Σάββατο, Απριλίου 15, 2006

Ο δικηγόρος είναι ο πιο καλός μου φίλος

(Σεπτέμβριος 1999)

Τα έχουμε όλα και μας έχουν.
Είμαστε από ύλη κι ασήκωτο φτερό,
τα κόκαλά μας από θάλασσα κι ασβέστη.

Γιώργος Θέμελης


«Η ιστορία έχει ως εξής: Εδώ και τρία χρόνια, από το 96 και μετά, δουλεύοντας για τους “Γιατρούς του Κόσμου”, αναζητώ χορηγίες φαρμάκων και υγειονομικού υλικού. Μια μεγάλη πηγή είναι οι φαρμακευτικές εταιρείες, η σημαντικότερη όμως, τουλάχιστον για μένα, είναι τα φαρμακεία των νοσοκομείων. Κληρονόμησα ορισμένες επαφές σε νοσοκομεία της Αθήνας και της επαρχίας και καλλιέργησα ο ίδιος πολλές καινούριες. Όταν επιδιώκω συγκέντρωση υλικού για μια αποστολή, με αναλογικό και σύμμετρο τρόπο επισκέπτομαι τους εκάστοτε προέδρους των νοσοκομείων, παίρνω το πράσινο φως και κατεβαίνω στην αποθήκη, μαζί με τον φαρμακοποιό και τρεις - τέσσερις εθελοντές, που αναλαμβάνουν τη συσκευασία, τη φόρτωση στα αυτοκίνητα και την περαιτέρω μεταφορά προς το σημείο συγκέντρωσης»

»Στο συγκεκριμένο νοσοκομείο έχω πάει, από το 97 μέχρι πρόσφατα, έξι φορές για συλλογή υλικού και πράγματι, έχω σηκώσει μεγάλες ποσότητες. Ο λόγος είναι ότι ο πρόεδρος του νοσοκομείου, ο Βελισάριος, είναι παλιός μου γνωστός από τα φοιτητικά χρόνια, λίγο πιο μεγάλος από μένα, κάναμε κάποτε παρέα, παίξαμε χαρτί, μαλώσαμε για τα πολιτικά. Ο Βελισάριος ήταν επαρχιώτης Πασόκος, με μετριότατη ιδεολογική υποδομή, αλλά ισχυρά πολιτικά χαρακτηριστικά: Ακράδαντη νομιμοφροσύνη στο κόμμα και τον Ανδρέα, σφοδρή αντιδεξιά ρητορική, συνεπής παρουσία στην οργάνωση του ΠΑΣΟΚ, ακούραστη δουλειά στις εκλογές. Με τόσα προσόντα δεν ήταν δυνατόν να πάει χαμένος: διατέλεσε γραμματέας νομαρχιακής επιτροπής, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και επί Σημίτη διορισμένο κομματικό στέλεχος στη διοίκηση νοσοκομείων. Ήδη είναι πρόεδρος στο συγκεκριμένο από το 94, μόλις ξαναπήρε το ΠΑΣΟΚ την κυβέρνηση, μάλιστα θεωρείται από τους δυναμικούς και επιτυχημένους στον τομέα του, αν και αυτό πρέπει μάλλον να το ακούμε βερεσέ. Τέλος πάντων, υπήρξε ακραιφνής σημιτικός ακόμα και πριν την ανάδειξη του Σημίτη στην πρωθυπουργία και αυτό ανέβασε θεαματικά τις μετοχές του, εξ ου και η εκλογή του στην Κεντρική Επιτροπή»

»Όσες φορές πήγαινα στο γραφείο του με υποδεχόταν με τον πλέον φιλικό και τιμητικό τρόπο. Κυριολεκτικά παρατούσε ό,τι έκανε για να μιλήσουμε, να πιούμε καφέ, να συζητήσουμε πολιτικά. Ατυχώς, η συγκρότησή του παρέμεινε πρωτόγονη, μάλλον χειροτέρεψε, αλλά, επειδή πήγαινα γυρεύοντας, δεν είχα την πολυτέλεια να τον ξεφωνίσω, συνεπώς δεν μπορούσα παρά να υφίσταμαι καρτερικά τις πομφολυγώδεις αναλύσεις του, χωρίς να τον αντικρούω - κλείνει η παρένθεση. Καθόμαστε λοιπόν, μου έκανε την καθιερωμένη του διάλεξη και, τέλος, καλούσε τον υπεύθυνο του φαρμακείου, τον Κασσιόδωρο και του έλεγε μεγαλοπρεπώς: "Ο γιατρός να πάρει ό,τι θέλει από την αποθήκη! Στέλνουμε αποστολή στη Ζάμπια - ή στην Παλαιστίνη ή στην Αρμενία, δεν θέλω τσιγγουνιές, πρέπει να εκπληρώνουμε το ανθρωπιστικό μας καθήκον!". Σημείωσε ότι ο Κασσιόδωρος δεν ήταν διευθυντής του φαρμακείου, αυτός ήταν ο Δαρείος, άλλος μεσαίος Πασόκος, τον οποίον δεν είδα ποτέ και σύμφωνα με τον Κασσιόδωρο δεν πατούσε το πόδι του στο νοσοκομείο συχνότερα από μια φορά το τρίμηνο, εκτός αν είχε να διεκπεραιώσει κάποιο έκτακτο ρουσφέτι, που δεν βολευόταν τηλεφωνικά. Το φαρμακείο το διεύθυνε ο Κασσιόδωρος, έχοντας τέσσερα άτομα προσωπικό. Δεν χώνευε τον Βελισάριο, ούτε τον Δαρείο, γιατί εκτός από υφιστάμενος και πραγματικά εργαζόμενος είναι και δεξιός. Πρέπει να τονίσω ότι φαινόταν συνεπής στη δουλειά του και απέναντί μου ήταν πάντα ευγενής και εξυπηρετικός»

»Την τελευταία φορά που τον επισκέφτηκα, πριν δυο μήνες, ο Βελισάριος ήταν κάπως ανήσυχος και για πρώτη φορά αρνήθηκε χορήγηση υλικού. Μου εξήγησε ότι στο φαρμακείο γίνεται κάποιος έλεγχος ρουτίνας, αλλά σε λίγες βδομάδες θα είναι πάλι στη διάθεσή μου. Δεν έβαλα κακό στο μυαλό μου, ήπιαμε τον καφέ μας και έφυγα. Προχθές, ξαφνικά, μου ήρθε κλήση από τον εισαγγελέα και όταν πήγα στο γραφείο του έπεσα από τα σύννεφα: Ο έλεγχος έδειξε ότι το φαρμακείο έχει λογιστικό έλλειμμα άνω των τριανταπέντε δισεκατομμυρίων δραχμών, που σημαίνει ότι κάποιοι βούτηξαν τα αντίστοιχα φάρμακα και υλικά. Ο Βελισάριος, ο Δαρείος, ο Κασσιόδωρος και δυο κυρίες του φαρμακείου έχουν ήδη τεθεί σε διαθεσιμότητα από το Υπουργείο και εκκρεμεί δικαστική δίωξη εις βάρος τους. Το θέμα είναι ότι ο παλιός μου φίλος προσπαθεί να δικαιολογήσει το έλλειμμα ή μέρος του, εις βάρος μου: Ισχυρίζεται ότι με δόλο αφαιρούσα μεγάλες ποσότητες φαρμακευτικού και άλλου υλικού, δήθεν για ανθρωπιστικούς λόγους, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που μου είχε και την εκτίμησή του στις μη κυβερνητικές οργανώσεις και το έργο τους. Απ΄ ό,τι κατάλαβα, ο εισαγγελέας δεν πίστεψε λέξη, αλλά το παραμύθι αυτό το επαναλαμβάνουν οι δυο κυρίες του φαρμακείου, προφανώς δασκαλεμένες απ΄ αυτόν. Ο Κασσιόδωρος παίρνει αποστάσεις, λέει ότι δεν υπέπεσε τέτοιο πράγμα στην αντίληψή του, αλλά δεν μπορεί κιόλας να εγγυηθεί ότι δεν υπεξαιρούσα υλικό. Σημείωσε ότι ρίχνει τις ευθύνες στους Βελισάριο - Δαρείο και εμφανίζει τον εαυτό του ως θύμα. Ο Δαρείος ισχυρίζεται ότι δεν έχει ιδέα για τίποτα, αυτός ευρίσκετο νυχθημερόν παρά τω κυρίω Υπουργώ, τον Αστυδάμαντα, ξέρεις. Φυσικά όλα θα ήταν πιο απλά αν ο εκσυγχρονιστής Βελισάριος είχε φροντίσει να λειτουργεί η μηχανοργάνωση στο φαρμακείο του νοσοκομείου του, αλλά θέλεις σκόπιμα, θέλεις γιατί η ανικανότητα είναι ενδημικό φαινόμενο στις κομματικές διοικήσεις, αυτό δεν έγινε ποτέ, με αποτέλεσμα να επικρατεί στην αποθήκη αυτό που γενικώς χαρακτηρίζει τις δημόσιες υπηρεσίες: Το απόλυτο μπάχαλο! Σε λίγες μέρες θα πάρω επίσημη κλήση, ως μάρτυρας, και φυσικά έσπευσα σε σένα, με τη σύμφωνη γνώμη του Θεύδη, διότι προφανώς χρειάζομαι τη βοήθεια που μπορεί να μου προσφέρει το ένδοξο όνομά σου»

Ο Κριτίας με άκουγε όλη την ώρα χωρίς να διακόψει, κρατούσε σημειώσεις και κουνούσε επαγγελματικά το ευμέγεθες κεφάλι του.

«Τι αξίας ήταν το υλικό που πήρες από το φαρμακείο;»

Απάντησα αμέσως ότι, συνολικά, ήταν κάτι λιγότερο από εξήντα εκατομμύρια δραχμές, με μέγιστο πιθανό λάθος στους υπολογισμούς μου όχι περισσότερο από 1%. Ο Κριτίας έβαλε τα γέλια.

«Βρε τους αφιλότιμους!, προσπαθούν να καλύψουν τρύπα 35 δις με υλικό 60 εκατομμυρίων; Γι’ αυτό ο ανακριτής δεν τσίμπησε… Δεν μου είπες όμως, τι παραστατικά διαθέτεις ότι σήκωσες 60 εκατομμύρια και δεν βούτηξες 60 δις;»

Του εξήγησα τον απλό μηχανισμό που ακολουθούσα πάντοτε.

«Επειδή κάθε φορά θέλω σχεδόν τα ίδια πράγματα, έχω φτιάξει τυποποιημένες φόρμες και συμπληρώνω σ΄ αυτές την ποσότητα των συγκεκριμένων υλικών που παίρνω. Σε διπλανή στήλη συμπληρώνω αργότερα την εμπορική αξία των υλικών και έτσι ξέρω με ακρίβεια τι πήρα και από ποιους και πόσο κοστίζει. Τις φόρμες αυτές τις υπογράφει πάντοτε κάποιος από το φαρμακείο, εν προκειμένω τρεις φορές ο Κασσιόδωρος και τρεις φορές μια από τις κυρίες, εγώ και όλοι οι εθελοντές που με βοηθούν στην παραλαβή και διακίνηση του υλικού. Αν βέβαια δούλευε η μηχανοργάνωση, όλο αυτό θα υπήρχε καταγραμμένο επίσημα και αναμφισβήτητα, αλλά τα νοσοκομεία μας δεν έχουν ξεπεράσει ακόμα το θρυλικό μπακαλοτέφτερο…»

Ο Κριτίας ανασήκωσε το δεξί του φρύδι.

«Να υποθέσω ότι έχεις μαζί σου όλες τις φόρμες παραλαβής υλικού;»

Ανέσυρα από την τσάντα μου ένα διάφανο δίφυλλο και του το έδωσα. Το ακούμπησε στην άκρη και ρώτησε:

«Οι στόχοι σου, ποιοι είναι;»

Ήταν, πρώτον η άνευ όρων απαλλαγή από κάθε ευθύνη και δεύτερον η αγωγή κατά του Βελισάριου, για συκοφαντική δυσφήμηση.

«Ο πρώτος πες πως έγινε, είπε ο Κριτίας, φαίνεται πολύ απλό… Τον δεύτερο δεν σου τον συνιστώ»

Ρώτησα με το βλέμμα "γιατί".

«Διότι παραβιάζεις την ύψιστη δικονομική αρχή "ου μπλέξεις"… Τον ξέρω τον Βελισάριο, πολύ καλά μάλιστα. Παίχτης… Όχι στο χρηματιστήριο, όπως κάθε σοβαρός εκσυγχρονιστής, αυτός είναι κανονικός παίχτης, σε όλα τα καζίνο της επικράτειας…»

* * *

Η στάθμη του δεκαοχτάχρονου Bushmills malt κατέβαινε γοργά. Το λαμπερό κρανίο του Κριτία και η ευμεγέθης μύτη του στολιζόντουσαν συνεχώς με φρέσκα σταγονίδια ιδρώτα. Ο Θεύδης – ίσως για πρώτη φορά στα χρονικά – έπινε σιωπηλός. Κι εγώ ένοιωθα μια γλυκιά ζέστη να με κυκλώνει πειστικά και να με χαλαρώνει. Ο Κριτίας πίεσε ένα κουμπί κρυμμένο από τις στοίβες τους φακέλους πάνω στο δρύινο γραφείο του και η γραμματέας του εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας.

«Ιόλη! Πετάξου απέναντι και πάρε τρία μπουκάλια απ’ αυτό… Μερικά μπουκάλια παγωμένο Perie… και ξηρούς καρπούς»

Έστρεψε το βλέμμα του προς τον Θεύδη, ώστε η Ιόλη να μη μπορέσει να πει λέξη, ούτε να διασταυρωθούν τα βλέμματά τους, πριν βγει από το γραφείο.

«Εσύ αδελφέ, συνάδελφε, σύντροφε, έχεις σκεφτεί ποτέ το θάνατο, δηλαδή το χρόνο και τον τρόπο του θανάτου;»

Ο Θεύδης κόντεψε να πνιγεί με ξανθό ουίσκι. Κατάπιε όπως όπως τη γουλιά του και χτύπησε τρεις φορές το δάχτυλο στο γραφείο.

«Ξορκισμένο το κακό… Πως σου ‘ρθε, βουλευτής άνθρωπος;»

Φαινόταν πως ο Κριτίας ήθελε να μιλήσει για κάτι προσωπικό, απελευθερωμένος - από τη δραστική επίδραση του αλκοόλ.

«Ψυχραιμία… Το έχω σκηνοθετήσει τόσες φορές στη φαντασία μου… Θέλετε να το ακούσετε;»

Έγνεψα καταφατικά. Ο Θεύδης τον ατένιζε δύσπιστα. Ο Κριτίας μοίρασε σοσιαλιστικά Cohibas. Ακολούθησε η τελετή του αποκεφαλισμού τους στην γκιλοτίνα και ανάψαμε. Η περιέργειά μας είχε εξαφθεί. Ο Κριτίας, έμπειρος κοινοβουλευτικός άνδρας και – θολή, για να λέμε την αλήθεια - ελπίδα της αριστεράς, απόλαυσε τις πρώτες ρουφηξιές, κέρασε την τελευταία ποσότητα στα κρύσταλλα, έγειρε πίσω στην πολυθρόνα του, γεύτηκε την ηδονή της αδημονίας του ακροατηρίου και ξεκίνησε με χαμηλή φωνή, σχεδόν ψιθυριστά.

«Τρεις με τέσσερις μήνες προετοιμασίας… Να ξαναδώ τους καίριους ανθρώπους που βρίσκονται ακόμα στη ζωή και τους πιο αξιαγάπητους τόπους… Λευκάδα, Ζάκυνθος, Κεφαλλονιά, Άγιον Όρος, Σαμοθράκη, Κρήτη, Μωριάς, Ρούμελη, Ήπειρος… Μόνος, μ’ ένα σακίδιο στην πλάτη, να παίρνω τα χειμωνιάτικα καράβια για το Αιγαίο και το Ιόνιο…»

«Τι μόνος;» πετάχτηκε ο Θεύδης. «Εσένα σε ξέρουν και οι πέτρες! Πως θα κυκλοφορήσεις ιγκόγνιτο;»

«Θεύδη, σκάσε! Κριτία καλά το ξεκίνησες, συνέχισε…»

«Τελευταίος αποχαιρετισμός στα χρώματα, τις μυρωδιές, στο φως, στις γεύσεις, στις γυναίκες… να ξαναδώ τόπους και ανθρώπους ενώ ταυτόχρονα θα ετοιμάζομαι για τη μεγάλη στιγμή… Να αναλογιστώ, να στοχαστώ, να περιγράψω μέσα μου τους σταθμούς της ζωής και της σκέψης μου… Όχι για να κάνω ιστορική αποτίμηση και αξιολόγηση, απλά να ξαναζήσω νοερά και εντατικά τα σημαντικά πράγματα που έζησα ή επεξεργάστηκα… Φαντάζομαι ένα δεύτερο ταξίδι παράλληλο με το πρώτο, εσωτερικό αυτό, όχι αποστασιοποιημένο, όχι ουδέτερο, αλλά ειλικρινές και ήρεμο… Μια βουτιά στους τρόπους που αναζήτησα ακούραστα επί σαράντα τόσα χρόνια την ευτυχία και την επιτυχία…»

Ακούστηκαν δυο απαλά χτυπήματα στην πόρτα και μπήκε η Ιόλη κουβαλώντας τις παραγγελίες του Κριτία. Έβγαλε από τις τσάντες τα μπουκάλια και ταχτοποίησε τα φουντούκια, τ’ αμύγδαλα, τα φυστίκια, τα ξερά σύκα και τους χουρμάδες - ό,τι καλύτερο βγάζει η ευλογημένη γη γύρω από την ανατολική Μεσόγειο. Όση ώρα χρειάστηκε, επικρατούσε σιωπή. «Μπορώ να…» είπε όταν τελείωσε. Ο Κριτίας της έγνεψε πως μπορούσε να φύγει. «Καλή σας νύχτα!» είπε η Ιόλη και αποχώρησε με ένα τρέμουλο στην άκρη των χειλιών.

«Γιατί την έδιωξες έτσι;» ρώτησε ο Θεύδης.

«Γιατί ένα από τα μελανά της σημεία είναι η αντιαλκοολική εκστρατεία που έχει αναλάβει εις βάρος μου, από τότε που το ζάχαρό μου προσέγγισε αριθμητικά τα ποσοστά του Συνασπισμού… Έπειτα, αν την προσκαλούσα να πιει μαζί μας, η ατμόσφαιρα θα άλλαζε δραματικά… Η παρουσία της γυναίκας αντενδείκνυται όταν οι άντρες συζητούν σοβαρά θέματα! Συμφωνείς, γιατρέ;»

«Συμφωνώ… αν και θα περίμενα από έναν βουλευτή της αριστεράς μια περισσότερο πολιτικά ορθή συμπεριφορά… Άλλωστε είναι προφανώς αφοσιωμένη, ίσως και ερωτευμένη…»

«Χμ, ναι, κατέχει υψηλή θέση στο χαρέμι… αύξων αριθμός πέντε, μάλλον τέσσερα, αλλά ας μην αποπροσανατολίσουμε τη συζήτηση με τις φαλλοκρατικές μου μικρότητες… Ολοκλήρωνα τα δυο χειμωνιάτικα ταξίδια, το αποχαιρετιστήριο του ταξιδιώτη και το εσωτερικό του πονεμένου ανθρώπου…»

«Μόνο ελληνικές επισκέψεις; Δεν θα βγεις καθόλου έξω;»

«Καλό θα ήταν, αλλά θα παραβιαστεί ο όρος του τριμήνου… Αν είναι να γυρίσω Κούβα, Νότιο Αμερική, Ισπανία, Γαλλία, Βόρεια Αφρική, Ρωσία κλπ τότε θα ξεχείλωνε πολύ…»

Είχαμε ριχτεί στους ξηρούς καρπούς και σβήναμε την αρμύρα με γενναίες γουλιές. Ο Θεύδης είχε μπει για τα καλά στην αφήγηση του Κριτία.

«Και ποιος θα είναι ο τελευταίος σταθμός, ο σταθμός - Αχέρων;»

«Έχω αγοράσει μια μεγάλη έκταση στη Μεσσηνιακή Μάνη, ένδοξο λάφυρο του Χρηματιστηρίου… Είναι μια συστοιχία λόφων που περικλείουν έναν ελάσσονα κολπίσκο που βλέπει στον μεγάλο Μεσσηνιακό κόλπο. Εκεί είναι ο τόπος, σ’ ένα ύψωμα που αγναντεύει ως τον άλλο κόλπο, το Λακωνικό - και όταν έχει ξαστεριά φαίνονται τα Κύθηρα, με λεπτομέρειες… Στην κορυφή υπάρχει ένα πλάτωμα αρκετά μεγάλο, διάσπαρτο από πέτρες και χαμηλούς θάμνους. Εκεί θα είναι χτισμένος ένας μεγάλος σωρός από ξύλα, πουρνάρια και σφενδάμια, αλλά και δάφνες, ασφάκες, αφάνες και ξερόκλαδα και θα με περιμένει… Θα περάσω την τελευταία νύχτα με κάποια από τις γυναίκες μου, δεν έχει σημασία ποια… Μπορεί να το κάνω, μπορεί και όχι, ανάλογα με τη διάθεση… Θα κοιμηθώ δυο – τρεις ώρες και κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα θα ξυπνήσω για να ετοιμαστώ. Θα φορέσω λευκό παντελόνι και πουκάμισο, θα ετοιμάσω μόνος μου τον τελευταίο εσπρέσσο, θα φάω δυο φέτες ψωμί με λάδι, ρίγανη, ελιές και κατσικίσιο τυρί… Θα πιω ένα μεγάλο ποτήρι κρασί απαγγέλλοντας νοερά το σύντομο και περιεκτικό αποχαιρετιστήριο μήνυμά μου - και θα βγω έξω… Θα περπατήσω με το φως των άστρων ως την κορυφή κι εκεί θα περιμένω την ανατολή… Θα ακούσω λίγη μουσική, μπορεί Μάλερ, μπορεί Μάιλς Ντέιβις, δεν αποκλείεται και δυο τρία τραγούδια, που να περιγράφουν τον άνθρωπο που ήθελα να είμαι και που δεν υπήρξα παρά περιστασιακά…»

«Ποια τραγούδια;»

«Α, δεν τα ‘χω διαλέξει ακόμα… Τα ματόκλαδά σου λάμπουν, είναι το αγαπημένο μου μιας ζωής… Αυτό, φτάνει… Μόλις ο ήλιος προβάλει θ’ ανέβω στον ξύλινο θρόνο της αποδημίας, θα περιχύσω γύρω καθαρό οινόπνευμα, θα πάρω καμιά δεκαριά γερά χάπια και θα περιμένω αγναντεύοντας… Μόλις νοιώσω ότι ζαλίζομαι, με τις τελευταίες δυνάμεις, θ’ ανάψω τη φωτιά… Οι φλόγες θα ξεπηδήσουν και θα με κρύψουν… Σε λίγα λεπτά όλα θα έχουν τελειώσει…»

Ο Θεύδης τίμησε το τέλος της αφηγήσεως αδειάζοντας μονορούφι το ποτήρι του. Του ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Όταν συνήλθε, έσπασε τη σιωπή.

«Γιατί να είσαι μόνος όταν θα ανεβαίνεις στα ξύλα; Δεν θα ήταν πιο υποβλητικό να παρίσταται η κατάλληλη συνοδεία;»

«Το σκέφτηκα… Αλλά δεν έχω παιδιά κι εγγόνια και δυστυχώς δεν έχω ούτε μαθητές… Αν πάλι θελήσω να με συνοδεύσουν οι γυναίκες μου, το έργο θα κινδυνέψει να μετατραπεί σε κακόγουστη φάρσα… Κάνω την υποχώρηση να περιοριστώ σε μία γυναικεία παρουσία, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί θα ήθελα να ζήσω ένσαρκο τον τελευταίο πειρασμό, να προσπαθεί να με κρατήσει στη ζωή, αγνοώντας τις προθέσεις μου…»

«Κι αν είναι μια ομάδα φίλοι;»

«Τι λες, γιατρέ μου… Αυτή η πράξη απαιτεί υψηλή πνευματική ενάργεια, ιλαρή σοβαρότητα, ακλόνητη αποφασιστικότητα, θάρρος… Φαντάζεσαι τον Θεύδη ν’ ανάβει την πυρά;»

«Αμέ! Θα την ανάψω και θα σε ψήσω σα μάγο του Μεσαίωνα… ή σαν ρέγγα στην αγορά του Μοδιάνο…»

«Μην εκτίθεσαι…»

«Μιλάω σοβαρά! Θα το θεωρήσω μεγάλη μου τιμή, γι’ αυτό σε παρακαλώ να με ειδοποιήσεις εγκαίρως! Άλλωστε κάποιος πρέπει μετά να συλλέξει τα οστά, να τα στουμπίσει για να γίνουν τέφρα, να γεμίσει ευλαβικά την ειδική τεφροδόχο, τη λήκυθο, πως τη λένε…»

«Πελίκη…» είπε ο Κριτίας, σηκώθηκε και βάδισε με αβέβαια βήματα προς την τουαλέτα.

«Πελίκη, …ή έστω - ένα μεγάλο κόκκινο τάπερ, προς τιμήν της Αριστεράς!» συμπλήρωσε ο Θεύδης

«Το άκουσα!» φώναξε ο Κριτίας από μέσα. Σε λίγο βγήκε. Είχε ρίξει νερό στο πρόσωπό του, είχε αλλάξει το ιδρωμένο πουκάμισο με μια μαύρη μπλούζα. «Εσύ, θα είσαι;» με ρώτησε, με σοβαρό ύφος.

«Μέσα… Αν μου υποσχεθείς ότι θα τελειώσεις πρώτα την υπόθεση με τη δίκη…»

Ο Κριτίας κάθισε, σιγογελώντας - και ξαναγέμισε τα ποτήρια.

«Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα και ακόμα δεν έχω βρει λύση… Όταν θα ανάψει η πυρά, όντας πάνω σε λόφο, θα την εντοπίσει αμέσως η Πυροσβεστική και θα πλακώσουν με τις μάνικες ή ακόμα χειρότερα με τα αεροπλάνα… Φαντάζεσαι σπάσιμο; Θα καταστρέψουν όλη τη μαγεία της σκηνοθεσίας, θα περιλούσουν τα υπολείμματά μου με τόνους νερό, θα φέρουν σε δυσχερή θέση τους τυχόν παραστάτες…»

«Αυτό είναι το κακό με τους εκσυγχρονιστές του ΠΑΣΟΚ, αναβάθμισαν την Πυροσβεστική… Μήπως θα ήταν καλύτερο να περιοριστείς σε ένα αξιόπιστο ρεβόλβερ;»

«Δε μ’ εμπνέει…»

«Μπορείς να μπεις σε μια πισίνα και να κόψεις τις φλέβες σου με ξυράφι, αφού έχεις κατεβάσει πρώτα ένα μπουκάλι ουίσκι και τριάντα δισκία βαρβιτουρικά…»

«Με αηδιάζει και μόνο που το σκέφτομαι… Όλα αυτά τα αίματα στο νερό…»

«Δέσε τότε μια σιδερένια μπάλα στη μέση σου και πήδηξε τελετουργικά στο βαθύ πέλαγος…»

«Και να γίνω μεζές για τους κοκοβιούς; Όχι, ευχαριστώ!»

«Μπορείς να πηδήξεις από ψηλά…»

«Μπα… όλα αυτά τα έχω υπόψη μου… Μόνον η ευγενής και ελληνοπρεπής πυρά με συγκινεί… Είναι και η μόνη που αποτρέπει τη μεταθανάτια βεβήλωση - είτε από τα ψάρια είτε από τους ιατροδικαστές…»

«Και η Πυροσβεστική;»

«Άκουσε φίλε, έχω είκοσι χρόνια ακόμα μπροστά μου, για να βρω λύση σ’ αυτό το προβληματάκι! Στην ανάγκη ίσως επιλέξω κάποια ακτή της Αδριατικής ή της Μαύρης Θάλασσας… Πάμε τώρα να σας κάνω το τραπέζι;»

Στρέψαμε το βλέμμα προς τον Θεύδη. Αποκαμωμένος είχε γύρει το κεφάλι στην πολυθρόνα και είχε ήσυχα παραδοθεί στο μικρό θάνατο του ύπνου.

1 Comments:

At 10:57 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

This is very interesting site... »

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home