Ο Θεύδης ήταν πια πολύ κουρασμένος, δεν είχε το κουράγιο να συνεχίσει. Πήρε την κιθάρα, που στόλιζε τον τοίχο της Σαπφώς, και άρχισε να παίζει ρεμπέτικα, με τον Διομήδη να δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας. Όλοι, απηυδισμένοι από την μακρά συζήτηση, συμμετείχαν ολόψυχα στη λυτρωτική τελετουργία των τραγουδιών. Οι τελετές των αρραβώνων ολοκληρώθηκαν όπως έπρεπε.


* * *

Το πρωί της Δευτέρας δανείστηκα το αμάξι του Διομήδη και οδήγησα τρεις ώρες, για να δω τον νεοσύλλεκτο Aλκιβιάδη. Οι τάξεις τη Ισμήνης βρισκόντουσαν μακριά για την πενθήμερη εκδρομή τους, έτσι η Ισμήνη μου έκανε παρέα και η διαδρομή κύλησε ευχάριστα. Ο Αλκιβιάδης ξαφνιάστηκε και χάρηκε πολύ. Μιλήσαμε για την καινούρια του εμπειρία, για την οποία δήλωσε πως είναι ό,τι χειρότερο του έχει συμβεί ποτέ, πως σκέφτεται πολύ σοβαρά να ζητήσει τρελόχαρτο και να φύγει, πως έχει την τάση να γκρεμίσει το στρατόπεδο και να δείρει όλους τους καραβανάδες. Ειδικά τα είχε με τις ασκήσεις ακριβείας, τις προσοχές στους ανωτέρους ("προσοχή εγώ σ' αυτούς τους φελλούς;" αγανακτούσε) την πρωινή προσευχή. Ρώτησα για την Άρτεμη και έμαθα πως αυτή επισκεπτόταν τον Αλκιβιάδη κάθε Σαββατοκύριακο. Στο ενδιάμεσο μιλούσαν κάθε μέρα στο τηλέφωνο.

«Είχε νέα από την Καλυψώ» είπε και κοίταξε λοξά την Ισμήνη.

«Μίλα ελεύθερα, με την Ισμήνη είμαστε κολλητοί»

«Δυστυχώς τίποτα το σπουδαίο: μια κάρτα για το Πάσχα, σταλμένη από την Αθήνα. Έστειλε άλλη μια, στη μάνα της»

* * *

Στην επιστροφή η Ισμήνη είχε χάσει το κέφι της, το πρόσεξα και τη ρώτησα γιατί.

«Γιατί την αγαπάς ακόμα...»

«Μην παραλογίζεσαι Ισμήνη, έχω πάνω από τρία χρόνια να τη δω, τι λέω, τρεισήμισι χρόνια. Είναι δυνατόν;»

«Ξέρεις πολύ καλά ότι είναι…»

«Δεν υπάρχει αντίστοιχο παράδειγμα... Είναι σα να λέω ότι εσύ αγαπάς τον Διομήδη»

«Όχι, γιατί απογοητεύτηκα κάποτε βαθιά απ' αυτόν τον ίδιο, απ' αυτό που είναι... Εσύ όμως, όταν χωρίσατε την αγαπούσες»

«Ωραία, εκείνη όμως είχε απογοητευθεί, αλλιώς δεν θα αποφάσιζε να το διαλύσουμε, έτσι δεν είναι; Άρα ερχόμαστε στο ίδιο συμπέρασμα, από την άλλη μεριά»

«Όχι. Η Καλυψώ έκανε τότε μια ανοησία και το μόνο που την έκανε να καθυστερήσει την επιστροφή της ήταν η ιστορία με τον ναυτικό»

«Δηλαδή, τι θέλεις να πεις τώρα;»

«Μη θυμώνεις… Θέλω να πω ότι αργά ή γρήγορα θα έρθει σε σένα και συ θα τη δεχθείς με ανοιχτές αγκάλες»

«Είσαι εντελώς τρελή...»

«Μακάρι… Με συμφέρει να αποδειχθώ τρελή, γιατί σ' αυτήν την περίπτωση, θα σε έχω εγώ»

Δεν απάντησα - και μείναμε σιωπηλοί για πολλή ώρα.