Πέμπτη, Απριλίου 27, 2006

Ο καταυλισμός του νερού

(Ιούνιος 2003)

Τα ματάκια σου αδερφούλα
Μου ραγίζουν την καρδούλα.

Μάρκος Βαμβακάρης



Εκείνες τις μέρες βρισκόμουν στου διαόλου τη μάννα. Όχι με τα κριτήρια του Ευρωπαίου, που δεν ξέρει ούτε καν πούθε πέφτει το Μαλάουι, αλλά και με τα δεδομένα της περιοχής. Όπως βλέπουμε το χάρτη, τέρμα προς βορράν, σχεδόν στο τριεθνές Ζάμπιας, Τανζανίας και Μαλάουι. Εκεί, στις πηγές του ελάσσονος ποταμού Ν΄κε, δέκα λεπτά με το τζιπ από την πόλη Χαρίρε και το Κέντρο Υγείας της είναι στημένος έξι χρόνια τώρα ο Καταυλισμός του Νερού, όπως τον λένε οι ντόπιοι, ο Καταυλισμός της Σκνίπας όπως τον αποκαλεί η Σοφί. Τους τελευταίους έντεκα μήνες είμαι επικεφαλής του καταυλισμού, διοικητικός και οικονομικός υπεύθυνος, θεράπων παιδίατρος μιας περιοχής εκατόν είκοσι χιλιάδων κατοίκων, υπόλογος για τα αισθηματικά και όλα τα υπόλοιπα της ειδικευόμενης Σοφί, εμψυχωτής των δύο γενικών ιατρών, του Γάλλου Ζυλ και του Γερμανού Τόμας, απόλυτος άρχων για τους δύο πολύτιμους Γάλλους της αποστολής (νοσηλευτή και τεχνικό) για το εξαμελές ντόπιο προσωπικό (μάγειρας, οδηγός, βοηθός τεχνικός, τρεις μαθητευόμενες νοσηλεύτριες) και για τους ευάριθμους ντόπιους «εθελοντές» περιορισμένου χρόνου και καθηκόντων.

Ο καταυλισμός στήθηκε στις πηγές του ποταμού, καθώς οι Γάλλοι εθελοντές, αφού ταλαιπωρήθηκαν για μεγάλο διάστημα και αποκάηκαν, αποφάσισαν να αποκτήσουν αυτάρκεια στον βασικότερο πόρο ζωής, όσο αυτός παραμένει ακόμα αμόλυντος και μακριά από τον έλεγχο των τοπικών κοτζαμπάσηδων και κατσαπλιάδων. Έτσι, αφού εξασφάλισαν τη σχετική άδεια από τις αρχές της πρωτεύουσας, μάντρωσαν σχεδόν τις πηγές του ποταμού, αφού έφτιαξαν πεντακόσια μέτρα παρακάτω κάμποσες ποτίστρες για το πότισμα των κοπαδιών. Οι ποτίστρες αυτές ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν διότι έκαστος μαύρος τσέλιγκας εξακολουθεί να ποτίζει τα ζώα του, όπου βρίσκει εύκαιρη την κοίτη του Ν΄Κε, αδιαφορώντας για τη λασπουριά και την βρώμα που αφήνουν πίσω τους τα ζωντανά.

Ο πρώτος στόχος της αποστολής μας, όπως και όσων προηγήθηκαν, είναι η αντιμετώπιση του AIDS, τα ποσοστά εξάπλωσης του οποίου κυμαίνονται σε τραγικά επίπεδα. Η αποστολή έχει να υπερπηδήσει σχεδόν ανυπέρβλητα εμπόδια από τη μίξη της κουλτούρας των εντοπίων και εκείνης των ιεραποστόλων χριστιανών. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες αυτής της δύσκολης προσπάθειας δεν ενδιαφέρουν την αφήγησή μας.

Ο Καταυλισμός του Νερού έχει αρκετά κτίρια - από τσιμεντόλιθους, ελενίτ και καλαμένιες επενδύσεις. Ιατρεία και μικροβιολογικό εργαστήριο, ένα μικρό αναρρωτήριο, αποθήκες, μαγειρείο - εστιατόριο, καταλύματα. Αντιστρόφως του ρεύματος του Ν΄Κε, αριστερά, σε επαφή με έναν πανύψηλο βράχο βρίσκεται το κατάλυμα του αρχηγού (και της Σοφί) μαζί και κέντρο διοίκησης του καταυλισμού. Κάθε βράδυ περί τις δέκα έρχεται και το έτερον ζεύγος, ο Ζυλ και ο Τόμας. Ο νοσηλευτής και ο τεχνικός φεύγουν συνήθως για την Χαρίρε, όπου περνούν τη βραδιά τους με τις αμερικάνες μιας χριστιανικής αποστολής, πίνοντας τσάι ή κόκα κόλα. (Τις ντόπιες ούτε που διανοούνται να τις ζυγώσουν, με τέτοια ποσοστά οροθετικών που έχει η περιοχή).

Ένας από τους τέσσερις γιατρούς κάθεται στο γραφείο μου, όπου ο υπολογιστής - και λαμβάνει ή στέλνει το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο ή σερφάρει στο Διαδίκτυο. Οι υπόλοιποι τρεις αξιοποιούν τα πλούσια αποθέματα τζιν με τόνικ, με ήσυχη κουβεντούλα. Ο Ζυλ κι εγώ είμαστε γερά ποτήρια. Ο Τόμας και η Σοφί ερασιτέχνες. Ωστόσο, το ζητούμενο αυτής της ώρας είναι η παρέα και η χαλάρωση, μετά από μια συνήθως δύσκολη μέρα, γεμάτη εμβόλια, εξετάσεις, μαθήματα στους «εθελοντές» ντόπιους περί προφυλακτικών, επαφές με Μαλαουινούς, με Ευρωπαίους εθελοντές σε γειτονικές περιοχές και Αμερικανούς ιεραποστόλους (οι δυσκολότερες όλων). Οι τρεις νεαροί γιατροί, μετά από τρεις και τέσσερις μήνες στον καταυλισμό έχουν κουραστεί αρκετά, τους έχει μπαφιάσει η καθημερινή ρουτίνα σε συνδυασμό με τα πενιχρά αποτελέσματα της προσπάθειας και νοσταλγούν τα θέλγητρα της Ευρώπης. Συγκρατούνται και δεν μου ζητούν το εισιτήριο της επιστροφής, από μένα και τον έρωτα. Δηλαδή η Σοφί μένει επειδή μένω εγώ, ο Τόμας επειδή επιμένει ο Ζυλ και ο Ζυλ επειδή είναι ιδεολόγος, περισσότερο ενθουσιώδης αλλά και πιο ανθεκτικός, κυρίως όμως επειδή καταφέρνω να τον στηρίζω στις απογοητεύσεις και να τον εμπνέω, αλλά και να τον δελεάζω με τα επιδημιολογικά και ερευνητικά προγράμματα και τις δημοσιεύσεις που έχουμε σε εξέλιξη.

Είμαι πια βετεράνος σε τέτοιου είδους αποστολές, έχω βρεθεί σε διάφορες χώρες τριών ηπείρων. Ωστόσο είναι η πρώτη φορά που έχω εγώ την ηγετική ευθύνη και η πρώτη φορά που έχω ήδη κλείσει έντεκα συνεχόμενους μήνες σε μια αποστολή. Υπολογίζω να μείνω τουλάχιστον έξι μήνες ακόμα. Τον Μάιο θα άρχιζα ένα καινούριο μεταπτυχιακό στο Παρίσι, αλλά το ανέβαλα για το Νοέμβριο, αξιοποιώντας τις διασυνδέσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, αλλά και το προσωπικό μου κύρος. «Γνωρίζετε ασφαλώς ότι ικανοποιούμε μόνο το 10% των αιτήσεων συμμετοχής και είμαστε απολύτως αυστηροί στις διαδικασίες, αλλά για σας θα κάνουμε μια μοναδική εξαίρεση» έγραφε αυτοπροσώπως στον υπολογιστή ο υπεύθυνος του μεταπτυχιακού, καθηγητής της παιδιατρικής, φέρων ύφος τουλάχιστον εκατό καρδιναλίων, όταν δεν απευθυνόταν σε αρχαιοτέρους του καθηγητές. «Οι δημοσιεύσεις σας, αλλά και το σύνολο του βιογραφικού σας, μας πείθουν ότι αξίζετε αυτήν την ειδική μεταχείριση…»

Πιστεύω ότι οι αποστολές ματαιοπονούν όταν ο χρόνος συμμετοχής των γιατρών είναι περιορισμένος. Όταν έφτασα στο Μαλάουι ήδη ο Καταυλισμός του Νερού υπολειτουργούσε για τρεις μήνες, μετά την αποχώρηση σχεδόν όλων των Ευρωπαίων της προηγούμενης ομάδας. Τότε είχε μείνει μόνο ο Γάλλος νοσηλευτής Αρκάντ, σκληροπυρηνικός αριστεριστής κατά τα τέλη της όγδοης δεκαετίας του εικοστού αιώνα. Λεγόταν γι’ αυτόν ότι παραλίγο να κάψει τη Λυών εκτός τόπου και χρόνου, αλλά απέδειξε πως διέθετε αστείρευτες δυνάμεις και στον Καταυλισμό του Νερού. Ήταν ο άνθρωπος με τον οποίον είχα την ευκαιρία να συζητώ για πολιτική και ιστορία. Ατυχώς, ό,τι είχε να κάνει με άλλα ενδιαφέροντα θέματα, τον άφηνε παγερά αδιάφορο. Ο Αρκάδιος, λοιπόν, με συμπάθησε αμέσως, διαπίστωσε τις ηγετικές μου ικανότητες και έγινε εξαρχής το δεξί μου χέρι. Ωστόσο σπάνια συμμετείχε στην βραδινή παρέα των γιατρών, γιατί όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει, το ζευγάρι Ζυλ και Τόμας του γύριζε τ’ άντερα.

Κάθε πρωί, λίγη ώρα πριν φέξει, με περίμενε έξω από το κατάλυμά του, με δυο ζεστούς καφέδες στα χέρια. Αφού τους πίναμε σιωπηλοί, κάναμε για λίγα λεπτά διατατικές ασκήσεις και μόλις έβγαινε ο ήλιος ξεκινούσαμε το πρωινό μας τρέξιμο, κατά μήκος του ποταμού. Μια ώρα αργότερα είχαμε επιστρέψει στις πηγές, μπαίναμε για λίγο κάτω από τον μικρό καταρράχτη, ντυνόμαστε με ρούχα που υπήρχαν στο τζιπ και τραβούσαμε στα μαγειρεία για πρωινό. Τρώγοντας είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε, μέχρι να εμφανισθούν αγουροξυπνημένοι οι υπόλοιποι και να ανακεφαλαιώσουμε το πρόγραμμα της ημέρας.

Χαμογελούσα πολλές φορές με τον απόλυτο τρόπο σκέψης του παλιού μαοϊκού - και νυν παθιασμένου με την υπόθεση του Τρίτου Κόσμου Αρκάδιου, αλλά δεν μπορούσε να μην του αναγνωρίσω πως είχε καταφέρει να χτίσει ένα λιτό μεν, αλλά στέρεο οικοδόμημα κοσμοαντίληψης. Είχε οδηγήσει τον αντικαπιταλισμό του σε πλήρη αντίθεση με αυτό που ονόμαζε μαζοποιημένο τρόπο ζωής και, το σημαντικότερο, ζούσε σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του δουλεύοντας χρόνια τώρα για τις εθελοντικές οργανώσεις στην Υποσαχάρια Αφρική. Έπινε λίγο, δεν κάπνιζε, ήταν κατά βάση χορτοφάγος, είχε ατσαλένια υγεία και νεύρα. «Αν χαμογελούσε καμιά φορά, θα ήταν καλύτερα», σκεφτόμουν, «αλλά κι έτσι, μια χαρά είναι…». Εννοείται ότι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι τον αντιμετώπιζαν επιφυλακτικά, αν και αναγνώριζαν όλοι τον υψηλό επαγγελματισμό του: Ό,τι αναλάμβανε θα ήταν ολοκληρωμένο στην ώρα του και επιπλέον αποτελούσε γι’ αυτούς την σανίδα της σωτηρίας όταν πελάγωναν, δηλαδή κάθε τρεις και λίγο.

Ο Ζεράρ, τεχνικός της αποστολής, ήταν πατριώτης του Αρκάδιου, αρκετά χρόνια νεότερος, εύστροφος και ικανός με τα παντός είδους μηχανήματα, αλλά περισσότερο τυχοδιώκτης παρά ιδεολόγος. Είχε έλθει πριν πέντε μήνες στο Μαλάουι, του έμενε ένας ακόμα για να επιστρέψει στη Γαλλία και είχε δηλώσει ευθαρσώς στον Αρκάδιο πως θα του ‘στριβε, αν είχε μπροστά του άλλους έξι μήνες χωρίς «κανονικές» γυναίκες, χωρίς μπαράκια, χωρίς γήπεδο, χωρίς τη Γαλλία με λίγα λόγια. Συνεπώς, τώρα που θα ερχόταν ο καινούριος τεχνικός, θα τον κατατόπιζε καλά καλά και θα αποχωρούσε. «Είναι πράγματι σημαντική εμπειρία, αλλά για μια φορά…» κατέληγε, αποκαρδιωμένος με τα αποτελέσματα της γαλατικής του γοητείας στις Αμερικάνες θεούσες της Χαρίρε.


* * *

«Χαίρε. Σου στέλνω μήνυμα εκτάκτως, γιατί έχω σοβαρά νέα: Η Καλυψώ είναι στην Αθήνα και, δυστυχώς είναι πολύ άρρωστη. Δεν κατάλαβα ακριβώς την πάθηση, αλλά είναι κάτι με το συκώτι και έχει προγραμματιστεί χειρουργείο σε έξι μέρες, στις 17 Ιουνίου. Χθες πήγα την Αγαύη στον Ευαγγελισμό για κάποιο πρόβλημα με το έντερο και, ξαφνικά, σήμερα το μεσημέρι έπεσα πάνω της, δηλαδή αυτή με φώναξε καθώς περνούσα έξω από το δωμάτιό της. Εμφανισιακά είναι καλά, αλλά αδυνατισμένη, ψυχολογικά είναι χάλια. Κουβεντιάσαμε αρκετά, ρωτούσε για σένα, που βρίσκεσαι… Έκλαιγε. “Αχ, να ήταν εδώ…” είπε δυο - τρεις φορές. Της είπα ότι μπορώ να σε ειδοποιήσω, αλλά αντέδρασε, με έβαλε μάλιστα να της ορκιστώ ότι δεν θα το κάνω. Απ΄ ό,τι κατάλαβα δεν έχει κανέναν δικό της, είναι μόνη. Αναστατώθηκα τόσο πολύ, που σχεδόν ξέχασα το πρόβλημα της γυναίκας μου (δεν είναι τίποτα σοβαρό). Μόλις γύρισα σπίτι κάθισα αμέσως στο υπολογιστή να σου γράψω. Φίλε μου αγαπημένε, ο Θεός μαζί σου, κάνε ό,τι νομίζεις καλύτερο! Θεύδης»

* * *

Η ψυχή μου ξεκόλλησε μεμιάς από την Αφρική, διέσχισε στεριές και θάλασσες και βρέθηκε στην Αθήνα, στο νοσοκομείο, στο δωμάτιο της Καλυψώς. Στο μεταξύ βρισκόμουν ακόμα στον Καταυλισμό του Νερού, μπροστά στον υπολογιστή, οι συνάδελφοί μου ήταν ξαπλωμένοι έξω στη δροσερή νύχτα, διέκρινα αμυδρά τις σκιές τους στο σκοτάδι. Η Σοφί, η αγάπη μου τα τελευταία τρία χρόνια, η νεαρή γιατρίνα που με κοιτούσε στα μάτια και ήρθε στο Μαλάουι για χάρη μου, η γυναίκα που με κοιτούσε στα μάτια ερωτευμένη, που με πίστευε και με θαύμαζε. Ο Ζυλ, ο Τόμας, ο Αρκάδιος, ο Ζεράρ… Όλοι θα πελάγωναν αύριο το πρωί κιόλας, αν έφευγα.

Οργάνωσα την αναχώρησή μου σε λιγότερο από δέκα λεπτά: Έσβησα το γράμμα του Θεύδη από τον υπολογιστή, του έστειλα άλλο στην Αθήνα ότι φεύγω αμέσως (και στη συνέχεια το εξαφάνισα κι αυτό), ετοίμασα μια τσάντα με τα απολύτως απαραίτητα και βγήκα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Ανακοίνωσα στους άλλους ότι φεύγω αμέσως για Αθήνα, επειδή είναι βαριά άρρωστη η μητέρα μου, θα τους ειδοποιήσω μόλις φτάσω, θα επιστρέψω το συντομότερο δυνατόν. Έκοψα τη φόρα της Σοφί που αμέσως δήλωσε πως θα φύγει μαζί μου, φώναξα τον Αρκάδιο να με συνοδεύσει, για να γυρίσει το τζιπ στον καταυλισμό και έφυγα.

* * *

Από το καινούριο αεροδρόμιο πήρα ταξί κατ’ ευθείαν για το νοσοκομείο. Όταν έφτασα, καθυστέρησα μονάχα όσο για ν’ αγοράσω ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα. Ήξερα που ήταν, έκτος όροφος, δωμάτιο 603. Διέσχισα τους διαδρόμους και βρέθηκα έξω από την κλειστή πόρτα. Χτύπησα αλλά δεν πήρα απάντηση. Άνοιξα και μπήκα.

Η Καλυψώ κοιμόταν. Το κεφάλι της έγερνε αριστερά, ήταν ελαφρά μακιγιαρισμένη, όμορφη όπως πάντα, η αναπνοή της ήρεμη. Κάθισα σε μια καρέκλα στο πλάι του κρεβατιού. Την κοίταζα και τα μάτια μου θόλωναν. Είχα πέντε χρόνια να τη συναντήσω. Μάζεψα το κουράγιο μου και ζήτησα από το συνάδελφο επιμελητή που πέρασε να με ενημερώσει. Δεν υπήρχε κανένα περιθώριο, ήταν θέμα λίγων εβδομάδων. Όταν έφυγαν ο γιατρός και η νοσηλεύτρια, για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μου ξέσπασα σε γοερό κλάμα, το οποίο δε με ανακούφισε καθόλου. Μια πλάκα στάθηκε πάνω στο στήθος μου κι έμεινε εκεί για πολύ καιρό.

Είχε σουρουπώσει όταν ξύπνησε. Νόμισε ότι έβλεπε όνειρο, έκλεισε τα μάτια. Τα άνοιξε πάλι και ανασηκώθηκε αναστατωμένη. «Όχι υστερίες…» είπα, χαμογελώντας όπως μπόρεσα. Αγκαλιαστήκαμε και ένοιωθα το κορμί της να τραντάζεται από τους λυγμούς. Ευτυχώς, είχα πια ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία μου.

* * *

Ο Θεύδης είχε δει λάθος, η αρρώστια την είχε καταβάλει και σωματικά. Ήξερε την αλήθεια – και την αντιμετώπιζε με ψυχραιμία. «Καλύτερα έτσι… Σε λίγα χρόνια θα πενηντάριζα, πως θα άντεχα τον εαυτό μου γριά;» Γελούσε, σαν να είχε ειπωθεί ένα πετυχημένο αστείο. «Δεν είμαι απολύτως έτοιμη…» ψιθύρισε στο κυλικείο του νοσοκομείου που κατεβήκαμε για καφέ, τη δεύτερη μέρα από τον ερχομό μου, δυο μέρες πριν το χειρουργείο «αλλά τώρα που σε ξαναείδα όλα είναι πιο εύκολα…». Δε ζήτησα να μου εξηγήσει τι εννοούσε, δεν είχα το κουράγιο.

Στις τρεις το πρωί χτύπησε το κινητό μου, ήταν η Άρτεμις. «Έφυγε» είπε κλαίγοντας «κανείς δεν την είχε καταλάβει, που τα βρήκε τόσα χάπια…»


* * *

Τέσσερις μέρες μετά, πήρα πάλι το πρώτο από τα αεροπλάνα της επιστροφής στον Καταυλισμό του Νερού.


ΤΕΛΟΣ

6 Comments:

At 2:29 π.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

...τα ήσυχα βράδια θα περνά φωτισμένο της ζωής μου το τραίνο που θα'σαι μέσα και συ...και δε θα σου λείπω γιατί θα΄ναι η φωνή μου το τραγούδι της ερήμου που θα σ'ακόλουθει...ακόμα κι αν φύγεις...


Δηιάνειρα

 
At 8:23 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

περιμένοντας την δική μου Καλυψώ...

 
At 1:50 π.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

Looking for information and found it at this great site... » »

 
At 1:42 π.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

You have an outstanding good and well structured site. I enjoyed browsing through it » »

 
At 2:28 π.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

This is very interesting site... » »

 
At 1:00 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

OTI NA NAI...

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home