Πέμπτη, Απριλίου 20, 2006

Ηλεκτρονική αλληλογραφία

(Ιούνιος 2002)


Πως είναι όλα στου θεού τη διάρκεια βαλμένα
κι ο θάνατος πως είναι μια σταγόνα
επί των υδάτων.

Νίκος Καρούζος



Παλιόφιλε, σε χαιρετώ!

Μετά το μακρόσυρτο διηπειρωτικό μας τηλεφώνημα, συγκέντρωσα τα υλικά που σου είχα αναφέρει. Επειδή είναι κάμποσες σελίδες σου τα στέλνω με τηλεομοιοτυπία. Τεχνολογία, φίλε μου! Βλέπω ότι το χέρι μου ξαφνιάζεται κάπως με τον ωραιότατο Parker μελάνης (δώρο της Αγαύης, από την εποχή των ερώτων) να γλιστρά πάνω στο βαρύ, λευκό χαρτί. Αυτό το πακέτο των πεντακοσίων φύλλων, το έχω στο συρτάρι τουλάχιστον έξι - εφτά χρόνια και λείπουν ελάχιστα από δαύτα (τα φύλλα). Θυμάμαι, πρέπει να ήταν πριν τρία χρόνια, ξοδεύτηκαν κατά τη διάρκεια μιας μεταμεσονύκτιας απόπειρας, που ναυάγησε στα κύματα του Jack Daniels. Για την ιστορία, ήθελα να γράψω, τότε, για τον Ελληνικό σύλ-Λογο, ένα περισπούδαστο άρθρο, που εκκρεμεί… Φοβάμαι, μην βρεθεί κανένας άλλος τρελός να το γράψει και χάσω την αποκλειστικότητα…

Φυσικό είναι, δεν γράφω πια τίποτα με το χέρι, αν και είμαι μάχιμος δικηγόρος. Δηλαδή, γράφω κατευθείαν στον υπολογιστή, χράπα χρούπα, με όση ταχύτητα μου επιτρέπει η αηδία μου για τα αντικείμενα του αξιοσέβαστου επαγγέλματος που εξασκώ. Τις επιστολές (ωραίο, παλαιό σπορ) τις έχει καταργήσει πλέον το τηλέφωνο και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, άρα δεν υπάρχει περιθώριο για χειροποίητη γραφή. Να όμως που επιχειρώ, με αβέβαια αποτελέσματα, σου το δηλώνω εξαρχής, να ξανακάνω την πένα να τρίζει πάνω στο βαρύ λευκό χαρτί, γιατί αυτά που έχω να σου πω, και που ξέρω ότι θέλεις να ακούσεις δεν λέγονται, δηλαδή δεν κουβεντιάζονται στο τηλέφωνο. θέλουν άνεση, ελευθερία και πνευματική πολυτέλεια, πράγματα δυσεύρετα, αλλ’ όχι ανέφικτα.

(Αυτό ήταν όλο το χειρόγραφο – δε μπορώ πια να γράψω με το χέρι! Το πληκτρολόγησα και συνεχίζω στο laptop)

Το έμαθα στη Θεσσαλονίκη, συνόδευα την Αγαύη σ' ένα συνέδριο. Η Αγαύη τελειώνει την ειδικότητά της στην παιδιατρική και άπαντες οι παιδίατροι της χώρας (πλην εσού!) συνεδρίαζαν, στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήθελα και πολύ να πεισθώ να συνοδεύσω τη σύζυγο, δεδομένου ότι, επειδή η Αγαύη είναι άνθρωπος του καθήκοντος και θα περνούσε άπειρες ώρες στο συνέδριο, θα είχα εγώ την ευκαιρία να σουλατσάρω στα παλιά λημέρια.

Η Παρασκευή μου πήγε καλά. Μπήκα στον άγιο Νικόλαο, τον Ορφανό, ανέβηκα στη μονή Βλατάδων, περπάτησα στην Άνω Πόλη, τριγύρισα αρκετά. Τέλος, βρέθηκα με πλήθος παιδιάτρων, σε μια ταβέρνα, στα πάνω Λαδάδικα (ήξερες εσύ ότι υπάρχουν πάνω και κάτω Λαδάδικα;). Τύχη αγαθή, τέσσερις από δαύτους (Δάμωνας, Πεισίστρατος, Απελλής και Ευδόκιμος) σπούδαζαν στη Θεσσαλονίκη τον ίδιο καιρό μ' εμάς, αποδείχτηκε ότι είχαμε κοινούς γνωστούς, ερχόντουσαν και τα κιλά αβέρτα και συνέβη αυτό που συμβαίνει πάντοτε όταν συναντιόνται παλαιοί πολεμιστές: βουτήξαμε ηδονικά στις χλιαρές αναμνήσεις της εποχής εκείνης - και να τα κόμματα, να οι συνελεύσεις, να οι ξακουστοί συνδικαλιστές, να οι περισπούδαστες φοιτήτριες της ιατρικής, που υπήρξαν αντικείμενα αδικαίωτου πόθου, να τα γλέντια στις ταβέρνες της Τούμπας και της Άνω Πόλης, οι παιδίατροι ήτανε αναρχοπασόκοι, να λοιπόν περί της τάδε σέχτας, που διεγράφη εν μέσω τρικυμίας και ταραχής, να ο τάδε, που έχουν να τον δουν από τότε και τώρα κάνει τούτο ή εκείνο…. Θυμηθήκαμε τις μονομαχίες, στη Νομική, του Μαρδόνιου (νυν, υπουργός) με τον Κριτία (νυν, βουλευτής του Συνασπισμού). Ξεκινούσαν οι δυο τους το πηγαδάκι και μαζευόντουσαν ολόγυρα δεκάδες αργόσχολοι, λες και μοίραζαν φασολάδα! Με μια έννοια, βέβαια, ιδεολογική φασολάδα μοίραζαν, σκέτο όσπριο… Θυμηθήκαμε και άλλους, σήμερα άκρως επιτυχημένους δικηγόρους, πολιτικούς, επιχειρηματίες, τηλεοπτικά αστέρια της «δημοσιογραφίας» (ο Αισχύλος, ο Θεοδόσιος, η Φοίβη…) με τα τζιν τους, τα μούσια τους, την πιτυρίδα και την ουλίτιδά τους, την επαρχιώτικη προφορά και αύρα… Σήμερα τους βλέπεις, λες και προέρχονται από τζάκια αιώνων, τρομάρα τους… Πότε θα γίνει κάτι, να ξαναγυρίσουνε, όλοι αυτοί, στη λασπουριά; Καλύτερα όχι… Πως το λέει ο Ηράκλειτος; ‘Καλύτερα Εφέσιοι να μην φτωχύνετε, για να εξακολουθήσει να φαίνεται η κακία σας’… Άλλωστε, συνειδητοποίησα ότι κι εγώ θεωρούμαι, πλέον, "επιτυχημένος"; Μεταξύ μας: πάμε πολύ καλά, εκτός από εμάς τους αρχικούς συνεταίρους, οχτώ δικηγόροι δουλεύουν στο γραφείο μας, με μισθό… να τους κλαις, συν έξι ασκούμενοι (οι τέσσερις, κοπελιές) -έχω ήδη γίνει κατεστημένο ή θα μου συμβεί αργότερα, τι λες γιατρέ μου;

Η πεντάδα μας πέρασε καλά και ήταν η πρώτη φορά εδώ και χρόνια που συζητούσα άνετα με παρέα γιατρών (ξέρεις πως σας φοβάμαι - θα μου πεις, τους παιδίατρους; Ακόμα χειρότερα, διότι έχω πολλαπλασιάσει τις φοβίες μου, τώρα ανησυχώ για τα μικρά μου βλαστάρια, ότι μπορεί να τους συμβούν οι πλέον απίθανες αρρώστιες… Η Αγαύη μου επισημαίνει πως μόνο εγώ χρειάζομαι γιατρό, ψυχίατρο) Προέκυψε ότι δυο παιδίατροι είχαν δαρθεί, στα νιάτα τους, με τον Διομήδη, σε κάποια ατυχή διένεξη μεταξύ των δημοκρατικών δυνάμεων ΚΝΕ και ΠΑΣΟΚ (μπρρ…), τον ήξεραν καλά. Φυσικά όλοι σε γνώριζαν, και μεγάλο μέρος της συζήτησης αφορούσε το άτομό σου, ειδικά την πολυσχιδή ανθρωπιστική και επιστημονική δράση σου στην Αφρική και αλλαχού… Σου έκανα μεγάλη διαφήμιση, περήφανος για τον ένδοξο φίλο μου, αλλά και οι παιδίατροι έδειξαν να σ' έχουν σε εκτίμηση. Τέλος πάντων, να δω τι θα κάνεις, ορέ Κίμωνα, με τα διδακτορικά και τις εργασίες και τα μεταπτυχιακά και τις αποστολές, όταν θα πάψει να σου σηκώνεται… Τότε να σε δω!

Περί τις δυόμισι πήρα την ξεθεωμένη Αγαύη και αποχωρήσαμε ησύχως για το ξενοδοχείο μας. Οι άλλοι ωστόσο συνέχισαν την επιμόρφωσή τους (οι γυναίκες τους είχαν παραμείνει στην Αθήνα) στα στριπτηζάδικα της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, και το διέλυσαν γύρω στις έξι το πρωί. Με ξύπνησε το κινητό, γύρω στις δέκα. Ήταν η Σαπφώ, μου είπε κλαίγοντας πως ο Διομήδης σκοτώθηκε σε τροχαίο, το μεσημέρι της Παρασκευής. Άρα, το βράδυ της ίδιας μέρας που εμείς πίναμε και μιλούσαμε γι’ αυτόν και τα ποικίλα κατορθώματά του, ο Διομήδης ήταν, ήδη, αλλού.

Σκέφτομαι, ρε φίλε, εκεί που βαδίζω, χραπ, ένα τούβλο στο δόξα πατρί από ψηλά, ένα ζοχαδιασμένο αμάξι με μεθυσμένο κάφρο στο τιμόνι, έστω μια ύπουλη προδοσία της καρδιάς. Ξάπλα χάμω και τέρμα. Λέω τώρα, οι φίλοι μου εκείνη την ώρα στις δουλειές τους, τα γραφεία τους, στα περαδώθε τους, θα νοιώσουν κάτι στον αέρα, ένα κύμα, Καμιά διέγερση; Οι γονείς μου, τ’ αδέρφια μου εκεί που δουλεύουν ή βλέπουν τηλεόραση, θα αισθανθούν κατιτίς; Η γυναίκα μου έστω, μέσα στο θάλαμο με τα πιτσιρίκια, θα σταματήσει την επίσκεψη, γιατί έτσι, κάτι την τσίμπησε αριστερά; Μπα, τίποτα. Η γη θα εξακολουθήσει να στέφεται ατάραχη περί τον άξονά της, αφήνοντας τον χρόνο να κυλά, ώσπου να μάθουν τα νέα αυτοί που πρέπει. Άλλωστε, τι το δραματικό μπορεί να έχει ο θάνατος ενός ανθρώπου, αν το δούμε σε συμπαντική κλίμακα, πόση σημασία; Καμιά! Όσο τρομερό γεγονός μπορεί να είναι σε προσωπικό επίπεδο, είναι τόσο ασήμαντο συμβάν, με οποιαδήποτε άλλη θεώρηση. Τα πρόβλημά μας ωστόσο είναι ότι είμαστε και εγώ και συ και όλοι, προσκολλημένοι στα πρόσωπα που αγαπήσαμε και γι’ αυτό ο θάνατος μας φαίνεται αχώνευτος. Ο μόνος που δεν έχει κανένα πρόβλημα με τον θάνατο είναι ο Θεός. Αυτουνού ίσως να του τη σπάει η αθανασία… Ας μην το πάω παραπέρα αυτή τη στιγμή. Αργότερα ίσως μπορέσω να σου μεταφέρω κάποια ψήγματα απ΄ όσα ειπώθηκαν από τους ανθρώπους που αντίκρισαν το φίλο τους, τον αδελφό τους…

Άνοιξε το συνημμένο!

* * *

Ιερόν Κελίον Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης
Εις Άγιον Όρος

Εντιμώτατον
Κύριον Θεύδην
Νομικόν
Εις Αθήνας
Ιουνίου στ', σωτηρείω έτει ,ββ'

Αγαπητέ Αδελφέ εν Κυρίω.

Μετά θλίψεως πολλής και σπαραγμού καρδίας βαθυτάτου, επληροφορήθημεν, δια του Υμετέρου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της παρελθούσης Παρασκευής, τον αδόκητον και όλως αιφνίδιον θάνατον του πεφιλημένου Υμίν και ημίν Διομήδους.

«Ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου, και τα οστά μου ωσεί φρυγίον ανεφρύγησαν» λέγει ο Δαυίδ (ψαλμός ρα'). Πλην, ο Υμνωδός αναφωνεί «κατέλυσες τω σταυρώ σου τον θάνατον» (Παρακλητική, Κυριακή, Απολυτίκιον. Ήχος βαρύς). Εις ημάς απομένουν θερμαί προσευχαί προς τον Κύριον, όπως δεχθεί αυτόν εν τοις κόλποις Αυτού.

Αγαπητέ Αδελφέ

Αφήνω εδώ τα αρχαιοπρεπή ελληνικά και το πολυτονικό, γιατί με δυσκολεύουν αφάνταστα, με καθυστερούν στην πληκτρολόγηση και μου δημιουργούν άγχος, για την πιθανή διάπραξη βαρβαρισμών και σολοικισμών. Δεν είναι πολλά χρόνια που προσπαθώ να τα μάθω, με μέτρια αποτελέσματα, - άλλωστε σπούδασα και εργάστηκα ως μαθηματικός, όπως και ο Διομήδης. Τα μαθηματικά ήταν η αφορμή της γνωριμίας μας, αφού συναντηθήκαμε, για πρώτη φορά, σ΄ ένα συνέδριο της Μαθηματικής Εταιρείας, στην Αθήνα, προ έτους. Ευθύς αμέσως δημιουργήθηκε μια φιλική συμπάθεια μεταξύ μας. Ο Διομήδης με επισκέφθηκε δυο φορές στο Κελλί, συναντηθήκαμε και μια φορά ακόμη, στην Αλεξανδρούπολη, πάλι σε μαθηματικό συνέδριο. Στο μεταξύ, επικοινωνούσαμε τακτικά, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

Σωστά αναφέρετε στην επιστολή σας ότι ο φίλος μας βρισκόταν σε δύσκολη, μεταβατική περίοδο. Προβληματίστηκα, ωστόσο, κατά πόσο θα έπρεπε να ανταποκριθώ στο αίτημά σας, να σας γράψω σχετικά με τους προβληματισμούς που ανέπτυσσε, δεδομένου ότι κάποια πράγματα μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσονται στο μυστήριον της Εξομολογήσεως. Ωστόσο, απ΄ όσα εσείς μου γράφετε, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ξέρατε τον Διομήδη πολύ καλύτερα από μένα. Θα σας αφηγηθώ, λοιπόν, εν είδει μνημοσύνου, όσα στοιχεία από τις συζητήσεις μας μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου, συζητήσεις που έγιναν στον Άγιον Όρος το Πάσχα που μας πέρασε. Πρώτα όμως σας παραθέτω με copy paste το πιο χαρακτηριστικό από τα μέηλ που μου είχε στείλει – πριν μερικούς μήνες.

*

Πάτερ Ιουστίνε, ευλογείτε! Ξέρω ότι αυτήν την ώρα είσαστε στον όρθρο, είναι ήδη τέσσερις και κάτι, αλλά μόλις τώρα μπόρεσα ν’ ανοίξω τον υπολογιστή, σας έχω πει για το νέο φροντιστήριο που ετοιμάζω, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι δουλειά και πόσες προετοιμασίες χρειάζονται…

Στο σπίτι γύρισα μετά τις 3, η Φαίδρα φυσικά κοιμόταν, τα παιδιά το ίδιο, τις τελευταίες εβδομάδες τους βλέπω φευγαλέα, για λίγα λεπτά, πρέπει να συμπέσουν οι ώρες για να συναντηθούμε, τα παιδιά να φεύγουν ή να έρχονται από το σχολείο, τα μπαλέτα, τα ιδιαίτερα, εγώ κάθε βράδυ τελειώνω αργά από το φροντιστήριο, σχεδόν στις δώδεκα, φτάνω στο σπίτι περίπου μία η ώρα, η Φαίδρα ξυπνάει στις έξι για να φύγει για τη δουλειά της, εγώ δεν αντέχω συνήθως μετά τις πέντε, με βρίσκει κοιμισμένο στον καναπέ, τα φώτα, μικρά και μεγάλα, ανοιχτά, η τηλεόραση, το κομπιούτερ, το στερεοφωνικό, όλα σε λειτουργία, το κινητό το ίδιο, την βλέπω μέσα στον ύπνο μου να με σκεπάζει με μια κουβέρτα και μετά να κλείνει μία μία τις συσκευές και στο τέλος τα φώτα, να έρχεται πάλι σε μένα, να με φιλάει στο μέτωπο ή στο μάγουλο και να φεύγει προς την κουζίνα, να ετοιμάσει τον καφέ της.

Εκείνες τις στιγμές θέλω να απλώσω τα χέρια, να την αγκαλιάσω, να της πω λόγια τρυφερά, να της κάνω έρωτα - με συγχωρείτε κιόλας, αλλά εσείς μου τονίσατε ότι μπορώ να σας μιλάω τελείως ελεύθερα, όπως νοιώθω, πράγματι αυτό κάνω και είναι κάτι που μου συμβαίνει για πρώτη φορά - αλλά δεν μπορώ, οι δυνάμεις μου έχουν πια εξαντληθεί, πρέπει να κοιμηθώ τουλάχιστον ως τις εφτά, τότε έρχεται η κόρη μου και με ξυπνάει, θέλει να μου μιλήσει, να με φιλήσει, να με ζήσει λίγο, κι εγώ, όσο κουρασμένος κι αν είμαι, σηκώνομαι και ως τις εφτάμιση που περνάει το σχολικό και τους παίρνει, κάθομαι μαζί τους για πρωινό, προσπαθώ νυσταγμένος να ξεφύγω λίγο από το μονοπώλιο της κόρης και ν’ ασχοληθώ και με τον μικρό, τέλος τα παιδιά φεύγουν και μένω μόνος στο σπίτι, με την οικιακή βοηθό μας, μια γιατρίνα, παιδίατρο παρακαλώ, από την Ουκρανία, αν μπορείτε να το διανοηθείτε…

Ξαναδιάβασα την προηγούμενη παράγραφο και σας φαντάζομαι να χαμογελάτε συγκαταβατικά με την αθωότητα του ύφους μου, σας έχω εξομολογηθεί άλλωστε ότι πλέον η Φαίδρα δεν με τραβάει ερωτικά, εντάξει, το αναγνωρίζω αυτό, ό,τι έγραψα «εγράφη εν τη ρύμη του λόγου», στ΄ αλήθεια έχω να συνευρεθώ ερωτικά με τη Φαίδρα από τις διακοπές, δηλαδή τέλη Ιουλίου, ακριβώς όταν επέστρεψα από το Άγιον Όρος στην Αθήνα, πάνε δηλαδή σχεδόν τέσσερις μήνες. Σίγουρα είναι μεγάλο διάστημα αυτό, σκεφθείτε όμως ότι βρισκόμαστε μονάχα τις Κυριακές κι αυτές όχι πάντα και σίγουρα όχι ολόκληρες, γιατί κάθε φορά υπάρχουν δεκάδες εκκρεμότητες να τακτοποιηθούν, εκδρομές (με τα παιδιά) να γίνουν, περνάμε τη μέρα στο αυτοκίνητο και γυρίζουμε κουρασμένοι, τα παιδιά αρνούνται να κοιμηθούν στην ώρα τους και το βράδυ της Κυριακής είναι το μόνο βράδυ της εβδομάδας που κοιμάμαι οχτώ ολόκληρες ώρες, από τις έντεκα ως τις επτά και μάλιστα στο κρεβάτι μου και όχι στον καναπέ του γραφείου, αλλά παρ΄ όλα αυτά δεν συνέβη τίποτα τις τελευταίες Κυριακές.

Εντάξει, εντάξει, ως εδώ, ήμαρτον, το πρόβλημα δεν είναι ο χρόνος και η κούραση, γιατί βρίσκω χρόνο και δυνάμεις για τα στριπτηζάδικα (σας είχα περιγράψει μέσες άκρες περί τίνος πρόκειται) και για τις επί χρήμασι εκδιδόμενες, αλλά είναι θέμα λίμπιντο, ορμής, η Φαίδρα είναι 36 χρονών, εργαζόμενη μητέρα και νοικοκυρά, κι εγώ θέλω κάτι νέο, δυνατό, πρόστυχο, χωρίς αναστολές, για να με συγκινήσει, δηλαδή να με διεγείρει, όχι να με συγκινήσει, συγκίνηση στον έρωτα έχω να νοιώσω από τον καιρό της Ισμήνης, όταν ήμουν φοιτητής, σχεδόν είκοσι χρόνια τώρα, για να με διεγείρει λοιπόν.

Ναι, είμαι μοιχός και ψεύτης και απατεώνας (ως προς την Φαίδρα), μοιχός γιατί την απατάω, ψεύτης γιατί το αρνούμαι κατηγορηματικά και απατεώνας γιατί απαιτώ πίστη από την πλευρά της και δείχνω ότι ζηλεύω πολύ, αλλά μεταξύ μας αυτό το κάνω από κεκτημένη ταχύτητα, από συνήθεια, από παράδοση, γιατί υπάρχει και η έννοια της παράδοσης στις σχέσεις των συζύγων, συνήθως συνώνυμο της υποκρισίας, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, είναι πολύ ωραία όταν μετανοώ στο κιόσκι του αγίου Κωνσταντίνου, αγναντεύοντας το Θρακικό πέλαγος από ψηλά, συζητώντας μαζί σας για τον δρόμο του Θεού, όμως είναι εντελώς διαφορετικά στην πραγματική πραγματικότητα, όταν έρχομαι στο Χαλάνδρι και βυθίζομαι στην πώρωση της καθημερινότητας, όχι δρόμο Θεού δεν βλέπω, αλλά δεν βλέπω τίποτα, νοιώθω μονάχα, νοιώθω τυφλός, σαν παγιδευμένο αγρίμι, λειτουργώ σαν αγρίμι, με τις αισθήσεις τις πρωτόγονες, τις βίαιες, τις αμαρτωλές, και αποκορύφωμα της αμαρτίας αυτής είναι η ενδόμυχη βεβαιότητα ότι πράττω απολύτως σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, όπως την έκανε ο Θεός.

Άνθρωπος και υποκρισία είναι ταυτόσημες έννοιες, άλλα λέμε, άλλα εννοούμε, άλλα κάνουμε, όσο μπορώ να φέρω τώρα στο μυαλό μου τη ζωή μου, μια ζωή υποκρισία, ο πατέρας μου μιλούσε για οικογένεια και αξίες και τον βρήκε εγκεφαλικό στο μπουρδέλο, η μάννα μου ισχυριζόταν πως ήταν χριστιανή και λειτουργούσε στην Πάτρα άτυπο ενεχυροδανειστήριο με τοκογλυφικούς όρους, στο κόμμα δε, άσε πια στο κόμμα, η υποκρισία μας εις την νιοστήν, ακόμα κι όταν το βλέπαμε το ψέμα ολοζώντανο, να σπαρταράει, είχαμε ομολογία τραγικά υποκριτική, αλλά δεν θέλω να το πάω τόσο μακριά, μου φτάνει η δική μου υποκρισία ως προς τη Φαίδρα.

Βλέπετε, λοιπόν, στην προσωπική μου ζωή, τα έχω κάνει μούσκεμα. Δε φταίει κανένας, εγώ φταίω. Παντρεύτηκα τη Φαίδρα χωρίς αίσθημα, υπολογίζοντας πολύ στην οικονομική επιφάνεια του πατέρα της. Στη συνέχεια, επειδή είχα άγχος γι’ αυτό, προσπάθησα να πολλαπλασιάσω το χρήμα, με σκληρή προσωπική δουλειά, πράγμα που το έκανα και με το παραπάνω, μόνο που στη διαδικασία αυτή, διαπιστώνω τώρα, κάπου έχασα τη μπάλα. Έλεγα πως δουλεύω για την οικογένειά μου, αλλά τι είναι καλύτερο για τα παιδιά, να έχουν έναν πλούσιο πατέρα, που δεν βλέπουν ή έναν πατέρα δίπλα τους; Μέχρι να διατυπώσω μέσα μου αυτήν την ερώτηση, ήρθαν άλλες φουρτούνες, όλα τα λεφτά μου και τα λεφτά της Φαίδρας, του πεθερού μου, του κουνιάδου μου και κάτι λίγα της αδερφής μου τα διαχειριζόμουν εγώ, παίζοντας στο Χρηματιστήριο. Λοιπόν, καταστροφή… Χάθηκαν από πενήντα έως και ενενήντα πέντε τοις εκατό του αρχικά επενδυθέντος κεφαλαίου, με ανύπαρκτες πιθανότητες ανάκαμψης… Έχω τον δικό μου πόνο, γιατί τα περισσότερα ήταν δικά μου, έχω και τύψεις, που έπεισα, με προσπάθεια, τους άλλους να με εμπιστευθούν και να μπουν στο Χρηματιστήριο… Δράμα! Μέχρι η Φαίδρα με κατηγόρησε ευθέως για επιπολαιότητα, φανταστείτε οι υπόλοιποι… Η σκυλίσια δουλειά που πριν ήταν επιλογή τώρα είναι αναπόφευκτη ανάγκη: Αν δεν το κάνω, σταθερά και επίμονα, κινδυνεύω να χάσω το επίπεδο ζωής που έχω, δηλαδή σπίτια (χρωστάω), αυτοκίνητα (χρωστάω) και προσφορές στα παιδιά: ακριβό σχολείο, μπαλέτα, δασκάλες για ιδιαίτερα, αθλητισμός, πολυτελείς διακοπές και λοιπές «ανέσεις».

Δεν ξέρω αν όλα αυτά σας περιγράφουν την προσωπική μου αλλοτρίωση, εμένα μου λένε ότι έζησα λάθος. Στα δεκαοχτώ, στα εικοσιπέντε, στα τριανταπέντε, τώρα ακόμα, είχα βάλει λάθος στόχους και τους κυνηγούσα, κάθε φορά, χωρίς ανάσα, αλλά να που σήμερα διαπιστώνω πως κάθε φορά έτρεχα σε λάθος αγώνισμα, σε λάθος στίβο… Κι αν τώρα στα σαράντα πάρω μια γενναία απόφαση να αλλάξω πάλι τους στόχους μου, ποιος μου λέει ότι σε λίγα χρόνια δεν θα βρεθώ αντιμέτωπος με μια καινούρια χρεοκοπία;

Ομολογώ ότι όλο και συχνότερα με επισκέπτεται η ιδέα της φυγής. Να φύγω… Όχι από τη ζωή, όπως η Ισμήνη, δεν είμαι έτοιμος για κάτι τέτοιο, αντιθέτως, και η σκέψη μονάχα του θανάτου με παγώνει. Αλλά, θέλω να φύγω. Από τον τρόπο ζωής μου, από τη δουλειά, από τη γυναίκα μου, από το παρελθόν μου, ακόμα και από τα παιδιά μου, δηλαδή από τις ευθύνες, που έχω αναλάβει απέναντί τους. Αλλά, τότε συνειδητοποιώ πως είναι πια αργά, το παιγνίδι, για μένα, έχει πλέον οριστικά κριθεί. Γι’ αυτό είμαι ανήσυχος, δηλαδή τι ανήσυχος, τρελαμένος… Δεν με αναπαύει, όπως λέτε κι εσείς, τίποτα. Αρκετά σας κούρασα, σταματώ εδώ. Σας φιλώ το χέρι - Διομήδης.

*

Ο Διομήδης έμεινε μαζί μας από την Μ. Πέμπτη έως και την Δευτέρα του Πάσχα. Κάθε βράδυ μας ακολουθούσε στην Ιερά Μονή των Ιβήρων, όπου υπαγόμεθα, και παρακολουθούσε την αγρυπνία, τον όρθρο, την Ανάσταση κλπ. Κατόπιν επιστρέφαμε στο Κελί, με εξαίρεση την παραμονή μας στην εορταστική τράπεζα της Αναστάσεως. Τέτοιες μέρες, συνήθως έχουμε στο Κελί αρκετούς επισκέπτες. Φέτος υπήρχαν μόνο δυο εξάδελφοι του υποτακτικού μου Ισαάκ, οι οποίοι άλλωστε ελάχιστα παρέμειναν, καθότι ήθελαν να επισκεφθούν και να προσκυνήσουν σε διάφορες Ιερές Μονές. Έτσι είχαμε χρόνο και ησυχία, για συζήτηση με τον Διομήδη. Όσα θα σας γράψω εν συνεχεία, μην θεωρήσετε ότι αφορούν μια συζήτηση άπαξ γενομένη ή ότι είναι ακριβής μεταφορά των λεχθέντων. Αποτελούν, μάλλον, σύνοψη όσων συζητήσαμε και συμπερασματική καταγραφή. Η συσχέτιση των συνθηκών του εξωτερικού περιβάλλοντος με τα λεχθέντα είναι εν πολλοίς αυθαίρετη - για την οικονομίαν της αφηγήσεως.

*

«Υπάρχει Θεός;»

Ο Διομήδης διατύπωσε αιφνιδιαστικά την ερώτηση και έμεινε σιωπηλός να παρατηρεί τις αντιδράσεις μου καθώς είχα όντως αιφνιδιασθεί. Η έκφρασή του είχε τόση ένταση που ταράχτηκα. Άνοιξα τα χείλη αλλά το μετάνιωσα και δεν είπα λέξη. Σηκώθηκα νευρικά και βγήκα στην άκρη του μπαλκονιού. Έσφιξα το ξύλινο παραπέτο με τα δυο μου χέρια, έσκυψα το κεφάλι, το ανασήκωσα πάλι προς το θεσπέσιο ηλιοβασίλεμα και τότε μίλησα, σχεδόν ψιθυριστά.

«Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών Αυτού αναγγέλλει το στερέωμα… Τι να σου πω εγώ, αδελφέ μου, ένας καλόγερος και ιερέας; Αν Τον βλέπεις, υπάρχει. Αν δεν Τον βλέπεις, πάλι υπάρχει. Αν Τον αναζητάς, θα σε βρει Αυτός, αν δεν τον αναζητάς, πάλι θα σε οδηγήσει κοντά Του, αρκεί να…»

Σταμάτησα απότομα. Έστρεψα προς τον ασάλευτο Διομήδη και χαμογέλασα. Είχα ειρηνεύσει. Τώρα μίλησα ήρεμα, γαλήνια.

«Υπάρχει ο ήλιος, ο αέρας, η ζωή; Υπάρχει η αγάπη; Υπάρχουν τα κτίσματα ορατά και αόρατα… Είναι αφελές, να με συμπαθάς αδελφέ, να αναρωτιέσαι αν υπάρχει Θεός… Η σωστή ερώτηση θα ήταν πώς μπορούμε να είμαστε σε κοινωνία με τον Θεό…»

Τώρα χαμογέλασε ο Διομήδης, σηκώθηκε και αυτός και ήρθε δίπλα μου. Η έντασή του είχε υποχωρήσει.

«Δεν νομίζω, πατέρα Ιουστίνε… Η ερώτησή σας οδηγεί υποχρεωτικά σε μια συγκεκριμένη, λογική, απάντηση, αλλά η ίδια η ερώτηση είναι λάθος, μάλλον είναι πρωθύστερη. Πρώτα θα πρέπει να απαντήσουμε αν υπάρχει θεός, όχι με την παραδοχή ότι πρέπει να υπάρχει, για να σωθεί ο άνθρωπος, αλλά αν υπάρχει αυτός καθ΄ εαυτός, ανεξάρτητα από τις υπαρξιακές ανάγκες και αγωνίες του ανθρώπου… Δεν ρωτάω αν υπάρχει ο θεός ως δημιουργός του κόσμου, αυτό το ερώτημα είναι όντως αφελές, διότι, όπως και να απαντηθεί, θα οδηγήσει σε μια αυθαίρετη, αποφατική, παραδοχή. Ουσιαστικά σας ρωτάω αν υπάρχει ο θεός, όπως τον αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος, δηλαδή ένας θεός ανθρωποκεντρικός, περιγραφόμενος κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να απαντά, ερήμην του φυσικά, θετικά στα ερωτήματα που θέτει ο άνθρωπος: Στον φόβο του θανάτου απαντά με την χάρη της αιώνιας ζωής. Στην απειροελάχιστη σημασία της παρουσίας του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν, απαντά με την αναγόρευση του ανθρώπου ως κορωνίδα της δημιουργίας. Στο άγχος του ανθρώπου για την άγνοιά του ως προς αυτόν, δηλαδή για τη σχέση του με το θείον, απαντά με την ενσάρκωση και την θυσία του, χάριν της σωτηρίας του ανθρώπου… Ένας θεός που κάνει τα πάντα για τον άνθρωπο ή ένας θεός που τον φαντάζεται ο άνθρωπος ως παραμυθία της αδυναμίας του; Σας ερωτώ λοιπόν, εάν αυτός ο θεός όντως υπάρχει, όχι τόσο για να μου απαντήσετε εσείς, όσο για να ακούσω την ερώτησή μου εγώ ο ίδιος… Το μυαλό μου, κατά περίεργο τρόπο, λειτουργεί καλύτερα στα πλαίσια μιας συζήτησης… Ωστόσο με ενδιαφέρει πάρα πολύ η γνώμη σας, αλλά όχι σε επίπεδο λογικών επιχειρημάτων, θα ήθελα να μου μιλήσετε για την προσωπική σας σχέση με τον θεό, για την κοινωνία σας μαζί του… αν θέλετε, φυσικά…»

Ο Διομήδης χαμογέλασε λες και μιλούσε τόση ώρα για κάποιο ανάλαφρο θέμα και, βλέποντάς τον, κόντεψα να βάλω τα γέλια. Επιστρέψαμε στο ξύλινο τραπέζι, φώναξα τον υποτακτικό μου, τον Ισαάκ, και τον πρόσταξα να ετοιμάσει δυο τσιπουράκια. Όταν ο Ισαάκ πέρασε πάλι στα ενδότερα, η συζήτηση συνεχίστηκε σε σχεδόν εύθυμο τόνο.

«Βρε ευλογημένε, τα πήρες πολύ ανάποδα τα πράγματα… Αν εσύ, όπως μου λες, αμφιβάλλεις για τον Θεό, τον Χριστό μας δηλαδή, τότε γιατί να αγωνιάς; Αν δεν υπάρχει κοινωνία Θεού και σωτηρία, ποιο λόγο έχεις να σεκλετίζεσαι;»

«Μα θα ήθελα πολύ να πιστεύω, να μπορώ να πιστέψω, εξ όλης της ψυχής και όλης της διανοίας… Θα ήμουν ευτυχής να εξομολογηθώ ειλικρινά τις αμαρτίες μου, να λάβω άφεση και να κοινωνήσω σώμα και αίμα Κυρίου… Αντιλαμβάνομαι την απιστία μου ως μεγάλη προσωπική μου ατυχία, αλλά ομολογώ πως η λογική προσέγγιση του ζητήματος με απομακρύνει εντελώς… Γι’ αυτό σας ρωτάω για την προσωπική σας εμπειρία, μέσω της πίστεως»

«Διομήδη, τα θέλεις όλα δικά σου… Πώς να σου μιλήσω για τις εμπειρίες της πίστεως, όταν εσύ δεν γνωρίζεις τι είναι πίστη;»

«Με συγχωρείτε, πάτερ Ιουστίνε, αλλά πρέπει να σας πω ότι έχω πιστέψει, ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει πίστη…» είπε ο Διομήδης, σε πολύ σοβαρό τόνο.

Τον ατένισα με ανανεωμένο ενδιαφέρον. Εκείνη την ώρα ο Ισαάκ βγήκε στο λιακωτό, κουβαλώντας ένα μεγάλο δίσκο με το τσίπουρο και τα συνοδευτικά του, τον άφησε και αποχώρησε όταν του έγνεψα επιδοκιμαστικά ότι όλα ήταν καθώς έπρεπε. Ο Διομήδης πήρε το ποτηράκι του πήγε να κάνει το σταυρό του, το χέρι του έμεινε μετέωρο για ένα δευτερόλεπτο, τελικά σταυροκοπήθηκε και άρχισε να μιλάει.

«Η πίστη μου, πάτερ Ιουστίνε, δεν αφορούσε τον Θεό, αφορούσε δυο καθαρά ανθρώπινες υποθέσεις, πρώτον την επανάσταση και το κομμουνιστικό μέλλον του ανθρώπου και, δεύτερον, τον έρωτα μιας γυναίκας. Βλέπω ότι δεν χαμογελάτε ειρωνικά, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος, γι’ αυτό παίρνω κουράγιο και συνεχίζω… Χρονικά πρώτα μου συνέβη να πιστέψω στην επανάσταση. Δεν ξέρω τι γνώμη είχατε για τη χούντα και πόσο παρακολουθήσατε τα γεγονότα… Έναν Ιππόλυτο, μήπως τον γνωρίζετε;»

Χαμογέλασα και έγνεψα καταφατικά.

«Είμαστε μαζί στο Πολυτεχνείο το 1973,τον θυμάμαι πολύ καλά, ήταν από τους πλέον δραστήριους…»

«Αυτό δεν το περίμενα, τελικά ο κόσμος είναι πολύ μικρός… Λοιπόν, ο Ιππόλυτος είναι πρώτος μου εξάδελφος, οι μανάδες μας είναι αδελφές… Μετά την μεταπολίτευση, τον Αύγουστο του 74 ήρθε στο χωριό μας, σωματικά ταλαιπωρημένος, για να αναρρώσει κοντά στους δικούς του. Αλλά όσο κι αν υπέφερε, από τα βασανιστήρια -του έχει μείνει άλλωστε κάποια αναπηρία από τότε- τόσο ήταν πνευματικά φλογισμένος, με την κόκκινη επανάσταση… Περιττό να σας τονίσω ότι τον άκουγα με θαυμασμό, με δέος, ήμουν τότε μόλις δεκατεσσάρων ετών, ο ξάδελφος έγινε το πρότυπό μου και η επανάσταση το όραμά μου… Από εκείνον τον πολιτικό χώρο πέρασαν έκτοτε δεκάδες χιλιάδες νέοι, άλλο αν δεν έμεινε σχεδόν κανένας στο τέλος… Ε, λοιπόν, εγώ υπήρξα ένας από τους πλέον ένθερμους. Πίστεψα ακράδαντα στο λαμπρό μέλλον της κομμουνιστικής επανάστασης, στον παγκόσμιο θρίαμβο του μαρξισμού, αλλά και στο δικό μας, ελληνικό κόκκινο μέλλον.

»Κατ΄ ακολουθίαν, πίστεψα ακράδαντα και απόλυτα στο Κόμμα, ως επαναστατική πρωτοπορία του λαού και στο πολιτικό - ιδεολογικό αλάθητο του Κόμματος, δηλαδή της καθοδήγησης του κόμματος. Πίστεψα χωρίς καμία επιφύλαξη ότι ο σοσιαλισμός οικοδομείται στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Πίστεψα στην δικτατορία του προλεταριάτου, στην ανάγκη να συντριβούν οι προδότες της επανάστασης, δηλαδή οι άλλες τάσεις της αριστεράς, δέχτηκα την άποψη του Κόμματος για τον τρόπο που θα γινόταν η μετάβαση στο σοσιαλισμό στη χώρα μας -εκεί να δείτε φαντασιοπληξίες- πίστεψα στον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, στον κεντρικό, κρατικό σχεδιασμό της οικονομίας, στον μηδενισμό της ιδιωτικής πρωτοβουλίας… Πίστεψα ότι οι Σοβιετικοί εφαρμόζουν διεθνώς την επαναστατική διεθνιστική αλληλεγγύη και δικαιολόγησα για λογαριασμό τους, δημοσίως και με φανατισμό, τα γεγονότα του Αφγανιστάν και της Πολωνίας… Φυσικά, η ένθερμη πίστη μου είχε αποφασιστική επίδραση στη ζωή μου… Από μικρός, μέχρι σχεδόν τα είκοσι δύο δούλεψα σκυλίσια για την επανάσταση: Οργάνωση, προπαγάνδα, στρατολογίες, εκλογική δουλειά, πορείες, διαδηλώσεις, δεν υπήρχε Κυριακή και σχόλη, εξάλλου την Κυριακή είχαμε το μοίρασμα της εφημερίδας, καληώρα όπως οι πιστοί χριστιανοί την κυριακάτικη λειτουργία… Ευτυχώς δεν περίμενα την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού για να συνέλθω, αυτό μου συνέβη αρκετά χρόνια νωρίτερα, αλλά τι τα θέλεις, ήταν η διάψευση της πίστης που έδινε νόημα και σκοπό στη ζωή μου…»

Τον άκουγα σιωπηλός. Καθώς ο Διομήδης σιώπησε για λίγο, γέμισα πάλι τα ποτηράκια με το τσίπουρο που μου στέλνει ευλογία ο παπα- Ευθύμιος από την Αγία Άννα. Του έγνεψα να συνεχίσει.

«Η πίστη, λοιπόν, ήταν κάτι σύμφυτο με τον χαρακτήρα μου, με το είναι μου… Παράλληλα λοιπόν με την επανάσταση, πίστεψα και τον έρωτα, όταν γνώρισα αυτήν που νόμισα πως θα ήταν η γυναίκα της ζωής μου… Όταν γνώρισα την Ισμήνη, βρισκόμουν στο ζενίθ της επαναστατικής μου πίστης και της κομματικής μου δραστηριότητας. Ήταν μια κοπέλα όμορφη, δροσερή, φοιτήτρια της Φιλοσοφικής. Έζησα ένα διάστημα απόλυτης ευτυχίας, με την έννοια ότι είχα ό,τι επιθυμούσα, δηλαδή την επανάσταση και τον έρωτα, ταυτόχρονα… Ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής μου, αλλά δεν κράτησε πολύ: Κάποια στιγμή η Ισμήνη, χωρίς λόγο, χωρίς προειδοποίηση, με άφησε… Τα έφτιαξε, μάλιστα με κάποιον άλλον, ενώ εγώ απουσίαζα για λίγες μέρες, σ΄ ένα κομματικό συνέδριο. Δεν περιγράφονται η απογοήτευση, η πίκρα, ο θυμός, η απελπισία, το μίσος που ένοιωθα να με κατακλύζουν… Προσπάθησα να καταλάβω γιατί, κυρίως όμως προσπάθησα να την ξανακερδίσω, χωρίς αποτέλεσμα. Χτυπήθηκα, έδωσα, πήρα - τίποτα. Λίγο αργότερα άρχισαν τα ερωτηματικά σχετικά με το Κόμμα και, για να μην πολυλογώ, οι δυο πυλώνες της πίστη μου βρέθηκαν καταγής, γκρεμισμένοι και κάτω από τα ερείπια το ως τότε στέρεο Εγώ μου, ο νεαρός Διομήδης… Από τότε δεν συνήλθα ποτέ. Όλες μου οι επιλογές, έκτοτε, ήταν αμυντικές, φυλαγόμουν. Δεν πίστεψα κανέναν, δεν ερωτεύτηκα ξανά, προσπαθούσα να επιβιώσω βασιζόμενος στις δικές μου δυνάμεις. Η μόνη αξία που διατηρήθηκε ήταν η φιλία με δυο - τρεις ανθρώπους, ευτυχώς, γιατί χωρίς αυτήν θα είχα γίνει μισάνθρωπος… Μη μου λέτε, λοιπόν, ότι δεν γνωρίζω τι είναι πίστη, σας διαβεβαιώ ότι γνωρίζω πολύ καλά…»

Προσπάθησα να δώσω μιαν άλλη διάσταση στον προβληματισμό του.

«Ειλικρινά σε καταλαβαίνω, αλλά και οι δυο μεγάλες απογοητεύσεις σου έχουν να κάνουν με έργα και σκέψεις και βούληση ανθρώπων. Εγώ σου μιλώ για Κάποιον, ο οποίος είναι τέλειος, αψευδής, αναμάρτητος, ακλόνητος, αγαθός, φιλάνθρωπος… Σου μιλώ για τον Χριστό! Άνοιξε σ΄ Αυτόν την καρδιά σου και Αυτός δεν θα σε προδώσει ποτέ»

Ήταν φανερό ότι ο Διομήδης ήθελε, αλλά κάτι εξακολουθούσε να τον εμποδίζει. Χωρίς να τον ρωτήσω, μου ανέφερε τις λογικές του επιφυλάξεις.

«Έχω δυο φίλους, τον Κριτία και τον Κίμωνα. Ο Κίμωνας είναι γιατρός και ο Κριτίας ο γνωστός βουλευτής. Έτυχε να παρακολουθήσω κάμποσες φορές συζητήσεις τους για το Θεό και διάφορα παρόμοια δύσκολα θέματα. Μου άρεσε να τους ακούω σιωπηλός, αυτοί ανέπτυσσαν τα επιχειρήματά τους, κι εγώ έπινα ήσυχος το ουίσκι μου και δεν ανακατευόμουνα συζήτησης»

Ατένιζα ήρεμα τον επισκέπτη μου, ξεκουκίζοντας το μαύρο μου κομποσκοίνι. Ο Διομήδης έβαλε για τρίτη φορά τσίπουρο στο ποτήρι του, εγώ το σκέπασα με το χέρι μου, δεν ήθελα άλλο, και περίμενα να τον ακούσω.

«Λοιπόν, ο Κριτίας είχε καταλήξει στις ακόλουθες σκέψεις, τις οποίες δεν είχα κανέναν λόγο να μην δεχθώ κι εγώ: Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα εξαιτίας της δυνατότητάς του να αρθρώνει λόγο, σκέψη. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να θεωρεί τη ζωή του και να αποκτά συνείδηση της φθαρτότητας και του θανάτου του, γεγονός που συνιστά την ανθρώπινη τραγωδία. Τώρα ο άνθρωπος έχει δύο δρόμους: Ο πρώτος είναι να επιχειρήσει την κάθαρση της τραγωδίας πετυχαίνοντας την αναίρεση του θανάτου και την επίκληση της αθανασίας, δρόμος που ακολουθούν οι θρησκείες και ο χριστιανισμός. Ο άνθρωπος πιστεύει στον Θεό και σώζεται μέσω της πίστης του. Είναι περιττό να σας αναφέρω ότι ο Κριτίας απορρίπτει αυτόν τον δρόμο, θεωρώντας ότι φενακίζει τον άνθρωπο, ότι δεν είναι παρά ατομική και συλλογική, στιγμιαία και ιστορική αυταπάτη»

«Περιμένω να ακούσω ποια είναι η λύση της τραγωδίας του ανθρώπου, σύμφωνα με τον αξιότιμο κύριο βουλευτή»

«Κατ’ αυτόν, η άρση της τραγωδίας συνίσταται, πρώτον, στην αποδοχή του αναπότρεπτου, οριστικού και απόλυτου, που χαρακτηρίζει τον θάνατο, δεύτερον, στην θεώρηση της άπαξ ρεούσης ζωής, ως μοναδικής και ανεπανάληπτης αξίας. Ισχυρίζεται πως, ούτε η ψυχή είναι τμήμα κάποιας συμπαντικής Ψυχής ή Ουσίας, ούτε ο καθ΄ έκαστα λόγος είναι τμήμα του γενικού Λόγου, ούτε έχει σημασία αν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο ή ενυπάρχει εξαρχής μέσα στον κόσμο, ούτε τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σχέση του Θεού με τον Λόγο. Ισχυρίζεται ότι τα ερωτήματα αυτά έχουν απαντηθεί επαρκώς ήδη από τον Ηράκλειτο, με εξαίρεση ίσως τα περί ψυχής, και παρέλκει μεν πάσα μεταφυσική αναζήτηση, είναι, ωστόσο, εξαιρετικά δύσκολη η αποδοχή της κατά Κριτία θεώρησης, διότι προϋποθέτει επαρκή πνευματική γενναιότητα εκ μέρους του ανθρώπου, πράγμα μάλλον σπάνιο...»

Δεν είχαν ακουστεί, επί των ημερών μου τουλάχιστον, τέτοιες νεοφανείς θεωρίες, στο λιτό περιβάλλον του Κελιού και, ομολογώ, είχα εκπλαγεί με το μέγεθος της πλάνης… Ο Διομήδης αποτελείωσε το τσίπουρό του.

«Λοιπόν; Αυτές είναι οι απόψεις του Κριτία. Περιμένω το δικό σου σχόλιο επ΄ αυτών»

«Ναι… Βρίσκω τα πάντα λογικά εκτός από ένα, ότι ο άνθρωπος είναι τυχαιότητα και όχι δημιουργία με Τέλος. Αν όμως ο άνθρωπος έχει δημιουργηθεί σκόπιμα και η παρουσία του έχει κάποιο νόημα, τότε όλη η συλλογιστική του Κριτία είναι λάθος. Ως μαθηματικός δέχομαι ότι η τυχαιότητα είναι πιθανή, αλλά αυτό δεν αποκλείει καθόλου την σκόπιμη δημιουργία. Ως προς το Τέλος, όμως, δεν υπάρχει περίπτωση να απαντήσει κανείς, με οποιοδήποτε επιστημονικό κριτήριο, είναι τελικά ζήτημα διαίσθησης… Είναι η ερώτηση που έθεσα εγώ στον Κριτία και αυτός επέμεινε στην αρχική του ανάλυση, χωρίς να με πείσει, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει πειστική, μη αποφατική, απάντηση επ΄ αυτού, είτε υπέρ είτε κατά… Συνεπώς, μένω μετέωρος και ανικανοποίητος…»

Δεν θεώρησα σκόπιμο να συνεχίσω τη συζήτηση, άλλωστε έπρεπε να ετοιμασθούμε για τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Σκέφτηκα ότι, αν υπήρχε περίπτωση να φτάσει κάποια φωνή στην ψυχή του Διομήδη, αυτή θα μπορούσε να είναι μονάχα η φωνή Εκείνου που θυσιάστηκε για τον άνθρωπο - και μάλιστα αυτές τις άγιες μέρες.

*

Παρακολουθήσαμε την αγρυπνία της Μ. πέμπτης και εν συνεχεία την Αποκαθήλωση, την ακολουθία του Επιταφίου κλπ στην Ιερά Μονή των Ιβήρων. Δεν συζητήσαμε παρόμοια θέματα, ώσπου έφτασε η μεγάλη ώρα της Αναστάσεως. Πλήθος λαού στο μοναστήρι, είχαν έρθει και δυο Σλάβοι επίσκοποι με τις ακολουθίες τους, άνθρωποι που το είχαν τάμα, από το εξωτερικό και διάφορα μέρη της χώρας μας. Μετά το «δεύτε λάβετε φως», έξω στην αυλή, ανάψαμε όλοι τα κεριά και ψάλλαμε το «Χριστός ανέστη» ενώ χτυπούσαν καμπάνες και σήμαντρα… Μπήκαμε πάλι στο Καθολικό και ακολούθησε η λαμπρή Θεία Λειτουργία. Λόγω της πολυκοσμίας, είχα χάσει τον Διομήδη. Μεταλάβαμε, με τον Ισαάκ, και ενώ πήραν σειρά για μετάληψη οι λαϊκοί, να σου τον μπροστά μου. Ήταν αναστατωμένος.

«Πατέρα Ιουστίνε» είπε, όταν βρήκε την αναπνοή του «έχω την ευλογία σου να κοινωνήσω;»

Τότε χάρηκα χαρά μεγάλη και ένοιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. Τον έβλεπα να περιμένει στη σειρά και ο Άγιος Ηγούμενος να τον κοινωνεί, από τους τελευταίους. Ψιθύρισα «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες…» και δόξασα το όνομα του Κυρίου. Ειλικρινά, αγαπητέ αδελφέ, ήταν η γλυκύτερη Ανάσταση που θυμάμαι, αφ΄ ότου έγινα μοναχός, εδώ και είκοσι χρόνια!

Με την απόλυση περάσαμε στην πασχαλινή Τράπεζα, με κάθε τύπο, όπως προβλέπει το τυπικό και όπως γίνεται από καταβολής του μοναχισμού στο Όρος… Όταν επιστρέψαμε στο Κελί, ο Διομήδης βάλθηκε να αναπληρώσει τις προηγούμενες αγρυπνίες και κοιμήθηκε σχεδόν ως τη Δευτέρα το πρωί, μέρα που αναχώρησε για την Αθήνα. Στον μήνα που μεσολάβησε ανταλλάξαμε μερικά σύντομα μηνύματα, αλλά ήμουν σίγουρος πως είχε βρει τον δρόμο του οριστικά, ακόμα κι αν προσκαίρως δίσταζε ή αμφέβαλλε. Και να τώρα που μαθαίνω ότι σκοτώθηκε… Προφανώς ο Κύριος οικονόμησε για την ψυχή του, να του δοθεί η ευκαιρία της μετανοίας, λίγο πριν το τέλος. Άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου!

Ελπίζω πως δεν διαπράττω σφάλμα στέλνοντάς σας αυτήν την επιστολή που περιγράφει μια κορυφαία πνευματική αλλαγή του κοινού μας φίλου λίγο πριν αναχωρήσει… Παρακαλώ, διαβιβάστε στη σύζυγό του τα βαθύτατα συλλυπητήριά μου και πείτε της ότι, ένας αγιορείτης καλόγερος προσεύχεται υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του Διομήδη.

Αγαπητέ Αδελφέ, η Παναγία ας είναι οδηγός μας στη ζωή. Ιουστίνος.

* * *

Καταλαβαίνεις Κίμωνα πως εξελίχτηκαν τα πράγματα… Ο Διομήδης πλησίασε την ελπίδα (μιαν ελπίδα που είχε τόσο πολύ ανάγκη) και, λίγες βδομάδες αργότερα, σκοτώθηκε. Αλλά ένα τέτοιο μονήρες ατύχημα με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην παλιά εθνική προς Κόρινθο, όπου το αυτοκίνητο έφυγε στη στροφή και έπεσε στον γκρεμό, όπου ο οδηγός δεν φορούσε ζώνη, γεγονός πρωτοφανές για τον υποχονδριακό με την οδική ασφάλεια Διομήδη, όπου συνέβη σε τόπο και χρόνο που δεν δικαιολογείται η παρουσία του Διομήδη, μου δημιουργεί υποψίες, μήπως δεν ήταν ατύχημα, αλλά κάτι άλλο…

Τα δεδομένα λένε τα εξής: Ο Διομήδης ξεκινάει από το σπίτι του, το πρωί της Παρασκευής, δεν πηγαίνει στο φροντιστήριο, όπου έχει δουλειά, αλλά παίρνει την παλιά εθνική οδό, για Κόρινθο. Δεν οδηγεί την ολοκαίνουρια Μερτσέντες, αλλά το παλιό του Κορόλα. Δεν ενημερώνει τη Φαίδρα ούτε την γκόμενά του, την Αθηνά. (Δεν την ξέρεις, είναι μια νεαρή φιλόλογος, μόλις τελείωσε τη σχολή, δουλεύει στα φροντιστήριά του. Βρέθηκαν στο σπίτι της το βράδυ της Τετάρτης, δυο μέρες πριν, δηλαδή. Η Αθηνά δεν πρόσεξε τίποτε το ιδιαίτερο, μου είπε ότι ήταν γελαστός και κιμπάρης, όπως πάντα). Ο Διομήδης τηλεφώνησε στο φροντιστήριο και είπε πως δεν θα πάει το πρωί, και από το κινητό του βλέπουμε πως δεν έκανε άλλο τηλεφώνημα. Καταγράφω τις λογικές πιθανότητες:

α. Είχε έκτακτο ερωτικό ραντεβού και έτρεχε να προφτάσει. Αυτό όμως δεν προκύπτει από πουθενά, πέραν του ότι γνωρίζουμε πως ο Διομήδης το συνήθιζε, από πολύ παλιά. Εξάλλου ποτέ δεν θα έκανε κοπάνα από τη δουλειά του γι’ αυτό το λόγο.

β. Είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει. Αυτό δεν ενισχύεται από κάποιο σημείωμα ή έστω μια λέξη σε κάποιον. Θα μπορούσε να τηλεφωνήσει σε μένα, εξάλλου είχαμε μιλήσει λίγες μέρες πριν. Την υπόθεση ενισχύει το ότι πήρε το παλιό και όχι το καινούριο αυτοκίνητο, για να μην το καταστρέψει και στερήσει από τους δικούς του ένα πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο. Επίσης το ότι έχοντας αποφασίσει την αυτοκτονία δεν έδεσε εξαρχής ή έλυσε στον κρίσιμο χρόνο τη ζώνη ασφαλείας. Δεν υπάρχει περίπτωση αυτοκτονίας για οικονομικούς λόγους, γιατί αν και είχε χάσει πολλά λεφτά στο χρηματιστήριο εξακολουθούσε να έχει μεγάλα εισοδήματα από τα φροντιστήρια που διατηρούσε και πρακτικά η οικονομική του θέση ήταν ακλόνητη. Θα ενίσχυε την πιθανότητα της αυτοκτονίας μια σοβαρή αρρώστια. Όμως παρόλο που ο φίλος μας έτρωγε σαν βουβάλι, κάπνιζε και δεν γυμναζόταν, δεν είχε απολύτως κανένα εκδηλωμένο πρόβλημα υγείας, όπως προκύπτει από πρόσφατες εξετάσεις που έκανε.

γ. Ξαφνικά, το πρωί της Παρασκευής δεν νοιώθει καλά, εννοώ ψυχολογικά. Κατεβαίνει στο γκαράζ μπαίνει στο παλιό αυτοκίνητο, γιατί είχε πάρει κατά λάθος τα κλειδιά του και βαριόταν να ξανανέβει στο σπίτι. Τα κλειδιά της Μερτσέντες ήταν, όντως, στο τραπεζάκι του σαλονιού, όπου τα άφηνε πάντα. Ξεκινάει, τηλεφωνεί στο φροντιστήριο ότι δεν θα πάει, και συνεχίζει να οδηγεί μηχανικά, χωρίς να ξέρει που ακριβώς πηγαίνει. Κάποια στιγμή βρίσκεται στην παλιά εθνική, οδηγεί την Κορόλα σα νάταν η Μερτσέντες και βγαίνει απ’ το δρόμο, χωρίς να το καταλάβει καλά καλά. Την υπόθεση ενισχύει το γεγονός ότι, λόγω σύγχυσης, δεν είχε βάλει τις ζώνες ασφαλείας. Την ενισχύει επίσης το γεγονός ότι τηλεφώνησε στη δουλειά και δεν τηλεφώνησε αλλού.

Αυτά είναι τα γεγονότα και οι λογικές πιθανότητες που τα ερμηνεύουν. Προσωπικά αποκλείω την πρώτη εκδοχή, δεν αποκλείω την δεύτερη, αλλά θεωρώ ισχυρότερη την τρίτη, με επιφυλάξεις. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η πασχαλινή μετάληψη δεν βοήθησε καθόλου τον Διομήδη να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του. Οι επήλυδες της πίστεως δεν προκόβουν, στο λέω εγώ, που είμαι υπεράνω με την έννοια ότι ουδέποτε με απασχόλησαν θέματα όπως σωτηρία, Λόγος, Θεός κλπ, που πονοκεφάλιαζαν τον Διομήδη. Αν τα πράγματα έγιναν σύμφωνα με κάποια από τις τρεις εκδοχές και όχι με κάποια άλλη, που δεν έχω υπόψη μου, τότε ο Ιουστίνος δεν έχει κανέναν λόγο να επιχαίρει για τα αποτελέσματα της θείας παρέμβασης, γιατί όλες οι πιθανότητες και το ίδιο το αποτέλεσμα, δείχνουν έναν άνθρωπο σε βαθιά σύγχυση, σε αγωνία… Η Φαίδρα πιστεύει ακράδαντα την τρίτη εκδοχή, ο Κριτίας το ίδιο, χωρίς να αποκλείει εντελώς την πιθανότητα της αυτοκτονίας.

Ότι και να ‘γινε, ουκ απογίγνεται. Δεν έχει κανένα νόημα να σου περιγράψω την κηδεία, τους επικήδειους, τους γονείς, τα παιδιά… Να ‘σαι καλά εκεί που βρίσκεσαι και καλή πατρίδα! - Θ.