Σάββατο, Απριλίου 08, 2006

Άμστερνταμ

(Μάιος 1996)

Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει
Μήπως δεν είμαι η θάλασσα;

Γιώργος Σεφέρης



Βρισκόμουν στο Άμστερνταμ, στο Διεθνές Συνέδριο των Μεταλλειολόγων, για λογαριασμό της Ελληνικής Ορυκτολογικής Εταιρείας. Το επιστημονικό μέρος του πράγματος ελάχιστα με ενδιέφερε, άλλωστε ο μισθός μου θα παρέμενε ίδιος και απαράλλαχτος, ακόμα κι αν παρακολουθούσα ανελλιπώς το πρόγραμμα του συνεδρίου. Δεν είχα περάσει άλλη φορά από εκείνα τα μέρη και επιδόθηκα με ιδιαίτερο ζήλο στις δραστηριότητες του τουρίστα. Είμαστε τρεις Έλληνες όλοι κι όλοι εκεί, ένα ζευγάρι επικούρων, που είχαν ορισμένες ανακοινώσεις κι εγώ. Δεν βρήκα ιδιαιτέρως ελκυστική την παρέα των συμπατριωτών μου. Αντιθέτως, προτίμησα την συντροφιά δυο συναδέλφων από τη Γαλλία, της Άννυ και της Μαργαρίτας. Είχα φτάσει στην ξένη πόλη μια ημέρα πριν απ’ αυτές και προσφέρθηκα να τις ξεναγήσω, έχοντας ευνόητους στόχους. Τύχη αγαθή, μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο.

Οι Γαλλίδες αποδείχτηκαν ανθεκτικές στο ξενύχτι και έτσι, μετά το φαΐ στο ινδικό εστιατόριο και τις βόλτες στα κανάλια με τις κόκκινες προθήκες, πήγαμε σε κάποιο καμπαρέ, για να διαμορφώσουμε ιδίαν άποψη για την πολιτισμική στάθμη των Ολλανδών. Βρήκα ότι το μαγαζί δεν διέφερε σε τίποτε από αντίστοιχα της Αθήνας, ούτε καν στις τιμές. Οι κυρίες που συνόδευα έδειχναν να έχουν ξεσαλώσει και η συνέχεια επρομηνύετο ενδιαφέρουσα.

Λίγα μέτρα πιο κει καθόταν ένα ζευγάρι που μου κίνησε την περιέργεια. Ο άντρας ήταν μαύρος, ψηλός και καλοφτιαγμένος, γύρω στα σαρανταπέντε, καλοντυμένος και σοβαρός. Δεν έδειχνε ιδιαίτερα ευχαριστημένος από το μέρος και τη συμπεριφορά της κυρίας που συνόδευε. Φαινόταν να την παρακαλεί κάθε τόσο να είναι πιο μαζεμένη και καναδυό φορές χασμουρήθηκε, προφανώς για να της δείξει ότι βαριόταν εκεί μέσα και ότι θα προτιμούσε να φύγουν. Εκείνη όμως, εμφανώς τύφλα στο μεθύσι, γελούσε δυνατά και χαϊδολογούσε μάλλον απρεπώς τον σοβαρό συνοδό της. Ήταν μελαχρινή, φορούσε κολλητό τολμηρό φόρεμα που αποκάλυπτε τα πόδια και τόνιζε τα στήθη της, εξαιρετικά όμορφη και προκλητική.

Κάποια στιγμή ο άντρας την έπιασε δυνατά απ΄ τον καρπό. Η γυναίκα προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της, αλλά μάταια. Τότε όλη η έκφρασή της άλλαξε μεμιάς και έδειξε ότι την πλημμύρισε οργή. Με το ελεύθερο χέρι της άστραψε ένα δυνατό χαστούκι στον δυστυχή, ο οποίος ξαφνιασμένος την άφησε και έμεινε άναυδος, γεμάτος ντροπή και αμηχανία ταυτόχρονα. Αλλά εκείνη δεν σταμάτησε εκεί, άρπαξε το ποτήρι του (το δικό της ήταν άδειο) και αποφασιστικά του τίναξε το ποτό κατά πρόσωπο. Τότε αυτός σηκώθηκε, χωρίς να πει κουβέντα, έκανε μεταβολή και έφυγε σαν κυνηγημένος. Η μελαχρινή κυρία γέλασε και έμεινε στη θέση της. Την ώρα που αυτός έβγαινε από την πόρτα, αυτή φώναξε δυνατά, όσο χρειαζόταν για να την ακούσω εγώ, μια τσουχτερή βρισιά, προς μεγάλη μου έκπληξη στα ελληνικά.

Κοίταξα γύρω. Κανένας από τους θαμώνες (τουρίστες οι περισσότεροι) δεν φάνηκε να δίνει την παραμικρή σημασία στην θυελλώδη σκηνή που δημιούργησε η πατριώτισσά μου, όλοι ήταν απορροφημένοι από τα επί σκηνής δρώμενα. Οι Γαλλίδες, με γελάκια και μικρές χειρονομίες έστρεψαν και πάλι την προσοχή μου στο πρόγραμμα. Όταν γύρισα ξανά το βλέμμα στο τραπέζι της, είδα την μελαχρινή κυρία να έχει σκεπάσει το πρόσωπο με τις παλάμες της και να τραντάζεται από λυγμούς. Παράτησα τις Γαλλίδες σύξυλες και πήγα προς το μέρος της. Κάθισα απέναντί της ζαλισμένος από τις μπύρες και της άγγιξα ελαφρά τον ώμο. Με κοίταξε με υγρά μάτια, γεμάτα απορία. Μετά από αυτό το βλέμμα θα μπορούσα να την ακολουθήσω ως το Βόρειο Πόλο, αν ήμουν δέκα χρόνια νεότερος και αν δεν εκπροσωπούσα την Ελληνική Ορυκτολογική Εταιρεία.

«Κάποτε η ζωή είναι δύσκολη…»

Ξαφνιάστηκε που με άκουσε να μιλάω ελληνικά, με κοίταξε για λίγο σιωπηλή και μετά γέλασε. Σε λίγο έμαθα πως βρισκόταν στο Άμστερνταμ για το ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αρχιτεκτόνων και πως την έλεγαν Καλυψώ. Ρώτησα διακριτικά για τον μαύρο κύριο και πληροφορήθηκα πως ήταν αμερικάνος, επισκέπτης καθηγητής της αρχιτεκτονικής σε κάποιο Αγγλικό πανεπιστήμιο, πως τον είχε γνωρίσει πριν μερικές βδομάδες στην Σαντορίνη, όπου έκαναν και οι δύο τις πασχαλινές διακοπές τους. Αυτή, είπε, ήρθε στο Άμστερνταμ για να τον συναντήσει ξανά, αλλά…

Στο μεταξύ τελείωσε το ολλανδικό σόου και ένοιωσα να με χτυπά στον ώμο ένα νευρικό δάχτυλο.

«Τι θα γίνει, θα φύγουμε;» ρώτησε η Άννυ.

Κοίταξα την Καλυψώ και της είπα ελληνικά ότι ευχαρίστως θα την φιλοξενούσα απόψε. Αυτή έγνεψε καταφατικά. Εξήγησα με μπερδεμένα αγγλικά στις Γαλλίδες ότι θα συνόδευα την κυρία κι αυτές έδειξαν τέτοια αγανάκτηση που προς στιγμήν φοβήθηκα ότι θα πάθαινα ό,τι κι ο μαύρος. Ευτυχώς δεν είχαν το ταμπεραμέντο της Καλυψώς, περιορίστηκαν να με βρίσουν λίγο στα αγγλικά, πολύ στα γαλλικά και αποχώρησαν ειρηνικά.

* * *

Εκείνο το βράδυ παρέβην όλες τις οδηγίες των αρμοδίων υγειονομικών υπηρεσιών σχετικά με τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνει κανείς σ’ αυτές τις περιπτώσεις, γεγονός που με κατέτρεχε ως τρομερή ερινύα τους επόμενους μήνες. Οπωσδήποτε το επόμενο πρωινό δεν εμφανίστηκα στο Βασιλικό Ωκεανολογικό Ινστιτούτο που φιλοξενούσε τους μεταλλειολόγους. Αντίθετα, μετά το σχετικό τηλεφώνημα στον καθηγητή της αρχιτεκτονικής πήγα στο ξενοδοχείο του και πήρα τη βαλίτσα της Καλυψώς (την οποία είχε ο ίδιος ετοιμάσει). Ο άνθρωπος ήταν αξιοπρεπέστατος, με ευχαρίστησε και απόφυγε επιμελώς να μείνει μαζί μου περισσότερο από είκοσι δευτερόλεπτα. Κουβάλησα τη βαλίτσα ως το δικό μου ξενοδοχείο, η Καλυψώ την άνοιξε, έβγαλε έξω τα πάντα και τα τακτοποίησε από την αρχή. Στο μεταξύ είχε τηλεφωνήσει στην αεροπορική εταιρεία και λίγη ώρα αργότερα έφυγε βιαστικά, χωρίς να καταλάβω για πού ακριβώς.

Ομολογώ ότι η συμπεριφορά της απέναντί μου κατά την τελευταία φάση της συνάντησής μας με πείραξε αρκετά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Το απόγευμα πήγα στο συνέδριο, αντιμετώπισα την περιφρονητική αδιαφορία των Γαλλίδων και επέστρεψα στο ξενοδοχείο νυστάζοντας του θανάτου. Ενώ ετοιμαζόμουν για τον σύντομο αναζωογονητικό ύπνο πριν την τελευταία βραδινή έξοδο στην ολλανδική πόλη της απωλείας, πρόσεξα δίπλα στο κρεβάτι μια μικρή δερμάτινη τσάντα. Την άνοιξα και είδα πως ήταν γεμάτη χαρτιά. Χειρόγραφα, στα ελληνικά, τα περισσότερα σε αρίγωτες σελίδες, μερικά σε ριγωμένες. Γρήγορα διαπίστωσα πως ήταν επιστολές προς την Καλυψώ, άλλες δύο ή τρεις πυκνογραμμένες σελίδες, άλλες περισσότερες.

* * *

Την άλλη μέρα αναζήτησα τον καθηγητή για να επιστρέψω μέσω αυτού τα γράμματα στην Καλυψώ, αλλά αυτός είχε ήδη φύγει για το Λονδίνο. Εξήγησα ότι έπρεπε να του επιστρέψω μια τσάντα με έγγραφα και με τα πολλά έπεισα τους διακριτικούς Ολλανδούς να μου υποδείξουν το ταξιδιωτικό πρακτορείο μέσω του οποίου είχε κλείσει δωμάτιο.

Από την Αθήνα πια έστειλα e-mail στους πράκτορες και εκείνοι μου απάντησαν αμέσως πληροφορώντας με για το δικό του e-mail. Του έγραψα εξηγώντας το όλο πρόβλημα και ζητώντας του, τελικά, την διεύθυνση της Καλυψώς ή κάποιο τηλέφωνό της. Απάντησε την άλλη μέρα, πολύ ευγενικά και δήλωσε ότι δεν είχε ιδέα για την διεύθυνση της Καλυψώς, ούτε είχε κάποιο τηλέφωνό της να μου δώσει, ότι δεν την είχε ξαναδεί μετά το Άμστερνταμ, ότι ο ίδιος επέστρεφε σε λίγες μέρες στην Αμερική και ότι το μόνο που ήθελε ήταν να μην τον ενοχλήσει κανείς γι’ αυτήν την υπόθεση στο μέλλον.

Πέρασε κάμποσος καιρός. Είχα αφήσει στα δυο ξενοδοχεία του Άμστερνταμ την ηλεκτρονική μου διεύθυνση, την κανονική μου διεύθυνση και τα τηλεφωνά μου, για την περίπτωση που η Καλυψώ θα με έψαχνε, αλλά δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Τα γράμματα του Κίμωνα προς την Καλυψώ παρέμεναν σε μένα. Τουλάχιστον είχα την συνείδησή μου ήσυχη ότι έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να τα επιστρέψω. Στο μεταξύ, τα διάβασα.

Τα γράμματα τα είχε γράψει ο Κίμωνας, φοιτητής της ιατρικής και γιατρός στη συνέχεια, από το 1982 ως το 1996. Ο γιατρός έγραφε με θαυμάσιο γραφικό χαρακτήρα, σε χαρτί άριστης ποιότητας, με στυλό μελάνης ή λεπτό μαύρο μαρκαδόρο.

Πέρασαν μερικοί μήνες και εξακολουθούσα να έχω τα γράμματα. Τότε μου ήρθε μια καινούρια ιδέα: έβαλα σε αρκετές εφημερίδες αγγελία αναζήτησης του Κίμωνα, για να επιστρέψω τουλάχιστον σε αυτόν τα γράμματά του. Πράγματι, πήρα απάντηση, αλλά όχι από εσάς τον ίδιον, αγαπητέ ιατρέ. Μου τηλεφώνησε και στη συνέχεια ήρθε να με συναντήσει ένας φίλος σας δικηγόρος, ο Θεύδης. Έμαθα πως είστε έξω, με τους «γιατρούς χωρίς σύνορα» και προβλέπεται ότι θα επιστρέψετε σε ένα μήνα περίπου. Προτίμησα να μην δώσω τα γράμματά σας στον Θεύδη, αν και μου φάνηκε ιδιαιτέρως συμπαθής, αλλά να περιμένω την επιστροφή σας στο κλεινόν άστυ.

Ως τότε, μαζί με το σύντομο ηλεκτρονικό μου μήνυμα, δεχθείτε τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου.